Η αγωνίστρια της ταινίας «Πέτρινα χρόνια» στην τελευταία συνέντευξή της

Η τελευταία συνέντευξη της αγωνίστριας του ΚΚΕ Ελένης Βούλγαρη-Γκολέμα της οποίας η ιστορία ενέπνευσε τον Παντελή Βούλγαρη για τα «Πέτρινα χρόνια».

Παναγιώτα Μπίτσικα 07/06/2022 | 14:00

Η ζωή των ανθρώπων µπορεί να είναι σαν τα ηλιοτρόπια κι ας πέρασαν «πέτρινα χρόνια». Ετσι ήταν η ζωή της αγωνίστριας Ελένης Βούλγαρη-Γκολέµα. Υψιτενής… Πέθανε την ηµέρα που τελείωνε ο Μάης του 2022. Αφησε αιώνιο το χνάρι των κοινωνικών και πολιτικών της αγώνων, των διώξεων, της φυλάκισης της ίδιας και του άντρα της Μπάµπη Γκολέµα από το µετεµφυλιακό καθεστώς, από τη χούντα· ήταν και οι δύο στελέχη του ΚΚΕ.

Το κείµενο που ακολουθεί το έγραψα τον Φεβρουάριο του 2019 – δεν έχει δηµοσιευτεί µέχρι σήµερα. Αποτυπώνει την αψάδα των λέξεων της συνάντησης-συνέντευξης µε την Ελένη Βούλγαρη-Γκολέµα, της τελευταίας, όπως φάνηκε, πριν από το φευγιό της.

Η Ελένη Βούλγαρη-Γκολέμα στη διάρκεια της συνέντευξης

Ξεδιπλώνοντας το νήµα µας ζωής αγώνων

∆εν έχει χάσει τη «φωτιά», σκέφτηκα. Ξαναβρήκα αυτό που µου είχε κάνει εντύπωση και παλαιότερα, όταν την είχα συναντήσει ξανά. Αγέραστη. Αγέρωχη. ∆εν µιλάει ηρωικά. Ισως γι’ αυτό πετούν ακόµη σπίθες οι λέξεις µε τη µαγκιόρικη βραχνάδα της φωνής της. Η πειθαρχηµένη σκέψη της, παρά τα 84 χρόνια της, καταφέρνει να τιθασεύσει ακόµη και την αρρώστια που την καθήλωσε στην καρέκλα. Οταν στον νου της µπερδεύονται τα ηµερολογιακά έτη προσπερνά τον χρόνο και κρατά την ουσία της ζωής της: παραµένει κοµµουνίστρια, πάντα στο ΚΚΕ, δεν ξεχνά το ξύλο στις φυλακές, το χαρόκαµα (τον πατέρα της, τον δάσκαλο από τον ∆οµοκό, τον εκτέλεσαν το 1943 στο στρατόπεδο Παύλος Μελάς στη Θεσσαλονίκη µε άλλους φυµατικούς κοµµουνιστές), τις δυσκολίες που πέρασε η µάνα της η κυρα-Ευτυχία, τις δικές της αγωνίες για τους φασίστες, για τις πολιτικές που της στέρησαν τα παιδιά της για µεγάλο διάστηµα. Μιλάει και για το σήµερα, για τους νέους αλλά και για τον κίνδυνο να κυνηγηθούν ξανά κοµµουνιστές και κοµµουνίστριες, να ξαναζήσει η ανθρωπότητα το κυνήγι µαγισσών. «Ε πάντα λες ότι µπορεί. Πρέπει να είσαι πάντα έτοιµος, στην ψυχή σου να το έχεις ξεπεράσει αυτό. Να σε δέρνουν και να λες: “Ζήτω το Κοµµουνιστικό Κόµµα”» παρατηρεί.

∆εν διστάζει –έχοντας πια πάλλευκα µαλλιά– να µιλήσει για τον έρωτα, για το πόσο πολύ αγάπησε τον Μπάµπη και πόση αγάπη πήρε από κείνον. Η Ελένη και ο Μπάµπης Γκολέµας είχαν γίνει ένα. ∆εν έχει απωθήσει τα «πέτρινα χρόνια» και θυµάται µε σεβασµό τον Παντελή Βούλγαρη και τη γυναίκα του, την Ιωάννα Καρυστιάνη.

Της αρέσει να κάθεται στο µπαλκόνι στο σπίτι της στην Ηλιούπολη, στον πέµπτο όροφο, µε θέα το βουνό, τον Υµηττό, όπως στις 20 Φεβρουαρίου 2019, την Τετάρτη το πρωί που τη βρήκα να «τσακώνει τον χειµωνιάτικο ήλιο» µε το καφεδάκι της και κάνα τσιγάρο. Αλλες ώρες βλέπει τηλεόραση µε τη Λούλα που τη φροντίζει, σίριαλ, εκποµπές διάφορες. Της αρέσουν οι ειδήσεις – «να βλέπω τα βάσανα των ανθρώπων, τι περνάνε». ∆εσπόζουν στο καθιστικό του σπιτιού τα έργα του Μπάµπη από τη φυλακή, καλλιτεχνικές δηµιουργίες, σκαλίσµατα σε διάφορα υλικά, το καράβι, το ξυλόγλυπτο της αγκαλιάς ενός ζευγαριού, οι πίνακές του, αλλά και εκείνοι του εικαστικού Μίλτου Γκολέµα, του αγοριού που καταγράφηκε στην ελληνική ιστορία ως ο µικρότερος πολιτικός κρατούµενος της χούντας. «Εχει γίνει δυο µέτρα λεβέντης τώρα ο Μιλτιάδης µου. Κι ο Κώστας µου» λέει. Οι γιοι της είναι φύλακες-άγγελοι, την προσέχουν πώς και πώς. Η Ελένη Βούλγαρη είχε συλληφθεί ύστερα από χρόνια στην παρανοµία τον Αύγουστο του 1966, έγκυος – γέννησε στις 20 Φεβρουαρίου 1967 και κράτησε για τρία χρόνια περίπου το παιδί κοντά της στο κελί.

Kαρτ ποστάλ συμπαράστασης που της έστειλαν από τη Διεθνή Αμνηστεία στη φυλακή (Οκτώβριος 1972)

Η Ακροναυπλία και ο οικογενειακός στρατοδίκης

Φωτογραφίες ανακατεµένες, άλµπουµ µε αναµνήσεις, γράµµατα στήριξης από το εξωτερικό για τον εγκλεισµό της µες στη χούντα, ζωγραφιές που έστελνε στον γιο της όταν τον κρατούσε η µητέρα της, άρθρα εφηµερίδων, σηµειώµατα από τον εξόριστο άντρα της αδερφής της Μαρίας (είχε µπει στον ∆ΣΕ το ’48, στην ταξιαρχία ιππικού), τον Νίκο, που ήταν κι εκείνος κυνηγηµένος από τον Μεταξά, από τους Γερµανούς µετά, από το µετεµφυλιακό καθεστώς.

Φυλακές Κορυδαλλού, 8.4.1972. Ενα χειροποίητο άλµπουµ µε εικόνες για «το Τσουραβλινάκι µου», όπως είχαν ονοµάσει χαϊδευτικά οι συγκρατούµενες της Ελένης τον µικρό Μίλτο, που τον κρατούσε στο χωριό η µητέρα της όσο ο Μπάµπης και η Ελένη ήταν στις φυλακές και στην εξορία. Σε ένα φύλλο του αυτοσχέδιου άλµπουµ του έγραφε η Ελένη: «Σ’ αγαπώ πάρα πολύ και σε σκέφτοµαι, ακόµη κι όταν κοιµάσαι». Σε άλλο φύλλο: «Να ’σαι καλό παιδάκι και ν’ αγαπάς τη γιαγιούλα κι όλα τα παιδάκια και τους ανθρώπους!» και στην προτελευταία σελίδα η Ελένη είχε κολλήσει ένα απόκοµµα εφηµερίδας µε τον αστροναύτη Γιούρι Γκαγκάριν να κρατά ένα λευκό περιστέρι. Η τυπωµένη λεζάντα έγραφε: «Ο πρώτος αστροναύτης του κόσµου, ο Γιούρι Γκαγκάριν, όπως θα µείνη στη µνήµη της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόµο για το ∆ιάστηµα».

Εχει κρατήσει και ένα τεύχος της µηνιαίας επιθεώρησης τέχνης «Πολιτιστική»: αριθµός τεύχους 25 – Νοέµβριος 1985, µε εξώφυλλο την κινηµατογραφική Ελένη Βούλγαρη-Γκολέµα στην εµβληµατική σκηνή της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη, µε τη Θέµιδα Μπαζάκα να έχει υψωµένα τα χέρια έξω από τα κάγκελα της φυλακής κάνοντας σήµα µε ένα πακέτο τσιγάρων για στραφτάλισµα στον ήλιο σαν χαιρετισµός στον Μπάµπη που τον κρατούσαν σε ένα κελί απέναντι από το δικό της. «Τον Βούλγαρη τον ήξερα πολύ καλά. Κάναµε και παρέα. Κοµµουνιστής ήταν κι αυτός. Τώρα δεν ξέρω τι κάνει ο Παντελής. Και η γυναίκα που πήρε ήταν κοµµουνίστρια, η Καρυστιάνη» µου λέει.

Ξεφυλλίζω το περιοδικό. Θέλει να της διαβάσω τι έγραφε στις σελίδες 14-19 της «Πολιτιστικής» ο Παντελής Βούλγαρης, διηγούµενος από τις σηµειώσεις του όσα του είχε πει τον χειµώνα του ’83 η ίδια: «Ο πατέρας από το 1937 έως το 1943 ήταν στην Ακροναυπλία. Στέλεχος. Τριάντα στελέχη του ΚΚΕ τα ξεχώρισαν στην αποµόνωση. Ανάµεσά τους ο Γληνός, ο Στρίγκος, ο µπαρµπα-Κώστας ο Λουλές, ο πατέρας. Σ’ ένα µικρό χώρο και οι 30, ο ένας πάνω στον άλλο. ∆εν τους έβγαζαν ούτε για τη σωµατική τους ανάγκη. Ολα εκεί. Ο µπαµπάς αρρώστησε. Εγινε φυµατικός. Με την κήρυξη του πολέµου το ’40 όλοι οι εξόριστοι ζήτησαν να πολεµήσουν. ∆εν τους άφησαν. Μετά µάζεψαν τους φυµατικούς και τους πήγαν στην πέτρα. Κοντά στον Ολυµπο. […] τους έβαλαν στο τρένο για τα κρεµατόρια. Γίνεται όµως σαµποτάζ στη Θεσσαλονίκη, τους βγάζουν από το τρένο και τους εκτελούν στο στρατόπεδο Παύλου Μελά». Ακούει και συγκινείται διακριτικά. Μου µιλάει για τη µητέρα της την Ευτυχία που µπαινόβγαινε στις φυλακές. Ολη η οικογένεια στους αγώνες. Γι’ αυτό περιέγραφε στον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη ότι στη δίκη της στη Λάρισα άλλαξαν τον πρόεδρο του στρατοδικείου επειδή είχε δικάσει και τη µάνα της και τον Νίκο, τον άντρα της αδερφής της – «ήταν κάτι σαν οικογενειακός στρατοδίκης µας, δεν επιτρεπόταν να δικάσει κι εµένα»…

Η Ελένη και ο Μπάμπης σε ένα από τα «λιμάνια της αγωνίας» την εποχή της ελεύθερης ζωής

Ο πατέρας, η µητέρα, ο Μπάµπης που έφυγε όρθιος

Η Ελένη γεννήθηκε το 1935 στη Χιλιαδού ∆οµοκού. Της ζητώ να µου περιγράψει την πιο έντονη στιγµή που είναι εντυπωµένη στο µυαλό της. «Θυµάµαι την ηµέρα που ήρθαν και πήραν τον µπαµπά και τον έβαλαν φυλακή. Το θυµάµαι σαν όνειρο που τον χτυπούσαν, που τον κλοτσούσαν κι εµείς βλέπαµε και φοβόµαστε το ξύλο. Ηταν µε κάτι παλούκια αυτοί… Ηταν φασίστες, µε µίσος για τους κοµµουνιστές. Ο πατέρας µου τους έλεγε: “Βρε εµείς οι κοµµουνιστές θα σας σώσουµε”». Τι λες ότι είχε κατά νου όταν έλεγε ο πατέρας (ή εσύ µετά) για κοµµουνισµό; «Αγώνας για να ζει ο άνθρωπος καλύτερα».

Σελίδα από τα χειροποίητα άλμπουμ της Ελένης στη φυλακή

Υπάρχουν περιγραφές για τον δάσκαλο πατέρα της Κώστα Βούλγαρη από µαθητές του που θυµούνταν ότι είχε πάρει τον µισθό του και πήγε στην Αθήνα, αγόρασε παπούτσια και µολύβια και γύρισε και τα µοίρασε στα παιδιά στην τάξη. Θέλει πολύ να µιλάει και για τη µητέρα της. «Ηταν γερός άνθρωπος, πολύ δυνατή, πολύ άξια γυναίκα. Πίστευε στο κόµµα, ακράδαντη. Ευτυχία την έλεγαν. Από το ίδιο χωριό µε τον πατέρα. Η µάνα µου πολύ ταλαιπωρήθηκε. Την είχαν βάλει στη φυλακή και κοιµόταν πίσω από την πόρτα, χωρίς κρεβάτια, έτσι. Είχαµε µάθει να ζούµε µόνα µας. Μας πήρε η αδερφή της µάνας µου, η θεία µου, του Καρπέτα. Αυτή µας περιποιόταν, αφού ήταν πολύ καιρό µέσα και δεν φαινόταν να την αφήνανε. Ηταν κι εξορία. Οι αδερφές µου και οι δύο αντάρτισσες. Εγώ ήµουν µικρή, δεν πήρα όπλο. Οργανώθηκα στη νεολαία».

Πορτρέτα του Μπάμπη και της Ελένης από το οικογενειακό άλμπουμ

Μια ζωή αγώνες και µετά. Στο κίνηµα για την ειρήνη, φεµινιστική δράση στην Οµοσπονδία Γυναικών Ελλάδας, στο αντιιµπεριαλιστικό κίνηµα, έως πρόσφατα µε τις διαδηλώσεις για τα µνηµόνια. Ο Μπάµπης, πρώτος και καλύτερος στις πορείες, έλεγε: «Ετσι να φύγω, όρθιος σε µια διαδήλωση». Εφυγε όρθιος, τον Ιούλιο του 2014, έχοντας διανύσει αγωνιστική ζωή, όπως όλη του η οικογένεια από το χωριό Αγιοι Ανάργυροι της Λάρισας: καταδίκες για κοµµουνιστική δράση σε 16 χρόνια φυλακή, αντιδικτατορικός αγώνας, υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Εποχή. Υπάρχει παντού µες στο σπίτι της κυρα-Λένης.

Ο αγώνας, η πίστη στον σκοπό, ο έρωτας ζωής

Τον Μπάμπη πώς τον γνώρισες;

Στη Νεολαία Λαμπράκη.

Θυμάσαι τη μέρα που τον είδες;

(παύση) Ηταν ένας παλίκαρος. Είχε φάει κι αυτός ξύλο με το τσουβάλι. Ο άντρας μου. Είχε πολύ κι αυτός ταλαιπωρηθεί.

Το κατάλαβες από την πρώτη ματιά ότι ήταν αυτός ο άνθρωπος για σένα;

Βέβαια, βέβαια. Οταν γίναμε ζευγάρι με τον άντρα μου τον έβλεπα και τον σεβόμουν πολύ. Τότε να έχεις φίλο δεν ήταν τόσο… Οι γυναίκες τρώγαμε ξύλο από την Ασφάλεια, τρώγαμε και από την οικογένεια.

Στην εκκλησία της φυλακής παντρευτήκατε με τον Μπάμπη;

Ναι. Είχε και η φυλακή εκκλησία να μας κάνουν καλούς ανθρώπους, μας λέγανε. Κι εγώ στη φυλακή στεφανώθηκα.

Σε ποια φυλακή;

Στη φυλακή Αβέρωφ. Εχω φάει εκεί πολύ ξύλο. Οταν με πιάσανε χτύπαγαν την κοιλιά, λέγανε «μούλικο» το παιδί που ήταν μέσα μου. Εβριζαν οι αστυνομικοί όταν τους έλεγα να μάθουν τα παιδιά τους γράμματα, να μην τα τραβάει ο καθένας όπου θέλει. Κλοτσιές, μπουνιές. Οταν απολύθηκα δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου. Δεν είχα δυνάμεις να σταθώ.

Τι σε έκανε να αντέχεις;

Η πίστη. Γιατί και οι αδερφές μου και ο πατέρας μου και η μάνα μου όλοι ήταν κομμουνιστές. Να τον αλλάξουμε τον κόσμο, να ζει καλύτερα, να μη σε πιάνουν και σε βγάζουν το λάδι, που λέμε, να μαρτυρήσεις, να μπει άλλος φυλακή.

Πορτρέτο της αγωνίστριας τη δεκαετία του 1960

Γιατί αξίζει κάποιος να παλεύει σήμερα;

Να δίνει τον εαυτό του… Γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος, άλλο σημείο που να εκφράζεται αυτό που είσαι μέσα σου. Που είσαι φτωχός, που σε κυνηγάνε, που… Τότε υπήρχε αλληλεγγύη μεταξύ μας. Τώρα κοιτάζουν να σε σπρώξουν πιο πολύ.

Σήμερα ποιες αξίες θα έλεγες να κρατούν βαθιά μέσα τους οι νέοι;

Να έχουν πίστη σε αυτό που ακολουθούν, αν ακολουθούν κάπου. Να πιστεύουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα· να τους κουβεντιάζεις, να τους εξηγείς, να μην τους κρύβεις ότι είσαι κομμουνιστής, ότι έφαγες ξύλο. Ακούει ο άλλος ότι έφαγες ξύλο και γουρλώνει τα μάτια του.

Επομένως να μαθαίνει και την ιστορία και να αφοσιώνεται σε αυτό που πιστεύει για να πορεύεται. Και ο έρωτας έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή σου.

Πολύ μεγάλο. Γιατί ήταν και ο Μπάμπης κομμουνιστής. Και αυτό με βοήθησε και μένα να σταθώ γερή.

Τα χτυποκάρδια εκτός από το ξύλο ήταν και χτυποκάρδια αγάπης;

Και έρωτα, μεγάλου έρωτα. Οχι σαν αυτά που βλέπουμε και ακούμε τώρα. Ο ένας σεβόταν τον άλλο πολύ, πάρα πολύ. Αυτή ήταν αγάπη. Δεν ξέρω πώς οι άλλοι τώρα αγαπάνε και πώς τα ζευγάρια κάνουν δεσμούς. Εγώ στον Μπάμπη πολλή αγάπη γνώρισα, πολλή βοήθεια είχα, με πρόσεχε πολύ.