Η αέναη περιπέτεια της μοναστηριακής περιουσίας

Από την ίδρυση της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833 μέχρι σήμερα το ζήτημα της περιουσίας της παραμένει αγκάθι στις σχέσεις με το κράτος

Παναγιώτα Μπίτσικα 11/06/2019 | 09:00

Η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία παραμένει εδώ και πολλά χρόνια πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Σημείο τριβής, οι αμφισβητούμενες ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους εκτάσεις, το αίτημα για αξιοποίηση στρεμμάτων γης και ο έλεγχος της περιουσίας των φορέων της εκκλησίας και των μονών. Από την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833 έως σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος, σε σφικτό διοικητικό και νομικό εναγκαλισμό με την ελληνική πολιτεία, μετατράπηκε ουσιαστικά σε τμήμα του κρατικού μηχανισμού (οι δομές της είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.ά.).

Ομως έχει προνομιακή μεταχείριση έναντι των άλλων δογμάτων, ως επικρατούσα θρησκεία, και η ηγεσία της εκπέμπει δύναμη όπως εκείνη της «κοσμικής εξουσίας». Το αίτημα των αγωνιστών του 1821 για μια εκκλησία κυβερνωμένη από «Σύνοδον ιερέων, εκλεγομένων ελευθέρως από ιερείς και κοσμικούς, καθώς έπραττεν η αρχαία Εκκλησία», όπως ζητούσε ο Αδαμάντιος Κοραής, δεν ευοδώθηκε.

«Συγκροτήθηκε μια Εκκλησία της οποίας αρχηγός ως προς τα διοικητικά ήταν ο ρωμαιοκαθολικός το θρήσκευμα βασιλιάς Οθων που διόριζε το ανώτατο όργανό της, την πενταμελή Σύνοδο» σημειώνει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Κράτος και Εκκλησία» Γιώργος Καραγιάννης, αναφερόμενος στις ρίζες της αγκίστρωσης της εκκλησίας με το κράτος και τις κυρίαρχες τάξεις. Εκατόν ογδόντα πέντε χρόνια μετά ο λεγόμενος χωρισμός κράτους – εκκλησίας παραμένει ζητούμενο. Η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία –που συνδέεται κατά καιρούς και με το θέμα της μισθοδοσίας των κληρικών– αποτελεί το πιο ακανθώδες ζήτημα.

Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν θεωρεί ότι έχει προνομιακή μεταχείριση έναντι άλλων θρησκευμάτων. Ωστόσο αποδέχεται ότι υπάρχει μια περίπτωση προνομιακής προστασίας των φορέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή είναι εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα: η απαγόρευση χρησικτησίας σε βάρος της περιουσίας των μονών, η οποία επεκτάθηκε στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (μητροπόλεις, ενορίες κ.λπ.) το 1969 με Κανονισμό της Ιεράς Συνόδου και το 1977 με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αυτή η επισήμανση καταγράφηκε στη εκδήλωση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών «Συνταγματική αναθεώρηση και Εκκλησία της Ελλάδος: Συμβολή σε έναν ανοικτό διάλογο» (7.6.2017 Πολεμικό Μουσείο Αθηνών). Την περιλαμβάνει η εισήγηση του νομικού συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος Θεόδωρου Παπαγεωργίου, ο οποίος δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία και για τη μοναστηριακή περιουσία σε σχέση με ένα δούναι και λαβείν το οποίο ανάλογα με την οπτική (αν είναι η ματιά του κράτους ή της εκκλησίας) χρησιμοποιείται στη μάχη επιχειρημάτων μεταξύ των δύο πόλων (εκκλησίας και κράτους). Είναι ενδεικτικό πώς περιγράφει, από την πλευρά της εκκλησίας, την απόπειρα του κράτους από τον μεσοπόλεμο και μετά να παρέμβει με επίκεντρο τη μοναστηριακή περιουσία: «Η μεγάλη τομή συνέβη το 1930 από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων Γ. Παπανδρέου, ο οποίος εισηγήθηκε τον νόμο 4684/1930[35] και διαίρεσε την (όση είχε απομείνει μετά το 1833, 1909, 1922) μοναστηριακή περιουσία, σε αυτήν που κατά την κρίση του Κράτους (και όχι της Εκκλησίας) ήταν απαραίτητη για τη διαβίωση των Μονών (διατηρούμενη περιουσία), και σε αυτή που δεν είναι απαραίτητη για τις Μονές (ρευστοποιητέα περιουσία), την οποία μετέφερε με σειρά προεδρικών διαταγμάτων (τα λεγόμενα διαχωριστικά διατάγματα) σε έναν νέο κρατικό οργανισμό τον “Οργανισμό Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας” (ΟΔΕΠ) με σκοπό να ρευστοποιηθούν τα ακίνητα αυτά από τον ΟΔΕΠ (ρευστοποιητέα περιουσία) και να αγορασθούν μετοχές και χρεόγραφα.

Το 1952 ο ΟΔΕΠ, Εκκλησία και Δημόσιο συνήψαν σύμβαση εξαγοράς της αγροτολιβαδικής περιουσίας των Μονών (αγροί 141.333 στρεμμάτων, βοσκοτόποι 601.544 στρεμμάτων). Την σύμβαση αυτή επέβαλε ο εκτελεστικός νόμος του Συντάγματος 1952 (ν.δ. 2185/1952, άρθρο 37) και προέβλεπε ότι τα μοναστηριακά κτήματα υποχρεωτικώς εξαγοράζονται από την Πολιτεία και θα αποζημιωθούν μόνο κατά το 1/3 της αξίας τους και όχι πλήρως (όπως κατ’ εξαίρεση επέτρεπε τότε το Σύνταγμα 1952, άρθρο 104).

Η αναγκαστική αυτή σύμβαση κάθε άλλο παρά εφαρμόσθηκε στο ακέραιο από το Δημόσιο, καθώς πολλά ακίνητα που το Δημόσιο έδωσε στην Εκκλησία (ως εις είδος αποζημίωση του 1/3 της αξίας των μοναστηριακών ακινήτων) δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμα ή δεν ανήκαν στο Δημόσιο ή είχαν καταπατηθεί ή διανεμηθεί προηγουμένως, ενώ από την άλλη πλευρά πολλά μοναστηριακά ακίνητα δεν έφθασαν τελικά στους ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές προς όφελος των οποίων τα παραχώρησε η Εκκλησία και παραμένουν μέχρι σήμερα υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης».

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΡΙΤΣΗ

Η πιο σοβαρή ρήξη στις σχέσεις εκκλησίας και πολιτείας για την εκκλησιαστική περιουσία τα τελευταία τριάντα χρόνια ήταν το 1987. Ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνης Τρίτσης, παρά τις αντιδράσεις, θέτει ζήτημα παραχώρησης της μοναστηριακής περιουσίας στο δημόσιο και προβλέπει τη συμμετοχή λαϊκών στα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια, προκαλώντας σάλο και επιθέσεις από την εκκλησία.

Ο λεγόμενος νόμος Τρίτση (ν. 1700/1987) και η σύμβαση παραχώρησης εκτάσεων από μονές στο δημόσιο (Ν 1811/1988) δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ.

Ο τότε υπουργός οδηγήθηκε σε παραίτηση. Οι επαφές του αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ με τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου επαναφέρουν τη… συνήθη ισορροπία στις σχέσεις των δύο μερών.

ΣΤΟΝ… ΠΑΓΟ ΟΙ ΝΟΜΟΙ

Τι όριζε ο νόμος 1700/1987;

Οτι τα ακίνητα της εκκλησίας για τα οποία δεν έχει τίτλους ιδιοκτησίας περνούν στο δημόσιο. Δηλαδή, θεωρείται ότι ανήκουν κατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο τα ακίνητα που βρίσκονται στη νομή ή την κατοχή των ιερών μονών, ανεξάρτητα από τη μορφή διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσής τους, εκτός εάν το δικαίωμα κυριότητας της μονής: α) προκύπτει από νόμιμο τίτλο κυριότητας προγενέστερο της ημέρας κατάθεσης του σχεδίου νόμου, που έχει ήδη μεταγραφεί ή θα μεταγραφεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, β) έχει αναγνωριστεί με διάταξη νόμου ή με αμετάκλητη δικαστική απόφαση έναντι του δημοσίου.

Το ίδιο ισχύει και για ακίνητα που ήταν στη νομή ή κατοχή μονής και έχουν καταληφθεί από τρίτους. Παρά τις αντιδράσεις, 149 μονές είχαν δεχτεί με σύμβαση που κυρώθηκε με τον νόμο 1811/11.5.1988 (ΦΕΚ Α΄ 231/1988) να παραχωρήσουν περιουσία τους στο δημόσιο. Ουδέποτε συγκροτήθηκαν οι επιτροπές ανά νομό, με εκπροσώπους και των κατά τόπους μονών, που θα επόπτευαν το ζήτημα της παραχώρησης της εκκλησιαστικής περιουσίας. Σύμφωνα με τις νομοθετικές προβλέψεις, αν σε έξι μήνες δεν παραχωρούσαν τις εκτάσεις, το κράτος θα ενεργούσε μονομερώς.

Οι εκτάσεις αυτές μπορούσαν και έπρεπε να έχουν διανεμηθεί με ταχείες διαδικασίες. Τίποτε από όλα αυτά δεν έγινε. Από το 1988 φτάσαμε στο 1994, όταν –ύστερα από προσφυγή οκτώ μονών– εκδόθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (4.12.1994) η οποία δικαίωσε τις πέντε που δεν είχαν υπογράψει τη σύμβαση (τους επιδίκασε ποσό τριών τρισεκατομμυρίων δραχμών εφόσον το δημόσιο ασκούσε τα δικαιώματά του επί της περιουσίας). Δύο χρόνια μετά, με νομοθετική παρέμβαση (ν. 2413/1996 – ΦΕΚ Α΄ 124/17.6.1996), επί θητείας Γιώργου Αν. Παπανδρέου στο υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, διευκρινίστηκε ότι τα οριζόμενα στον νόμο Τρίτση δεν αφορούν όσες μονές δεν υπέγραψαν την σύμβαση παραχώρησης του 1988. Το άρθρο 55 του νόμου 2413/1996 ( «Η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό, η διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις») αναφέρει τα εξής:

1. «Οι Ιερές Μονές, που δεν συμβλήθηκαν στη σύμβαση που υπογράφηκε στις 11 Μαΐου 1988 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και κυρώθηκε με τον ν. 1811/1988 (ΦΕΚ 231 Α') ούτε προσχώρησαν μεταγενέστερα σε αυτήν, έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι και νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά στις δίκες που αφορούν τα δικαιώματα και συμφέροντά τους σχετικά με την περιουσία τους που καταλαμβάνεται από τους νόμους 1708/1987 (ΦΕΚ 61 Α') και 1811/1988 (ΦΕΚ 231 Α). Η απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων και της νομής των Ιερών Μονών στην προαναφερόμενη περιουσία γίνεται με κάθε αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται στις οικείες διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ίσχυαν πριν από τους νόμους 1700/1987 και 1811/1988 ως προς την κτήση νομής και εμπραγμάτων δικαιωμάτων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.

2. Ανακαλούνται από τότε που εκδόθηκαν και θεωρούνται ως μηδέποτε εκδοθείσες όλες οι διοικητικές πράξεις οποιουδήποτε είδους και όλες οι εγκύκλιοι που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αρχή δυνάμει ή σε εκτέλεση των νόμων 1700/1987 και 1811/1988 σε ό,τι αφορά τις Ιερές Μονές της παρ. 1 του παρόντος.

3. Κάθε αντίθετη διάταξη, δικονομική ή ουσιαστική καταργείται όσον αφορά τις Ιερές Μονές της παρ. 1 του παρόντος». Εκτοτε όλα έχουν παγώσει.

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

Ουδέποτε εφαρμόστηκε και η νομοθετική πρόβλεψη του νόμου Τρίτση για μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια με συμμετοχή λαϊκών, η οποία θεωρείται από πολλούς ότι έριξε λάδι στη φωτιά και φούντωσε σε όλη του την έκταση τον «ιερό πόλεμο», ακόμη και με συλλαλητήρια. Η αντίδραση της ιεραρχίας ήταν σφοδρή. Στην πλατεία Συντάγματος τον Απρίλιο του 1987, στη «λαοσύναξη» που είχε οργανώσει η εκκλησία, ακούστηκαν συνθήματα όπως «κάτω τα χέρια από την εκκλησία» και «ο νόμος του Τσίτση δεν θα περάσει».

Ομιλητής ήταν και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ. Επίσης, στο συλλαλητήριο εκείνο μίλησε και ο τότε μητροπολίτης Δημητριάδος & Αλμυρού Χριστόδουλος, ο οποίος είπε προς τους συγκεντρωμένους ότι «ως φαίνεται ο διάλογος έγινε για να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι και σαν προπέτασμα καπνού για να δικαιολογήσει την επέμβαση στην εσωτερική δομή και ζωή της εκκλησίας». Η επίμαχη διάταξη η οποία προκάλεσε συντονισμένα πυρά με την αιτίαση ότι η εκκλησιαστική περιουσία τίθεται υπό κρατικό έλεγχο και ότι η πολιτεία εμπλέκεται στα εσωτερικά της εκκλησίας είχε περιληφθεί στο άρθρο 8 του νόμου Τρίτση.

Τροποποιούσε προγενέστερη ρύθμιση και όριζε ότι στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών και σε κάθε μητρόπολη συνιστάται μητροπολιτικό συμβούλιο, το οποίο έχει εννιά μέλη και απαρτίζεται από: - Τον οικείο αρχιερέα ή τον νόμιμο αναπληρωτή του ως πρόεδρο. - Εναν πρωτοδίκη του πρωτοδικείου της έδρας της μητρόπολης που ορίζεται με τον αναπληρωτή του σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. - Τον δημόσιο ταμία της έδρας της μητρόπολης ή τον νόμιμο αναπληρωτή του. - Δύο κληρικούς που εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία με ισάριθμους αναπληρωματικούς από το σύνολο των κληρικών της περιφέρειας της οικείας μητρόπολης μεταξύ των κληρικών αυτών. - Τέσσερα λαϊκά μέλη που εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία με ισάριθμα αναπληρωματικά από το σύνολο των λαϊκών μελών των εκκλησιαστικών συμβουλίων της οικείας μητρόπολης μεταξύ των μελών αυτών. Ειδικά τα αιρετά μέλη των μητροπολιτικών συμβουλίων της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των Μητροπόλεων Πειραιώς και Θεσσαλονίκης αναδεικνύονται από σώμα εκλεκτόρων που αποτελείται από ένα μέλος των εκλεγμένων λαϊκών μελών κάθε εκκλησιαστικού συμβουλίου των μητροπόλεων αυτών που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τα εκλεγμένα τακτικά λαϊκά μέλη του οικείου εκκλησιαστικού συμβουλίου.

Ορίζεται ότι στα μητροπολιτικά συμβούλια ανήκουν μεταξύ άλλων αρμοδιοτήτων η διαχείριση, διοίκηση και αξιοποίηση της περιουσίας του νομικού προσώπου της μητρόπολης, καθώς και της περιουσίας των ιερών προσκυνημάτων της περιοχής της οικείας μητρόπολης. Αντίστοιχες προβλέψεις αφορούσαν και τα εκκλησιαστικά συμβούλια, στις αρμοδιότητες των οποίων ήταν η διαχείριση, διοίκηση και αξιοποίηση γενικά της περιουσίας των εφημεριακών ιερών ναών.

Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΤΡΙΤΣΗΣ

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Αντώνης Τρίτσης βρισκόταν στη δίνη αντιδράσεων. Μετά τις εκλογές του ’81, όταν ορκίζεται υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος στην πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ουκ ολίγοι εναντιώνονται στη άσκηση περιβαλλοντικής πολιτικής.

Το 1984 οι αντιδράσεις για τα αυθαίρετα και για πολεοδομικές παρεμβάσεις του οδηγούν στην έξοδό του από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τον Ανδρέα Παπανδρέου να του λέει «έγραψες ιστορία». Επανέρχεται στην κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1986 αναλαμβάνοντας το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Ομως δύο χρόνια αργότερα, το 1988, το περιβάλλον γύρω του γίνεται ασφυκτικό από τις αντιδράσεις κατά των αλλαγών που προωθούσε στα εκκλησιαστικά. Ο ίδιος επιμένει στις επιλογές του. Οπως περιγράφει ο στενός συνεργάτης του και δημοσιογράφος Παναγής Κουτουφάς «η ασυμβίβαστη στάση του οδήγησε στην πρώτη παραίτηση για την αλλαγή πορείας στο Εκκλησιαστικό (Φεβρουάριος 1988).

Η παραίτηση δεν γίνεται αποδεκτή, όμως η αλλαγή πορείας συνεχίζεται, έρχεται η απεργία των εκπαιδευτικών και η δεύτερη και οριστική παραίτηση την Τετάρτη 6 Μαΐου 1988. Την άλλη μέρα υπέβαλε την παραίτησή του και τη Δευτέρα 9 Μαΐου 1988 φεύγαμε από το Υπουργείο Παιδείας […]».

Μέχρι σήμερα το ζήτημα της λεγόμενης εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας παραμένει αιτία διελκυστίνδας μεταξύ των δύο πόλων εξουσίας, κοσμικής και εκκλησιαστικής. 

Περιοδικό Hot Doc #157, «Διαχωρισμός Κράτους Εκκλησίας», 15/07/2018

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.