Χρόνιος πόνος: Ψυχοσωματικό νόσημα ή όχι μόνο;

Το στρες και η κλινική κατάθλιψη σε συνδυασμό με κληρονομικούς και βιολογικούς παράγοντες οφείλονται τόσο για την έναρξη πολλών συνδρόμων χρόνιου πόνου, όσο και για την διατήρηση και επιδείνωσή τους. Συγκεκριμένα ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν ενεργό ρόλο στην μετατροπή του φυσιολογικού (οξύ) πόνου σε χρόνιο νόσημα.

NewsRoom 24/03/2019 | 21:49

Σωματικός πόνος είναι ένα δυσάρεστο αισθητηριακό σήμα, το οποίο έχει στόχο να αφυπνίσει τον οργανισμό στην παρουσία ενός επιβλαβούς ερεθίσματος ή τραυματισμού. Η παρουσία του πόνου προστατεύει τον οργανισμό από απειλητικά για την ζωή ερεθίσματα. Ο σωματικός πόνος διακρίνεται σε οξύ ή φυσιολογικό και χρόνιο.

Ο πρώτος διαρκεί από λεπτά μέχρι ημέρες και περιορίζεται μετά την επούλωση του τραύματος και την μείωση της φλεγμονής.

Απεναντίας, ο χρόνιος πόνος διατηρείται ακόμα και μετά την επούλωση του τραύματος ή την ίαση της ασθένειας και στις απεικονιστικές εξετάσεις δεν εμφανίζει σαφή οργανική αιτιολογία. Τυπικά, έχει διάρκεια περισσότερο από 12 εβδομάδες (3 μήνες) και είναι ανθεκτικός στην χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής (π.χ. αναλγητικά-παυσίπονα) ή άλλου είδους θεραπευτικής αντιμετώπισης (π.χ. χειρουργική επέμβαση).

Σύνδρομα χρόνιου πόνου

Μερικά από τα πιο διαδεδομένα σύνδρομα χρόνιου πόνου αποτελούν:

- η ινομυαλγία

- ο μυοσκελετικός πόνος

- οι πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες (πονοκέφαλος και ημικρανία)

- το σύνδρομο «ευερέθιστου εντέρου» (σπαστική κολίτιδα)

- ο πόνος περιόδου

- η ρευματοειδής αρθρίτιδα

- ο πόνος των αρθρώσεων

- ο πόνος της μέσης

- το σύνδρομο σύμπλοκου περιφερειακού πόνου και οποιαδήποτε άλλη μορφή πόνου χωρίς σαφή οργανική αιτία

Γενικά, ο πόνος είναι η απάντηση του οργανισμού σε ένα τραυματισμό, ο οποίος προκαλεί συνήθως βλάβη ιστού. Η φλεγμονή στον ιστό δημιουργεί ένα σήμα πόνου το οποίο μέσω των περιφερικών νεύρων μεταφέρεται στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, δηλαδή στον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Σε ειδικά κέντρα του εγκεφάλου λαμβάνει χώρα η επεξεργασία του επώδυνου ερεθίσματος ώστε το άτομο καταλήγει να αντιλαμβάνεται ότι πονάει.

Πώς προκαλείται ο χρόνιος πόνος;

Ας εξετάσουμε, όμως, καλύτερα πώς προκαλείται ο χρόνιος πόνος. Για αυτή την μορφή πόνου φαίνεται από έρευνες να ευθύνονται ένα σύνολο από βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Σύμφωνα με δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Πόνο («International Association for the study of pain”) το στρες και η κλινική κατάθλιψη σε συνδυασμό με κληρονομικούς και βιολογικούς παράγοντες οφείλονται τόσο για την έναρξη πολλών συνδρόμων χρόνιου πόνου, όσο και για την διατήρηση και επιδείνωσή τους.

Συγκεκριμένα ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν ενεργό ρόλο στην μετατροπή του φυσιολογικού (οξύ) πόνου σε χρόνιο νόσημα. Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε συνθήκη στρες, προκαλείται η έκκριση μιας ορμόνης που ονομάζεται αδρεναλίνη, η οποία ευθύνεται για την διέγερση που αισθάνεται το άτομο στην παρουσία μιας απειλής.

Η ορμόνη αυτή προκαλεί την συμπαθητική διέγερση του αυτόνομου νευρικού συστήματος, το οποίο ενεργοποιεί το αντανακλαστικό μάχης ή φυγής.

Αυτό σημαίνει ότι το άτομο βρίσκεται σε επαγρύπνηση και διέγερση για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Όταν ένα άτομο αισθάνεται πόνο σε κάποιο σημείο στο σώμα του, μεταφέρεται στον εγκέφαλό του το σήμα του πόνου και μεταφράζεται ως απειλή και κίνδυνος για την ζωή. Αυτό ενεργοποιεί το αντανακλαστικό μάχης-φυγής και παράγεται αδρεναλίνη, παρόμοιες αντιδράσεις με εκείνες του άγχους.

Η παρατεταμένη παραγωγή αδρεναλίνης σε συνδυασμό με την διαρκή ενεργοποίηση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος οδηγεί σε μια νευροχημική αποδιοργάνωση που έχει ως αποτέλεσμα την μετατροπή του φυσιολογικού πόνου σε χρόνιο.

Εφόσον ο πόνος μετατραπεί σε χρόνιο νόσημα, εντείνει το αίσθημα του άγχους και προκαλεί διαταραχές στη διάθεση. Το άτομο εκδηλώνει επίμονη ενασχόληση με τα σωματικά συμπτώματα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα στην αύξηση της επώδυνης αίσθησης.

Το μοντέλο «διάθεσης-στρες» προτείνει ότι η συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο την χρονική περίοδο που θα εκδηλωθεί ο πόνος σε κάποιο σημείο του σώματός του καθορίζει την πορεία του νοσήματος. Άτομα τα οποία βιώνουν υψηλά επίπεδα άγχους ή κατάθλιψης, όταν εκδηλώσουν πόνο οδηγούνται σε μεγαλύτερη δυσλειτουργία και δυσφορία, καθώς το δυσφορικό αίσθημα ενισχύεται, με αποτέλεσμα να αποκτά χρονιότητα.

Επιπλέον, το άτομο τείνει να εστιάζει την προσοχή του στο σωματικό αίσθημα και να δυσκολεύεται να επιτελέσει άλλες δραστηριότητες, αναπτύσσει αρνητικές πεποιθήσεις και προσδοκίες σχετικά με τον πόνο και καταφεύγει σε μη-λειτουργικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης.

Τι δεν βοηθά την αποτελεσματική αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου

Δράσεις που ΔΕΝ βοηθούν το άτομο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον πόνο είναι το να αποφεύγει δραστηριότητες που φοβάται ότι θα πυροδοτήσουν το δυσφορικό αίσθημα του πόνου, να καταστροφολογεί σχετικά με τον πόνο, να εστιάζει την προσοχή του στις σωματικές αισθήσεις και να διακόπτει δραστηριότητες που επιτελεί την στιγμή που προκαλείται ξαφνικά το αίσθημα του πόνου.

Ακόμη, η παρατεταμένη λήψη φαρμάκων για να αντιμετωπίσει τον πόνο συχνά φαίνεται ανεπαρκής για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου και μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις, όπως είναι η εξάρτηση από το φάρμακο καθώς και ή αποφυγή του βασικού προβλήματος. Οι παραπάνω στρατηγικές αντιμετώπισης προεκτείνουν τον αρνητικό αντίκτυπο του πόνου στην ζωή του ατόμου και τον διαιωνίζουν.

Τι πρέπει να κάνει το άτομο που υποφέρει από χρόνιο πόνο

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Αγγλίας προτείνει ότι ένας συνδυασμός θεραπειών μπορούν να ανακουφίσουν ένα άτομο που υποφέρει από κάποια μορφή χρόνιου πόνου και να οδηγήσουν ακόμη και στην εξάλειψη του νοσήματος.

Ειδικότερα, το άτομο που αισθάνεται πόνο που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των 3 μηνών) οφείλει να απευθυνθεί στον ιατρό του για να γίνουν οι απαραίτητες βιολογικές εξετάσεις και να αποκλειστεί η οποιαδήποτε οργανική εξήγηση για τον πόνο. Δεδομένου ότι δεν βρεθεί κάποια σαφή οργανική αιτία του νοσήματος, το άτομο προχωρά σε επαγγελματία ψυχικής υγείας, δηλαδή ψυχολόγο ή ψυχίατρο όπου διερευνώνται οι ψυχογενείς αιτίες του πόνου.

Πρακτικές λύσεις για το άτομο που υποφέρει:

1. Ψυχοθεραπεία για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς αιτιολογίας του χρόνιου πόνου αλλά και των επιπτώσεων που το νόσημα έχει στην διάθεση και την λειτουργικότητα του ατόμου.

2. Τεχνική προοδευτικής μυϊκής χαλάρωσης και διαφραγματικής αναπνοής. Το άτομο εκπαιδεύεται κατά την ψυχοθεραπεία να ελέγχει καλύτερα τις διάφορες μυϊκές ομάδες του σώματός του και να οδηγεί τον οργανισμό του εκούσια στην χαλάρωση. Με την αναπνοή μαθαίνει να προκαλεί βιοχημικές αλλαγές στο σώμα του που οδηγούν στην χαλάρωση.

3. Επαρκής ύπνος που δεν ξεπερνά τις 7-8 ώρες ημερησίως. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι υπερβολικές ώρες ύπνου μπορεί να έχουν παρόμοιες αρνητικές επιπτώσεις με τις ελλιπείς ώρες ύπνου.

4. Καλή οργάνωση της καθημερινότητας. Η ύπαρξη του πόνου στο σώμα δεν συνεπάγεται και ανεπάρκεια. Τα άτομα με χρόνιο πόνο έχουν ένα λόγο παραπάνω για να τηρούν ένα γεμάτο και ευχάριστο πρόγραμμα στη μέρα τους. Πρέπει να αντιστέκονται στην επιθυμία για παραίτηση και ξεκούραση η οποία οφείλεται στο επώδυνο αίσθημα του πόνου και να συνεχίζουν τις δραστηριότητες τους. Η απόσπαση της προσοχής από τον πόνο και η εστίασή της σε μια δραστηριότητα είναι μια τεχνική στην οποία εκπαιδεύονται τα άτομα αυτά και μπορεί να οδηγήσει σε πιο λειτουργική καθημερινότητα.

5. Η σωματική άσκηση αερόβιου τύπου βοηθά στην ενδυνάμωση των μυών και των αρθρώσεων, στην παραγωγή ενδορφινών και σεροτονίνης, ορμόνες οι οποίες έχουν αναλγητική και αντικαταθλιπτική δράση παρόμοια με εκείνη των φαρμάκων και προάγουν τη μείωση του πόνου. Τα άτομα αυτά πρέπει να εντάξουν στην καθημερινότητα τους 20 λεπτά αερόβιας άσκησης.

6. Η εισαγωγή μικρών ευχάριστων συνηθειών, όπως μια δραστηριότητα, μια βόλτα στην φύση ή η επαφή με αγαπημένα πρόσωπα μπορούν να λειτουργήσουν ως την καλύτερη φαρμακευτική αγωγή κατά του πόνου και να προσφέρουν ανακούφιση στο άτομο.

7. Τέλος, η εξειδικευμένη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του νοσήματος.

Παρόλο που ο χρόνιος πόνος είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, στην ουσία του δεν διαφέρει από ένα ψυχολογικό νόσημα, όπως είναι η κατάθλιψη ή η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή και πρέπει να το διαχειριζόμαστε αντίστοιχα. Ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στον πόνο είναι αποτέλεσμα μάθησης και επηρεάζεται από τον τρόπο που σκεφτόμαστε και από την διάθεσή μας.

Συνεπώς, το άτομο μπορεί να εκπαιδευτεί στη διαχείριση του πόνου μέσα από την υιοθέτηση συγκεκριμένων συμπεριφορών και την αλλαγή στον τρόπο που σκέπτεται, ώστε να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του και να απαλλαγεί από τον πόνο.

 

Βιβιάννα Κόμπουλη, Κλινική ψυχολόγος, Msc.- Εκπαιδευόμενη Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεύτρια

Πηγή: psychologynow.gr

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.