Χορός πάνω στα αποκαΐδια

Aπό την πειρατεία του 2012 στην πειρατεία του 2020, το πτώμα της «Ελευθεροτυπίας» κλείνει 8 χρόνια σκυλέματος.

Νίκος Παπαδογιάννης 10/01/2020 | 15:59

Στη χώρα-μπορντέλο όπου όλα επιτρέπονται και η ασυδοσία είναι το μεσαίο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας, δεν αποτελεί έκπληξη η ανεξέλεγκτη λειτουργία ιστοσελίδας που χρησιμοποιεί το όνομα «Ελευθεροτυπία». Το πλαισιώνει μάλιστα με ένα σκίτσο τοξοβόλο που παραπέμπει ευθέως στο γνωστό σύμβολο της εφημερίδας, με το ακόντιο-πενάκι.

Το κόλπο, άλλωστε, είναι δοκιμασμένο με επιτυχία στο πρόσφατο παρελθόν. Όταν πρωτοκυκλοφόρησε η «Εφημερίδα των Συντακτών», ιδιοποιήθηκε όσα μπορούσαν να παραπέμψουν στην παλαιά «Ελευθεροτυπία» στα κουρασμένα μάτια του επίδοξου αναγνώστη: γραμματοσειρές, σύμβολα, στήλες, σλόγκαν (αφού η «Ε» ήταν η ορίτζιναλ εφημερίδα των συντακτών), ρητορική, τα πάντα όλα.

Ακόμα και η ίδια η λέξη «ελευθεροτυπία» εμφανιζόταν στο αρχικό μόττο της, ώστε να τσιμπήσουν όσο γίνεται περισσότεροι στο περίπτερο. Και τσίμπησαν πολλοί.

Για να μη κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, η γέννηση της «Εφ.Συν.» προήλθε από το σπέρμα δημοσιογράφων που καπηλεύτηκαν την απεργία των εργαζομένων της «Ελευθεροτυπίας», σαμποτάροντας κάθε προσπάθεια για εξεύρεση λύσης, την ίδια ώρα που προετοίμαζαν πλησίστιοι την έκδοση νέου, «δίδυμου» φύλλου, ώστε να εκμεταλλευτούν το κενό.

Μάλιστα η νεοσύστατη εφημερίδα στεγάστηκε στα παλαιά γραφεία στην οδό Κολοκοτρώνη, με όσα αυτό μπορεί να σηματοδοτεί στη σημειολογία του εγχειρήματος.

Ακόμα και σήμερα, πολλοί ανυποψίαστοι πολίτες πιστεύουν ότι η κατά τ’ άλλα αξιόλογη «Εφ.Συν.» αποτελεί …συνέχεια της «Ελευθεροτυπίας» και σάρκα από τη σάρκα της, ενώ στην πραγματικότητα θεμελιώθηκε πάνω στα αποκαϊδια της, όσο αυτή ακόμη φλεγόταν.

Οι κυνικοί πίσω στη Μίνωος την αποκαλούσαν «εφημερίδα των πειρατών», αλλά δεν πρόκειται να πάω τόσο μακριά. Άλλωστε, έφαγαν και τρώνε ψωμάκι πολλοί συνάδελφοι στο νέο μαγαζί και αυτό, τελικά, είναι το μέγα κέρδος. Η δε σημερινή «Εφ.Συν.» δεν στελεχώνεται απαραίτητα από τους πρωτεργάτες της …επανάστασης.

Τα παραπάνω είναι γνωστά σε όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ του τύπου και ιδίως σε εκείνους που έζησαν από μέσα το δράμα της ξεκληρισμένης «Ελευθεροτυπίας».

Η πτωχευμένη εταιρία βρίσκεται την τελευταία τριετία σε διαδικασία εκκαθάρισης, ώστε να αποζημιωθούν από τα όποια έσοδα των πλειστηριασμών εκατοντάδες εργαζόμενοι που έμειναν άνεργοι και απλήρωτοι.

Ο υπογράφων έχει να λαμβάνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ και ψάχνει εδώ και χρόνια τρόπο να κατευνάσει τον εκνευρισμό που αισθάνεται, όποτε θυμάται τα γεγονότα του 2011-2.

Η «Ελευθεροτυπία» ξανακυκλοφόρησε, σε δεύτερη φάση, παράλληλα με την «Εφ.Συν.», αλλά τίποτε πια δεν θύμιζε τα παλιά. Όταν έβαλε λουκέτο οριστικά και αμετάκλητα, άφησε πίσω της όχι μόνο νέα χρέη, αλλά και νέα φαινόμενα εκφυλισμού.

Βεβαίως, αυτός είχε προκύψει από παλιά, όταν ξεθώριασαν οι αρχές και μούδιασαν τα αντανακλαστικά όσων την υπηρετούσαν από θέσεις ευθύνης. Προφανώς δεν είναι τυχαίο, ότι αρκετοί πρωτοκλασάτοι συντάκτες ή συνεργάτες της βρέθηκαν αργότερα – ακόμη και σήμερα - να υπηρετούν όλα όσα η «Ελευθεροτυπία» πολεμούσε και κατήγγελλε.

Κάποτε, τόλμησα να εγκαλέσω ιδιωτικά τον (φίλο) Θάνο Μικρούτσικο, επειδή «ευλόγησε» με τη μελωδική παρουσία και με το ανάστημά του τα τρίχρονα της εφημερίδας που παρίστανε τη …νέα «Ελευθεροτυπία».

Παραθέτω εδώ την απάντηση του συνθέτη, χωρίς άλλα δικά μου σχόλια. Νομίζω ότι λέει πολλά, τόσο για τις παθογένειες της «Ελευθεροτυπίας» στο πέρασμα των χρόνων, όσο και για τον ίδιο τον Μικρούτσικο. Η ημερομηνία του σημειώματος είναι η 13η Νοεμβρίου 2015:  

«Φίλε Νίκο, 

Πήρα το σημείωμά σου και το διάβασα προσεχτικά. Σε ό,τι αφορά τη “σκληρή” και τη “συμβιβαστική” γραμμή δε θα μπορούσα να έχω άποψη. Αυτή η ιστορία εδώ και 100 χρόνια είναι πάντοτε παρούσα στην ιστορία του εργατικού κινήματος και άλλοτε δικαιώθηκε η μια και άλλοτε η άλλη. Είχαμε δηλαδή πολλές περιπτώσεις άσκησης επαναστατικής γυμναστική,  αλλά και πολλές περιπτώσεις συμπόρευσης με την εξουσία. 

Στην Ελευθεροτυπία ειδικότερα αυτό συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν. Τα όρια της ελευθερίας των συντακτών της έφταναν μέχρις εκεί που άρχιζε το συμφέρον του Τεγόπουλου. Και ορισμένοι δημοσιογράφοι που ξεκίνησαν με επαναστατικές σημαίες έγιναν ιδεολόγοι- υποτακτικοί στο μεγάλο αφεντικό.

Υπήρξα για χρόνια θύμα της Ελευθεροτυπίας με συκοφαντικούς ισχυρισμούς που είχαν ως στόχο να βλάψουν την ηθική μου υπόσταση (πχ πρωτοσέλιδο τον Μάρτιο του 1994 ότι είμαι υπεύθυνος για το θάνατο της Μελίνας Μερκούρη). Ουδείς εκ των δημοσιογράφων της Ελευθεροτυπίας ή της σημερινής ΕφΣυν αντέδρασε.

Συνεπώς Νίκο μου, όλα είναι σχετικά. Απλώς όταν επανέρχονται στη μνήμη μόνο θλίψη και αηδία σου δημιουργούν. Για την ιστορία, μία φίλη μου τηλεφώνησε και με παρακάλεσε να παίξω μερικά τραγούδια για τα τρίχρονα της ΕφΣυν. 

Όσα περιγράφεις για τα γεγονότα που συνέβησαν πριν τρία χρόνια δεν τα γνώριζα, αλλά ακόμα και αν τα γνώριζα πως θα μπορούσα εγώ να κρίνω; 

Εδώ φίλε Νίκο ο αγαπημένος μου Φίλιππος Συρίγος δεν αντέδρασε στα 150 εμετικά κείμενα του Βότση που με ανέφερε ως υπάλληλο του Λαμπράκη. Γνωρίζεις ότι το ξεπέρασα και με τον Φίλιππο γίναμε πολύ καλοί φίλοι. 

Πάντως έτσι κι αλλιώς το ενημερωτικό σου γράμμα ήρθε πολύ αργά και δε θα μπορούσε να αλλάξει κάτι σχετικά με τη συμμετοχή μου σήμερα το βράδυ.

Πολύ φιλικά 

Θάνος»

Τέσσερα χρόνια και δύο μήνες αργότερα, το πτώμα της «Ελευθεροτυπίας» εξακολουθεί να σκυλεύεται, πότε από τους αυτόκλητους αποδέκτες της κληρονομιάς (βαριάς ή λιγότερο βαριάς, αυτό θα το κρίνει η ιστορία), όσο και από κάποιον ιδιώτη που δηλώνει νόμιμος ιδιοκτήτης του διαδικτυακού domain name και ταυτόχρονα …χομπίστας.

Είναι πρόθυμος, λέει, να φιλοξενήσει και κείμενα των άλλοτε συντακτών της εφημερίδας. Α, μας εύχεται και καλή τύχη στον αγώνα μας, τον οποίο «κατανοεί απόλυτα».

Όλα ανεξαιρέτως τα κείμενα της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας του είναι ανώνυμα.  Τα στοιχεία του διαχειριστή δε φαίνονται πουθενά. Και κάτω-κάτω, η σελίδα του γράφει: «Privacy Policy / ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ © 2018 / All Rights Reserved»  

Αλίμονο δα, δεν αφήνονται στην τύχη τέτοια πράγματα. Λίγο ακόμη και θα μας ζητηθεί να πληρώσουμε δικαιώματα, για τα θέματα που επί τρεις δεκαετίες γράφαμε στην κανονική «Ελευθεροτυπία».