Χαμαλίδου στο Κουτί της Πανδώρας: «Στον αθλητισμό υπάρχει έντονη λεκτική και ψυχολογική βία»

Η Ιωάννα Χαμαλίδου, διεθνής με την Εθνική Ελλάδας και παίκτρια της ισπανικής Μπανταχόθ, σε μια μεγάλη συνέντευξη στο Κουτί της Πανδώρας για τη ζωή ενός κοριτσιού που έμαθε να ονειρεύεται και να ξεπερνά κάθε εμπόδιο, αγκαλιά με μια μπάλα.

Θάνος Σαρρής 03/03/2021 | 11:35

Bullying, βία, χαμένες φιλίες. Ποδόσφαιρο σε πείσμα των καιρών. Τίτλοι με τον ΠΑΟΚ, εθνόσημο, μεταγραφή στο εξωτερικό, μπάλα στην πρωταθλήτρια Τουρκίας, φόβοι που αποδείχθηκαν αβάσιμοι. Κι έπειτα η πανδημία, ο περιπετειώδης επαναπατρισμός, ο αγώνας για ατομικές προπονήσεις σε συνδυασμό με μια επικίνδυνη δουλειά, η παντελής απουσία πλάνου στην Εθνική ομάδα, ο σεξισμός και ένα βραβείο από τον σύνδεσμο των ποδοσφαιριστών για το θάρρος της να μιλήσει.

Η 24χρονη Ιωάννα Χαμαλίδου έμαθε από μικρή να μην κάνει πίσω στα προβλήματα. Σκλήρυνε από νωρίς και άφησε το όνειρό της να την οδηγήσει στα δύσκολα. Το 2011 εντάχθηκε στον ΠΑΟΚ, με τον οποίο κατέκτησε επτά πρωταθλήματα και πέντε Κύπελλα, έπαιξε στην Ευρώπη και έγινε διεθνής. Έπειτα από ένα πέρασμα από τον Άρη, πήγε στη Ζαραγόσα της Ισπανίας κι έπειτα στην τουρκική Μπεσίκτας. Η πορεία ήταν συνεχώς ανοδική, μέχρι που ξέσπασε ο Covid-19. Η Ιωάννα επαναπατρίστηκε για τη Δόξα Δράμας, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τα βγάλει πέρα και πριν από λίγο καιρό, γύρισε στην Ισπανία για την Μπανταχόθ. Στο μεταξύ, βραβεύτηκε από τον ΠΣΑΠ για την απόφασή της να εκφράσει δημόσια τις δυσκολίες και τις προκαταλήψεις που συναντούν οι γυναίκες στο ποδόσφαιρο.  Ήταν την περίοδο που η Εθνική είχε μείνει για καιρό απροπόνητη, παρατημένη στη μοίρα της και πήγε να παίξει επίσημο ματς με μια μεγάλη δύναμη του ποδοσφαίρου γυναικών, τη Γερμανία, για να δειχθεί στη συνέχεια αρνητικά και σεξιστικά σχόλια.

Η Ιωάννα Χαμαλίδου έχει αποδείξει την ειλικρίνειά της εντός κι εκτός γηπέδου. Μιλάει, λοιπόν, στο Κουτί της Πανδώρας για θέματα που αφορούν όχι μόνο το ποδόσφαιρο και την κατάστασή του, αλλά και για τα πιο σημαντικά ζητήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας.

Ας ξεκινήσουμε λίγο ανάποδα. Είχες προαναγγείλει την επιστροφή σου στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Πώς είναι τα πράγματα στην Μπανταχόθ;

«Μετά από έναν χρόνο ακριβώς επιστρέφω στην Ισπανία και το ισπανικό πρωτάθλημα, μια πολύ εύκολη επιλογή για εμένα. Παρόλο που το καλοκαίρι αποφάσισα και υπέγραψα σε ελληνική ομάδα και συγκεκριμένα στη Δόξα Δράμας, η κατάσταση που επικρατούσε και οι φάσεις του κορωνοϊού μου έλυσαν τα χέρια και μου έδωσαν μια ξεκάθαρη επιλογή, να φύγω ξανά από τη χώρα μου. Εδώ τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα. Είναι μια χώρα, η οποία σέβεται τον αθλητισμό και τους αθλητές της. Υπάρχει μεγαλύτερη οργάνωση και τηρούνται όλα τα μέτρα, έτσι ώστε να μπορούν να διεξάγονται οι κανόνες κανονικά».

Πριν από λίγο καιρό βραβεύτηκες από τον ΠΣΑΠ για «την απόφασή σου να εκφράσεις δημόσια τις δυσκολίες και τις προκαταλήψεις που συναντούν οι γυναίκες στο ποδόσφαιρο». Προφανώς, εσύ δεν το έκανες περιμένοντας κάποιο βραβείο, το εξέλαβες όμως ως μια αναγνώριση για τη στάση σου και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο γυναικών;

«Ναι, προφανώς δεν περίμενα οποιαδήποτε βράβευση ή αναγνώριση. Το έκανα ξεκάθαρα γιατί έχω απηυδήσει μετά από τόσα χρόνια στον επαγγελματικό αθλητισμό, βιώνοντας όλες τις δυσκολίες που υπάρχουν και βλέποντας ότι δεν υπάρχει φως στο τούνελ. Δεν υπάρχει καμία βελτίωση και παρόλο που η FIFA χορηγεί προγράμματα προς ανάδειξη του ποδόσφαιρου, δεν βλέπουμε καμία απολύτως κίνηση. Ούτε εγώ, ούτε οι συμπαίκτριές μου, είτε παίζουν Α’ Εθνική, είτε Β’ είτε Γ’, σε οποιαδήποτε κατηγορία. Προφανώς και το βραβείο με χαροποίησε ιδιαίτερα γιατί όπως είπα, εκτός από τα πεπραγμένα μου ως αθλήτρια, θα μου δείχνει στο μέλλον ότι και ως άνθρωπος πάλεψα για τα αυτονόητα, για εμένα, για τις κοπέλες για το άθλημα».

Άλλαξε τίποτα μετά τα όσα είπες;

«Όχι, δεν έχει αλλάξει κάτι και να πω την αλήθεια δεν είμαι αισιόδοξη για το μέλλον, ότι θα αλλάξει κάτι ριζικά. Αυτό όμως το γνωρίζουμε ήδη εμείς οι παίκτριες και οι παράγοντες των γυναικείων σωματείων. Αυτό που ευελπιστούμε και προσπαθούμε είναι τουλάχιστον να μαθαίνουν όλο και περισσότεροι για την ύπαρξη του ποδοσφαίρου γυναικών. Γιατί δύο, τρία άτομα να μάθουν από τις δικές μας αναρτήσεις, για εμάς είναι κέρδος».

Για όλο αυτό το απαράδεκτο μπάχαλο που προηγήθηκε του αγώνα της Εθνικής με τη Γερμανία, που δηλαδή σας είχαν αφήσει χωρίς προπονήσεις πριν από επίσημο ματς με ένα ποδοσφαιρικό μεγαθήριο, για το οποίο δεν ξέρατε καν αν θα γίνει, βγήκε κανείς να απολογηθεί; Να σας δώσει μια εξήγηση;

«Όχι, δεν βγήκε κανείς να απολογηθεί. Δεν μας έχει δώσει κανένας εξηγήσεις. Είμαστε κι εμείς, μαζί με τους υπόλοιπους συμπολίτες μας, που δεν ξέρουμε ούτε πόσο θα διαρκέσει το κάθε lockdown, ούτε ποιοι τομείς ανοίγουν, ούτε ποιοι θα παραμείνουν κλειστοί. Δεν γνωρίζουμε τίποτα. Και μπήκαμε μπροστά μόνο εμείς οι παίκτριες, οι οποίες είχαμε να αντιμετωπίσουμε από τη μία τη δυσκολία του αγώνα, απροπόνητες και φυσικά τις αντιδράσεις του κόσμου, που ήταν σαν να φταίγαμε εμείς. Ενώ ουσιαστικά ρισκάραμε την υγεία μας, τη σωματική μας κατάσταση, κανείς δεν βγήκε να μας μιλήσει, να μας συγχαρεί. Κανένας δεν υπήρχε μετά τον αγώνα, δεν συναντηθήκαμε με κανέναν, δεν μας μίλησε κανένας. Τίποτα, απόλυτο σκοτάδι».

Ποια είναι η στάση της Ομοσπονδίας προς την Εθνική και το ποδόσφαιρο γυναικών γενικότερα;  Βλέπουμε ότι η FIFA και η UEFA χρηματοδοτούν τις υποδομές. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα FIFA Forward προβλέπει 500.000 ευρώ μόνο για το ποδόσφαιρο γυναικών σε κάθε ποδοσφαιρική εθνική Ομοσπονδία. Βλέπεις εσύ αλλαγή σε επίπεδο υποδομών;

«Στην Εθνική ομάδα γυναικών έχουν υπάρξει αλλαγές, βλέπουμε βήματα. Με αργούς ρυθμούς βέβαια, όμως βλέπουμε. Υπάρχει ένα πολύ ελπιδοφόρο τιμ, με πολύ έμπειρους προπονητές, οι οποίοι έχουν μεράκι και προσπαθούν πραγματικά να μας βοηθήσουν. Από εκεί και πέρα, όμως, το γυναικείο πρωτάθλημα στην Ελλάδα είναι για κλάματα. Ενώ η FIFA προσπαθεί να προωθήσει το ποδόσφαιρο, βλέπουμε ότι εδώ δεν γίνεται τίποτα. Δεν γίνονται έργα».

Από το NBA μέχρι τον Μάρκους Ράσφορντ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και από τον Λιούις Χάμιλτον μέχρι εσένα, τον τελευταίο καιρό οι αθλητές κάνουν τη φωνή τους να ακούγεται δυνατά. Θεωρείς ότι είναι χρέος του αθλητισμού και των ανθρώπων του να μιλούν για θέματα που ξεπερνούν τις γραμμές των γηπέδων;

«Φυσικά και αποτελεί χρέος, γιατί πέραν από αθλητές είμαστε πρώτα από όλα άνθρωποι. Είμαστε συνειδητοποιημένοι πολίτες και φυσικά οφείλουμε να μιλάμε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σε διάφορους τομείς, στους οποίους δραστηριοποιούμαστε. Στην προκειμένη περίπτωση, εμείς το κάνουμε στον τομέα του αθλητισμού. Πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν ασχολούνται με το χώρο, δεν γνωρίζουν. Μόνο έτσι θα γνωστοποιήσουμε τα θέματά μας και στους έξω. Αν δεν μιλάμε, δεν γίνεται τίποτα. Είμαι αυτής της φιλοσοφίας».

Μια φωνή αθλήτριας, της Σοφίας Μπεκατώρου, προκάλεσε ένα ολόκληρο κίνημα και φανέρωσε ένα πολύ σάπιο κομμάτι της κοινωνίας μας. Μίλησες ανοιχτά για τον σεξισμό που έχεις βιώσει. Υπάρχουν και περιστατικά κακοποίησης ή παρενόχλησης; Έχεις ακούσει κάτι για άλλες παίκτριες;

«Δεν μπορώ να μιλήσω για άλλες παίκτριες. Σε προσωπικό επίπεδο, όμως, ευτυχώς δεν έχω έρθει αντιμέτωπη με σεξουαλική παρενόχληση. Ωστόσο, έχω γίνει δέκτης ψυχολογικής και λεκτικής βίας στο χώρο του ποδοσφαίρου. Η μορφή αυτή βίας υπάρχει έντονη στο χώρο του αθλητισμού και πολλοί αθλητές την έχουν βιώσει. Από εκεί και πέρα, έχω βιώσει σωματική βία από το οικογενειακό μου περιβάλλον, κάτι το οποίο με έχει σκληρύνει πολύ σαν άνθρωπο και γι’ αυτό το λόγο ποτέ μα ποτέ δεν λύγισα από την ψυχολογική πίεση που δεχόμαστε όλες στο γυναικείο ποδόσφαιρο και σε πολλά άλλα αθλήματα».

Ο σεξισμός, μέσα από τα σχόλια του κόσμου μετά το ματς με τη Γερμανία, των άρθρων και των Social Media, φαντάζομαι δεν ήταν κάτι που δεν έχεις ξαναδεί. Νομίζω πως, αν και έχουν γίνει αρκετά βήματα, ακόμα υπάρχει κόσμος που θεωρεί το ποδόσφαιρο κατεξοχήν αντρικό άθλημα. Και νομίζω επίσης ότι υπάρχει ριζωμένος σε αρκετά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

«Φυσικά, είμαστε και εγώ και οι υπόλοιπες κοπέλες συνηθισμένες σε τέτοιου είδους κακοήθη σχόλια. Θεωρώ ότι το αντιμετωπίζουμε αυτό από πολύ μικρές, ακόμα και από τον πρώτο καιρό που επιλέξαμε να ασχοληθούμε με το ποδόσφαιρο. Οι αντιδράσεις ήταν πάντα αρνητικές, γιατί ήταν δύσκολο να κατανοήσουν το πώς μία κοπέλα θέλει να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Ναι, είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στην αντίληψη του κόσμου η άποψη ότι είναι ένα ανδροκρατούμενο άθλημα. Πολλές φορές είναι αστείο, πλέον. Με ρωτάνε πώς και ασχολήθηκες με το ποδόσφαιρο. Μια ερώτηση που ίσως φαίνεται απλή, όμως αν κάτσει κάποιος και το σκεφτεί, δεν θα την έκαναν ποτέ σε κάποιο αγόρι, σε κάποιον άνδρα. Για εμάς μοιάζει ως κάτι αφύσικο. Γίνονται βήματα αποδοχής και αυτά με αργό ρυθμό, όμως θεωρώ όλο και περισσότερος κόσμος αρχίζει να αντιλαμβάνεται την ποιότητα που υπάρχει στο χώρο».

Ένα κορίτσι που μεγάλωσε στην επαρχία λατρεύοντας την μπάλα, τι αντιμετώπιση είχε από τον περίγυρό του;

«Μεγάλωσα σε μια πόλη της επαρχίας, τα Γιαννιτσά, η οποία δεν διέθετε καμία υποδομή για γυναικείο ποδόσφαιρο. Έτσι, αναγκαστικά, για να συνεχίσω να ασχολούμαι με το άθλημα έπαιζα στις αλάνες με αγόρια μεγαλύτερης ηλικίας από εμένα. Η αντιμετώπιση του περίγυρού μου θα ήταν αρνητική, θα έλεγα. Πρώτα από όλα από τον στενό οικογενειακό μου κύκλο, όπου δεν δέχονταν την επιλογή μου. Ούσα από παραδοσιακή οικογένεια, μου έλεγαν να ασχοληθώ περισσότερο με τα μαθήματα μου να σπουδάσω, να μην ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο γιατί είναι κάτι που δεν θα μου προσφέρει τίποτα, δεν έχει μέλλον και άλλα διάφορα. Από εκεί και πέρα από τους συμμαθητές μου υπήρχε διάφορων ειδών bullying, κοροϊδία, ακόμα και από φίλες μου. Έχω χάσει αρκετές φιλίες επειδή αρνούμουν να βγω μαζί τους. Προτιμούσα να ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο, να βγω έξω στην αλάνα και να παίξω, ακόμα και μόνη μου. Οι επιλογές μου φυσικά δεν άρεσαν σε πολλούς, αλλά στην τελική, πλέον, σε αυτή την ηλικία που είμαι, σκέφτομαι ότι δεν τους έπεφτε και λόγος, οπότε καλά έκανα και συνέχισα. Είναι πολύ δύσκολο για ένα παιδί να δέχεται τόσο αρνητικά σχόλια για κάτι το οποίο του αρέσει, θέλει να ασχοληθεί μαζί του μελλοντικά και έχει στόχους και όνειρα. Γιατί, καλώς ή κακώς, επηρεάζεται. Κι εγώ επηρεαζόμουν πάρα πολύ. Προσωπικά το έπαιρνα πολύ βαριά, όμως αυτό ταυτόχρονα με πείσμωνε. Ήθελα να τα καταφέρω. Είχα όνειρα. Θυμάμαι, σαν χτες, να λέω σε όλους ότι εγώ θα ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο. Θέλω να ζήσω μέσα από αυτό, θέλω να βγω στο εξωτερικό και να γίνω επαγγελματίας. Πολλοί δεν με πίστευαν. Όμως εγώ, κόντρα σε όλους, δούλεψα, πάλεψα γι’ αυτό που αγαπάω και θεωρώ πως είμαι πάρα πολύ κοντά στο να τα καταφέρω».

Το ξέσπασμα της πανδημίας σε βρήκε στην Τουρκία, να φοράς τη φανέλα της Μπεσίκτας. Παρά την εγγύτητα των δύο χωρών, η απόσταση με την ομάδα αυτή μοιάζει χαώδης. Μπορείς να μας περιγράψεις τις συνθήκες που συνάντησες εκεί;

«Ως Πόντια, όταν υπέγραφα και ταξίδευα προς την Τουρκία, είχα μια μικρή προκατάληψη μέσα μου για το πώς θα με αντιμετωπίσουν, πώς θα μου συμπεριφερθούν. Και χαίρομαι πάρα πολύ που και εγώ και όσοι μου μιλούσαν αρνητικά, βγήκαμε λανθασμένοι. Στην Τουρκία πέρασα υπέροχα. Δεν αντιμετώπισα κανένα περιστατικό ρατσισμού. Ούτε ένα αρνητικό σχόλιο για τον τόπο καταγωγής μου. Το πρωτάθλημα μπορεί να είναι πολύ κοντά στη δική μας πραγματικότητα, η ομάδα όμως που δούλευα ήταν η πρωταθλήτρια της Τουρκίας και πραγματικά είδα μια πρωτοφανή οργάνωση για χώρα που δεν ανήκει στην Ε.Ε. Ήταν πάρα πολύ οργανωμένοι, προσπαθούσαν για τα κορίτσια όλα τα στελέχη, όλη η διοίκηση. Ερχόταν πολύς κόσμος να δει τα παιχνίδια μας. Αγαπούσαν την ομάδα και δεν τους ενδιέφερε αν παίζουν άντρες ή γυναίκες. Το γήπεδό μας ήταν γεμάτο, τουλάχιστον χίλιοι οπαδοί σε κάθε ματς, αριθμός που για το γυναικείο ποδόσφαιρο είναι πολύ υψηλός. Να μην μιλήσω για το ματς με την Ατλέτικο, που είχαν έρθει 33.000 φίλαθλοι στο γήπεδο. Και άλλες 200.000 το παρακολούθησαν online. Νούμερα που ζαλίζουν, νούμερα που θεωρώ, τουλάχιστον στα κοντά, δεν θα δει ποτέ η Ελλάδα. Υπήρχε σοβαρότητα στις προπονήσεις, πολλές διπλές και παρόλο που δεν ήταν επαγγελματίες με όλη τη σημασία της λέξης οι αθλήτριες, τις αντιμετώπιζαν σαν να είναι. Αυτό έφερε αποτελέσματα. Δυστυχώς, η πανδημία διέκοψε το πρωτάθλημα στη μέση, δεν μπορέσαμε να το ολοκληρώσουμε και αυτό οδήγησε και στην αποχώρησή μου».

Πότε κατάφερες τελικά να επιστρέψεις στην Ελλάδα και πώς πέρασες τις μέρες του εγκλεισμού μόνη σου, σε μια ξένη χώρα;

«Η καραντίνα ήταν μια πρωτόγνωρη κατάσταση για όλους μας. Εγώ, στην αρχή να πω την αλήθεια, δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Μου είπαν σταματάνε οι προπονήσεις, υπέθεσα πως απλά δεν θα πηγαίνουμε προπόνηση. Στη συνέχεια, μας είπαν ότι δεν μπορούμε να βγαίνουμε από το σπίτι, με μετέφεραν από το διαμέρισμα που διέμενα στο κλειστό προπονητικό κέντρο, όπου υπήρχαν οι ξενώνες για τους ποδοσφαιριστές. Ουσιαστικά, επειδή ήμουν εγώ και άλλη μια κοπέλα από την Κένυα οι μοναδικές ξένες και οι υπόλοιπες έφυγαν στις πόλεις καταγωγής τους, μείναμε μέσα στο προπονητικό κέντρο. Εκεί υπήρχε η κουζίνα με τους μάγειρες και κάποιοι άνθρωποι για να μπορεί να είναι λειτουργικό και ουσιαστικά ήταν σαν να είμαι υπότροφος σε κολλέγιο, κάπως έτσι. Ευτυχώς το ίντερνετ βοηθούσε πάρα πολύ και για να επικοινωνώ με τους δικούς μου ανθρώπους και για να ψυχαγωγούμαι. Και φυσικά, στην κουζίνα συναντιώμασταν με τα υπόλοιπα μέλη που ήταν εκεί για να φάμε και ουσιαστικά για να κοινωνικοποιηθούμε, γιατί πραγματικά είναι πολύ δύσκολο να είσαι σε μια ξένη χώρα μόνος σου. Στην αρχή το αντιμετώπισα ήρεμα, όσο όμως περνούσε ο καιρός, άρχισα να αγχώνομαι για το τι θα γίνει. Η Τουρκία είναι μια χώρα, στην οποία το καθεστώς είναι πολύ σκληρό. Δεν γνωρίζαμε τίποτα, δεν άφηναν να βγουν στη δημοσιότητα πολλά πράγματα για τον κορωνοϊό. Έτσι, πήρα την απόφαση, αφού μίλησα με την μητέρα μου, να κινήσω διαδικασίες ώστε να φύγω, οδικώς. Ευτυχώς είναι πολύ κοντά η Τουρκιά και είχα τη δυνατότητα, γιατί δεν υπήρχε καμία πτήση. Με πήγαν με το αυτοκίνητο μέχρι τα τουρκικά σύνορα, όπου από εκεί με δύο βαλίτσες στο χέρι περπάτησα μέχρι τα ελληνικά, γιατί απαγορευόταν η διέλευση. Στα σύνορα στον Έβρο, μαζί με άλλα δύο λεωφορεία, με γκρουπ από την Κομοτηνή και την Ξάνθη, έμεινα για 14 μέρες σε καραντίνα σε ξενοδοχείο στην Ξάνθη. Ήταν ένα μακρύ ταξίδι μέχρι τα Γιαννιτσά. Εκεί έκανα άλλες 14 μέρες καραντίνα με επίβλεψη από τους αστυνομικούς, διότι ερχόμουν από το εξωτερικό. Γενικά, ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για εμένα. Ελπίζω να μην επαναληφθεί γιατί τώρα βρίσκομαι ακόμα πιο μακριά, στην Ισπανία και η επιστροφή δεν μπορεί να γίνει οδικώς. Ευελπιστούμε να τελειώσει όλη αυτή η κατάσταση και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα».

Στο διάστημα της επιστροφής σου στην Ελλάδα εργαζόσουν ως delivery, μια δουλειά που βάζει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα. Υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα να ζήσει κάποια παίκτρια στην Ελλάδα μόνο από το ποδόσφαιρο; Θα υπάρξει στο μέλλον;

«Μετά από αυτή την κατάσταση που περιέγραψα, επειδή φοβόμουν για το τι μπορεί να ακολουθήσει και δεν μπορούσε να μου εγγυηθεί κάποιος για το μέλλον, επέλεξα να μείνω στην Ελλάδα, ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορώ να είμαι δίπλα στη μητέρα μου. Έτσι, υπέγραψα με την ομάδα της Δόξας Δράμας, όπου υπήρχαν πολλά γνώριμα πρόσωπα και έτσι θα μπορούσα να νιώθω ασφαλής. Μετακόμισα στη Δράμα, όπου και άρχισα να εργάζομαι και σε ένα μαγαζί στο χώρο της εστίασης. Στην αρχή, που δεν υπήρχε ακόμα η φάση του εγκλεισμού, δούλευα μέσα στο κατάστημα και προπονούμουν ταυτόχρονα. Μετά την επιστροφή μου από τα παιχνίδια με την Εθνική εναντίον της Ουκρανίας και του Μαυροβούνιου, όπου μάθαμε ότι θα γίνει δεύτερο lockdown και έκλεισε το μαγαζί, επειδή σταμάτησαν οι προπονήσεις και εγώ δεν είχα κανένα έσοδο από την ομάδα, επέλεξα να εργαστώ ως delivery, γιατί μόνο έτσι μπορούσε μα λειτουργήσει, για να μπορέσω να έχω τα προς το ζην, να μπορέσω να ανταπεξέλθω. Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για εμένα. Να προπονείσαι μόνη σου τα πρωινά, να προσπαθείς να συντηρήσεις τη φυσική σου κατάσταση, γιατί ξέρεις ότι σε ένα μήνα έχεις παιχνίδι με την Εθνική και μάλιστα εναντίον της Γερμανίας, μα προσπαθείς να προσέχεις, να ανταπεξέρχεσαι σε όλες τις καταστάσεις και να δουλεύεις το βράδυ μέσα στο κρύο. Εκτός από το κρύο, το μηχανάκι είναι επικίνδυνο γενικά. Θεωρώ όμως ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Είναι πολύ δύσκολο για μία παίκτρια να ζήσει αποκλειστικά από το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Τα ποσά που δίνονται είναι μηδαμινά. Είναι ξεκάθαρα για εξτρά από τη βασική σου δουλειά. Δεν ξέρω πότε θα γίνουν αλλαγές και θα είναι ικανές οι παίκτριες να ζουν μόνο από το ποδόσφαιρο. Για εμένα φαντάζει πολύ μακρινό όλο αυτό».

Τι αναμνήσεις έχεις από τον ΠΑΟΚ; Νομίζω πως είναι η πιο οργανωμένη ελληνική ομάδα στα γυναικεία τμήματα.

«Ο ΠΑΟΚ είναι η πρωταθλήτρια ομάδα στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια. Δεν θεωρώ ότι αμφισβητεί κανείς το βεληνεκές και τη δυναμικότητά του. Είναι όντως η πιο οργανωμένη ομάδα στην Ελλάδα και δυστυχώς δεν υπάρχουν άλλες που να έχουν ένα υπόβαθρο, που να υπάρχει μια βάση, κάποιον να συμβάλει ώστε να υπάρξει η σωστή λειτουργία του τμήματος. Ήμουν 8 χρόνια στον ΠΑΟΚ, εκεί ενηλικιώθηκα, μεγάλωσα, έγινα καλύτερη και ως άνθρωπος και ως παίκτρια, γνώρισα πάρα πολλούς ανθρώπους, έκανα πάρα πολλές φιλίες. Έχω πανηγυρίσει, Κύπελλα, πρωταθλήματα, γκολ, έχω κλάψει πολλές φορές, γιατί έτσι είναι το ποδόσφαιρο, μέσα από τις λύπες ενωνόμαστε περισσότερο με τις συμπαίκτριες. Ήταν πολύ όμορφα χρόνια, πάντα θα έχει μια θέση στην καρδιά μου αυτή η ομάδα. Είναι η ομάδα που έκανα το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο, ουσιαστικά τα πρώτα μου βήματα στον επαγγελματικό αθλητισμό».

Η FIFpro άλλαξε το καταστατικό της και πλέον αναγκαστικά το 33% του συμβουλίου πρέπει να αποτελείται από γυναίκες. Επίσης, θεσπίστηκαν υποχρεώσεις και άδεια μητρότητας, γεγονός που προστατεύει τις παίκτριες. Είσαι αισιόδοξη ότι θα δούμε κι άλλα τέτοια βήματα μπροστά στον κόσμο του ποδοσφαίρου γυναικών;

«Όσο η δημοτικότητα του γυναικείου ποδοσφαίρου στον κόσμο ανεβαίνει και σε αυτό βοηθάνε φυσικά οι χώρες της Ευρώπης, αλλά και της Αμερικής, θεωρώ ότι σιγά σιγά θα αρχίσουν να γίνονται βήματα και στην Ελλάδα. Είναι πολύ αισιόδοξο όλο αυτό που γίνεται, έστω και με μικρά βήματα, να γίνονται αλλαγές. Ελπίζω να γίνουν περισσότερες».

Είσαι μια αθλήτρια που πάλεψες πολύ για να παίζεις μπάλα. Κόντρα σε στερεότυπα, σε δυσκολίες, σε έλλειψη επαγγελματισμού. Είχες τον χαρακτήρα για να το καταφέρεις. Τι θα έλεγες σε ένα κορίτσι που ονειρεύεται ακόμα και διαβάζει το πόσο άσχημα είναι τα πράγματα στην Ελλάδα;

«Όταν ήμουν εγώ κοριτσάκι και ονειρευόμουν να παίξω επαγγελματικά ποδόσφαιρο, το είχα εντελώς διαφορετικά στο μυαλό μου. Όταν άρχισα να μπαίνω σ’ αυτόν τον χώρο και να βλέπω τι επικρατεί, απογοητεύτηκα. Οπότε, έχοντας αυτό στο μυαλό μου, θα έλεγα σε αυτό το παιδί, που ξεκινάει τώρα τα πρώτα του βήματα να έχει πολύ γερό στομάχι για όλα αυτά που θα δει, για όλα αυτά που θα ακούσει. Να παλεύει για αυτό που θεωρεί αυτή σωστό κα ηθικό, για τον δικό της εαυτό. Να μην αλλάξει τα θέλω και τα πιστεύω της, να συνεχίσει να παλεύει για τους στόχους που έχει θέσει, παρόλες τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει και τέλος θα έλεγα την αγαπημένη μου πρόταση. Μια πρόταση του Μπρους Λι, που λέει να είσαι νερό, δηλαδή να μπορείς να ανταπεξέλθεις σε οποιαδήποτε κατάσταση βρεις μπροστά σου. Το θεωρώ τρελό προσόν και είναι κάτι που προσπαθώ να κάνω κι εγώ στη δική μου ζωή».