Χάινριχ Μπελ - Ανέκδοτο για την παρακμή του εργασιακού ήθους

Σε ένα λιμάνι στις δυτικές ακτές της Ευρώπης, ένας άνδρας με φθαρμένα και βρώμικα ρούχα βρίσκεται ξαπλωμένος στην ψαρόβαρκα του και λαγοκοιμάται.

NewsRoom 21/12/2018 | 20:54

Ένας καλαίσθητα ντυμένος τουρίστας τοποθετεί ένα έγχρωμο φιλμ στη φωτογραφική του μηχανή για ν' απαθανατίσει την ειδυλλιακή σκηνή: τον γαλάζιο ουρανό, την πράσινη θάλασσα με τις λευκές κορφές των κυμάτων, τη μαύρη βάρκα, το κόκκινο καπέλο του ψαρά. Κλικ. Και ξανά: κλικ, και καθώς όλα τα καλά έρχονται σε τριάδες, και για να 'χει και ήσυχο το κεφάλι του κλικ για τρίτη φορά. 

Ο ξερός και σχεδόν εχθρικός ήχος ξυπνά τον μισοκοιμισμένο ψαρά που νωθρά ανασηκώνεται και νυσταλέα ψαχουλεύει για το πακέτο για τα τσιγάρα του. 

Μα πριν βρει αυτό που αναζητεί, ο πρόθυμος τουρίστας κρατά ένα πακέτο ακριβώς κάτω απ' τη μύτη του ψαρά, βάζοντας ένα τσιγάρο όχι ακριβώς στο στόμα του, αλλά τοποθετώντας το στο χέρι του κι ένα τέταρτο κλικ, αυτό του αναπτήρα, ολοκληρώνει αυτή τη διάπυρη κι ευγενική πράξη.

Αυτή η ανεκτίμητη υπερβολή άκριτης ευγένειας παράγει μια ενοχλητικά άβολη κατάσταση για τον τουρίστα, ο οποίος προσπαθεί να ξεκινήσει τη συζήτηση.

Θα ' ναι καλή η ψαριά σήμερα;

Ο ψαράς κουνά το κεφάλι του αρνητικά.

Μα μου είπανε ότι ο καιρός θα είναι ιδανικός για ψάρεμα.

Ο ψαράς γνέφει καταφατικά.

Δεν θα βγεις, λοιπόν, στ' ανοιχτά για να ψαρέψεις;

Ο ψαράς κουνά ξανά αρνητικά το κεφάλι του κι ο τουρίστας αγχώνεται ολοένα και περισσότερο. 

Σίγουρα ενδιαφέρεται για το καλό αυτού του ανθρώπου με τα κουρελιασμένα ρούχα κι ανησυχεί για αυτή την ευκαιρία που πάει χαμένη.

Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά;

Τελικά, ο ψαράς αποφασίσει να σταματήσει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του σώματος και να μιλήσει.

Νοιώθω υπέροχα ποτέ δεν ήμουν καλύτερα.

Ανασηκώνεται και τεντώνεται για να ξεμουδιάσει, σαν να ήθελε να δείξει την αθλητική κορμοστασιά του. 

Αισθάνομαι τέλεια.

Η έκφραση του προσώπου του τουρίστα φανερώνει μια έντονη δυσφορία. Δεν μπορεί πια να συγκρατήσει την ερώτηση που κοντεύει να τον πνίξει.

Και τότε γιατί δεν πας για ψάρεμα;

Η απάντηση έρχεται γρήγορα και άμεσα.

Επειδή πήγα σήμερα το πρωί.

Ητανε καλή η ψαριά σου;

Η ψαριά μου ήταν τόσο καλή, που δεν χρειάζεται να πάω για δεύτερη φορά. Είχα τέσσερις αστακούς στα ψαροκάλαθα μου και έπιασα σχεδόν δύο ντουζίνες κολιούς. 

Ο ψαράς, έχοντας πια ξυπνήσει για τα καλά, χτυπά κατευναστικά τον τουρίστα στον ώμο. Η ανήσυχη εικόνα του προσώπου του τελευταίου φαίνεται στον ψαρά σαν μια έκφραση αχρείαστης, και παρ' όλα αυτά συγκινητικής αγωνίας.

Εχω αρκετά και για αύριο και για μεθαύριο, λέει για να καθησυχάσει τον ξένο.

Θες ένα τσιγάρο;

Ναι σε παρακαλώ.

Τσιγάρα τοποθετούνται στα στόματα κι ένα πέμπτο κλικ ακούγεται. Ο ξένος, κουνώντας το κεφάλι του, κάθεται στην άκρη της βάρκας και αφήνει χάμω την κάμερα του. Χρειάζεται και τα δυο του χέρια ελεύθερα για να δώσει έμφαση σε αυτά που θέλει να πει.

Δεν θέλω να ανακατεύομαι στις προσωπικές σου υποθέσεις. Σκέψου όμως πως αν πας για ψάρεμα μια δεύτερη, μια τρίτη, ίσως και μια τέταρτη φορά, θα πιάσεις τρεις, τέσσερις, πέντε, μπορεί και δέκα ντουζίνες κολιούς. Για φαντάσου το.

Ο ψαράς γνέφει καταφατικά.

Αν πηγαίνεις όχι μόνο σήμερα, μα κι αύριο και μεθαύριο και κάθε μέρα που θα χει καλό καιρό από δύο, τρεις ή ακόμη και τέσσερις φορές ξέρεις τι θα γίνει;

Ο ψαράς κουνά με απορία το κεφάλι του.

Σ' ένα χρόνο θα μπορέσεις να αγοράσεις μια εξωλέμβια μηχανή, σε δύο χρόνια μια δεύτερη βάρκα, σε τρία ή τέσσερα χρόνια θα μπορείς να πάρεις μια μικρή τράτα. Με δύο βάρκες και μια τράτα θα πιάνεις, ασφαλώς πολύ περισσότερα ψάρια. Και μέρα που θα χεις δύο τράτες θα μπορέσεις να αγοράσεις ένα ιχθυοπωλείο και σύντομα θα μπορείς να έχεις μία βιοτεχνία για το μαρινάρισμα των ψαριών, θα πετάς με ένα ελικόπτερο πάνω απ' τη θάλασσα για να ελέγχεις τα κοπάδια των ψαριών και θα δίνεις μέσω ασυρμάτου οδηγίες στις τράτες σου για να τα πιάσουν. Θα μπορείς να αποκτήσεις το μονοπώλιο του σολομού, να ανοίξεις ένα εστιατόριο με θαλασσινά, να εξάγεις αστακούς στο Παρίσι χωρίς μεσάζοντες και μετά....

Κουνώντας το κεφάλι του λυπημένα, σχεδόν αποκομμένος από την ευχαρίστηση των διακοπών του, κοιτάζει τα νερά που ήσυχα κυλούν στο λιμάνι, εκεί που χαρούμενα χοροπηδούν τα ψάρια.

Και μετά... λέει, μη μπορώντας να αρθρώσει λόγο από την έξαψη του. Ο ψαράς τον χτυπά απαλά στην πλάτη, όπως κάποιος χτυπά ένα παιδί που έχει πνιγεί απ' το φαγητό του.

Και μετά; Ρωτά χαμηλόφωνα.

Μετά, συνεχίζει ο ξένος θα μπορείς να χαλαρώνεις εδώ στην προβλήτα έχοντας ήσυχο το κεφάλι σου, να λαγοκοιμάσαι και να παρατηρείς την όμορφη θάλασσα. 

Μα αυτό κάνω και τώρα, λέει ο ψαράς. Χαλαρώνω εδώ στην προβλήτα έχοντας ήσυχο το κεφάλι μου και λαγοκοιμάμαι. Μόνο ο θόρυβος από τη φωτογραφική μηχανή σου με ενόχλησε. 

Ο τουρίστας βυθίστηκε στις σκέψεις του και τελικά σηκώθηκε και έφυγε. Συνήθιζε να σκέφτεται πως δούλευε για να φτάσει μια μέρα που δεν θα χει ανάγκη να δουλεύει πια.

Ετσι, δεν απέμεινε σε αυτόν κανένα ίχνος οίκτου για τον ψαρά, παρά μόνο λίγη ζήλια. 

Γεννημένος το 1917, ο βραβευμένος το 1972 με το Νόμπελ λογοτεχνίας Γερμανός πεζογράφος Χάινριχ Μπελ καυτηριάζει με αυτό το μικρό κείμενο τη σύγχρονη μορφή εργασίας και την αλλοτρίωση. 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.