«Η ζωή τραβάει την ανηφόρα» - Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909.

NewsRoom 01/05/2020 | 09:30

Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του. Το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

"Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο, ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένεια τους, ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους, ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα".

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955).

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.

Ένας κήπος, ένα φεγγάρι

ένα πουλί από φεγγάρι

σε φωνάζουν. Έλα.

Τα φύλλα ξεχάσανε το χρώμα τους.

Μην αργείς.

Σταχτί χρώμα, σταχτιά σκέψη,

ξεχνάω να δω, ξεχνάω να πάω

— πού πάω;

Φωτεινούλα

πολύ περηφανεύτηκα

πολύ,

είπα:

ορίζω τη ζωή μου

ορίζω το θάνατο.

Κοίτα

τίποτα δεν ορίζω.

Ούτε ένα νύχι

δεν είμαι πιο ψηλός

απ' το μερμήγκι.

Αχ, πίκρα: η πίκρα

με σμίγει πάλι

μ' όλο τον κόσμο

να κλαίω, να κλαίω

με τους φτωχούς

τους πεινασμένους

τους πικραμένους

να κλαίω, να κλαίω

από την πείνα

της αγάπης.

Αχ, Φωτεινούλα,

μικροί-μικροί

ταπεινωμένοι

που 'ναι κ' οι στίχοι,

πικρά-πικρά

που κλαίνε οι στίχοι,

μπροστά στα πόδια σου.

Ντρέπομαι τούτο το χαρτί,

τα λόγια ντρέπομαι,

ντρέπομαι το ποτήρι το νερό

ντρέπομαι που διψάω

ντρέπομαι που πίνω,

κλαίω,

ντρέπομαι που κλαίω.

Κι αχ, αγαπάω τον πόνο μου,

ό,τι από σένα το αγαπάω.

Δεν ξέρω.

Κλαίω.

Δε θέλω.

Το κλάμα λυώνει την καρδιά

λυώνει τη πίκρα.

Όχι.

Θέλω τον πόνο ολόκληρο

όρθιο τον πόνο

πέτρινο

όρθιο κι ακέριο.

Μη φύγεις.

Από τη συλλογή Υδρία (1957-1958)

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, τ. Β΄, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1961, σ. 344-345]

Χαρὰ χαρά.

Δὲ μᾶς νοιάζει

τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας

μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἀγγίξαμε

τὸ μέγα ἄσκοπο

ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.

Ὁ Θεὸς

πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του

στὸ φιλί μας.

Περήφανοι ἐκτελοῦμε

τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.

Ἕνα μικρὸ παράθυρο

βλέπει τὸν κόσμο.

Ἕνα σπουργίτι λέει

τὸν οὐρανό.

Σώπα.

Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας

ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε

μὲς στὸ γαλάζιο βράδι

τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας

καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου

ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει

τὴν εὐτυχία του.

Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.

Εἶδες;

Σιωπή.

Κλεῖσε τὰ μάτια.

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.