Η τέχνη υποκλίνεται στον Γρηγόρη Λαμπράκη

Το βράδυ της 22ας Μαϊου του 1963, ο Γρηγόρης Λαμπράκης πέφτει χτυπημένος, στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Ερμού στη Θεσσαλονίκη, έξω από την αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος.

NewsRoom 03/04/2017 | 19:07

Ο μεγάλος αγωνιστής της αριστεράς που δολοφονήθηκε από το ελληνικό παρακράτος, δεν άφησε ασυγκίνητο τον κόσμο της τέχνης, που έσπευσε να πλαισιώσει με στίχους, ποιήματα, βιβλία, μοιρολόγια, αυτό το συνταρακτικό πολιτικό γεγονός. Και αν πολλά από αυτά, δεν είναι τα καλύτερα που έχουν να αναδείξουν οι ποιητές και οι άνθρωποι της τέχνης κατά τη διάρκεια της σημαντικής διαδρομής τους, είναι όμως τόσο ιστορικά και συγκινησιακά φορτισμένα που αφήνουν πίσω τους μια σπουδαία παρακαταθήκη. Με αφορμή την επέτειο της γέννησης του, ας θυμηθούμε μερικά από αυτά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης θα γράψει στην εφημερίδα «Αθηναϊκή»: «Χάνοντας τον Λαμπράκη, κερδίσαμε χιλιάδες νέους Λαμπράκηδες, χιλιάδες ήλιους που θα θερμαίνουν και θα φωτίζουν τη μνήμη του».

Η πιο διάσημη λογοτεχνική ανάδειξη της δολοφονίας του Λαμπράκη είναι το βιβλίο «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού, ένα μυθιστόρημα που αποτέλεσε και τη βάση ομότιτλης ταινίας του Κώστα Γαβρά.

Το τεύχος 101 της «Επιθεώρησης Τέχνης», που κυκλοφόρησε τον Μάη εκείνο του 1963, περιείχε ένα «Επιτάφιο επίγραμμα του Λαμπράκη», γραμμένο από τον Νικηφόρο Βρεττάκο.

«Σηκώνοντας στους ώμους του το έπαθλο του Μαραθωνίου / ο ωραίος νεκρός κατεβαίνει στον άδη, / κει που οι αιώνιοι Ελληνες τον καρτερούν. Αλλ όμως / τούς πάει μισό τ άγγελμα: ΝΕΝΙΚΗ- / άλλοι σάς φέρνουν πίσω μου το ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ. / Εγώ δεν ήτανε να ρθώ τόσο ενωρίς, εμένα, / στων Πλαταιών τη χώρα και του Μαραθώνα, / με σκοτώσανε οι Πέρσες».

Στις 9 Ιούνη ο Κώστας Βάρναλης δημοσίευσε στην «Αυγή» ποίημα αφιερωμένο στον Γρηγόρη Λαμπράκη με τον τίτλο «Στον εθνικό ήρωα Λαμπράκη». Αργότερα το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Ελεύθερος κόσμος»

Στον ήρωα Λαμπράκη

Σε φάγαν οι φασίστες σκύλοι, Ελλάδα,

με μάσκα ή χωρίς μάσκα, ξένοι, ντόπιοι.

Εσύ ’σουνα, Λαμπράκ’, η αιώνια Ελλάδα,

φως, αρετή, παλικαριά και πρώτος!

Χρόνια και χρόνια, Μάνα οι δουλεμπόροι

σε σούρνανε στη λάσπη και στη νύχτα.

Μα στα κόκαλα μέσα των παιδιώ σου

λαμπάδιαζεν η πάναγνη τιμή σου.

Τ’ άδικον αίμα του παλικαριού μας

κοκκίνισε πελάη, βουνά και κάμπους,

ανάστησε τ’ αρχαία σου μεγαλεία,

Μάνα – πατρίδα, Μάνα – ελευτερία.

Αθάνατε λαέ, της Ιστορίας

εσύ τα περασμένα κι αυριανά!

Δεν άφησες τον ήρωα να πεθάνει.

Απ’ τον τάφο του η νέα ζωή σου αρχίζει.

Όχι κλάμ’, αναστάσιμες καμπάνες

για τη μεγάλη της οργής σου νίκη.

Έδειξες στον οχτρό τη δύναμή σου,

ξέροντας ποιος και πούθε σε χτυπάει.

Κώστας Βάρναλης («Ελεύθερος Κόσμος»).

Ο «Θρήνος του Μάη» γράφτηκε τον Ιούλιο του 1963 από τον Γιάννη Ρίτσο για τον Λαμπράκη.

Έπεσε ο μέγας δρυς στο ματωμένο χώμα

πουλιά και φύλλα στάθηκαν στον ουρανό

βουβή η Ελλάδα τον κρατεί στα δυο της γόνα

πανίσχυρο, γιγάντιο ξίφος φωτεινό.

Κι ενώ η οργή απ’ τους πόρους της αίματα ιδρώνει

τινάζεται όλη ανάμεσα στον άγιο λαό,

κι ολόρθη, τον υψώνει, μεσιανό καδρόνι,

ψηλά, στον θόλο, στης Ειρήνης το ναό.”

Ένα μοιρολόι που αυτοσχεδίασε μπροστά στο κατάφορτο μαγιάτικα λουλούδια φέρετρο του Λαμπράκη η εβδομηντάχρονη Σταυρούλα Ζυγούρη από την Καλαμάτα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στη Μητρόπολη:

«Γρηγόρη, σε φορτώσανε, βαριά είσαι φoρτωμένος. / Γρηγόρη μου, τις μυρουδιές να μην τις εσκορπίσεις, / να τις βαστάς στην Κάτω Γης, στους νιούς να τις δωρίσεις, / να βάλουνε στα πέτα τους να βγούνε στο σεργιάνι. / Γρηγόρη μου, η Κάτω Γης έχει αναστατώσει, / τι έμαθε η λεβεντιά πως κάποιος κατεβαίνει. / Τρέχουνε για συνάντηση, να σε προϋπαντήσουν, / τρέχουν στις βρύσες για νερό, στους κηπουρούς για φρούτα, / και στις καλές νοικοκυρές γι’ αφράτο παξιμάδι. / Τραπέζι σού τοιμάζουνε, Γρηγόρη, να δειπνήσεις / και το κρεβάτι στρώνουνε να πέσεις να πλαγιάσεις».