Οι διαδοχικές αποχωρήσεις των Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ και πλέον του Κιρ Στάρμερ έχουν αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από τη σταθερότητα της βρετανικής πολιτικής ηγεσίας. Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που καταλαμβάνουν την πρωθυπουργία, αλλά και το κατά πόσο το ίδιο το αξίωμα μπορεί να ανταποκριθεί στις σημερινές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.
Η εικόνα θυμίζει μια περίοδο κατά την οποία οι πρωθυπουργοί φαίνεται να εγκαταλείπουν τη θέση τους σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Στρατηγικές αποφάσεις αναβάλλονται, οι μεταρρυθμίσεις αδυνατούν να προχωρήσουν και η πολιτική αντιπαράθεση κυριαρχεί εις βάρος της ουσιαστικής διακυβέρνησης.
Όπως σημειώνει ο Guardian, η περιγραφή αυτή δεν αφορά τη σύγχρονη Βρετανία, αλλά τη Γαλλική Τέταρτη Δημοκρατία (1946-1958), μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας που οδήγησε τελικά στην ανάληψη της εξουσίας από τον Σαρλ ντε Γκωλ και στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού συστήματος.
Ο ιστορικός Άντονι Σέλντον, συγγραφέας του βιβλίου The Impossible Office, υποστηρίζει ότι η σημερινή περίοδος είναι πρωτοφανής για τα βρετανικά δεδομένα. Αν και στο παρελθόν υπήρξαν δεκαετίες με συχνές αλλαγές πρωθυπουργών, οι έξι και πιθανώς σύντομα επτά πρωθυπουργοί από το 2016 και μετά συνιστούν μια μοναδική περίπτωση πολιτικής αναταραχής. Στο ίδιο διάστημα, η χώρα έχει δει επίσης οκτώ υπουργούς Οικονομικών και εννέα υπουργούς Εξωτερικών.
Η συνεχής εναλλαγή ηγεσίας δεν επηρεάζει μόνο τον πρωθυπουργικό θώκο. Κάθε νέος πρωθυπουργός αναδιαμορφώνει το υπουργικό συμβούλιο, επιβραβεύοντας συμμάχους και περιορίζοντας εσωκομματικούς αντιπάλους. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής ανακύκλωση προσώπων που δυσκολεύει τη συνέπεια και τη συνέχεια στη χάραξη πολιτικής.
Η πιο προφανής εξήγηση για αυτή την αστάθεια είναι η οικονομική στασιμότητα. Η βρετανική οικονομία αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα, ενώ οι πολίτες βιώνουν πιέσεις στο κόστος ζωής και περιορισμένες προοπτικές βελτίωσης. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Μεγάλη αστάθεια και οικονομική στασιμότητα
Το μεταπολεμικό ταξικό δίπολο έχει δώσει τη θέση του σε πολλαπλές και αλληλοεπικαλυπτόμενες διαιρέσεις: το Brexit, οι πολιτισμικές συγκρούσεις, οι διαφωνίες γύρω από διεθνή ζητήματα όπως η Γάζα, αλλά και το αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στις παλαιότερες γενιές ιδιοκτητών ακινήτων και τους νεότερους ενοικιαστές.
Ο ιστορικός Σουντίρ Χαζαρεσίγνκ επισημαίνει ότι παρόμοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν και στη Γαλλία της δεκαετίας του 1950. Η συσσώρευση πολλών πολιτικών και κοινωνικών διχασμών οδήγησε σε κατακερματισμό του εκλογικού σώματος και σε αδυναμία σχηματισμού σταθερών κυβερνήσεων.
Στη σύγχρονη εποχή των κοινωνικών δικτύων, όπου οι συγκρούσεις ενισχύονται και αναπαράγονται διαρκώς, η οικοδόμηση και διατήρηση ενός ευρέος πολιτικού συνασπισμού γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Η προσέγγιση του Μπόρις Τζόνσον αποτέλεσε μια προσπάθεια υπέρβασης αυτών των διαιρέσεων, χωρίς όμως να καταφέρει να μεταφραστεί σε συνεκτικό κυβερνητικό έργο.
Για τον Στάρμερ, ο Guardian υποστηρίζει ότι το βασικό πρόβλημα ήταν η αδυναμία κατανόησης των βαθύτερων κοινωνικών δυναμικών. Αντί να προωθήσει μια πιο φιλόδοξη οικονομική ατζέντα που θα μπορούσε να γεφυρώσει τις διαφορές, επέλεξε να επενδύσει σε έναν πιο συντηρητικό πολιτισμικό λόγο, ο οποίος τελικά δεν κατάφερε να διαμορφώσει μια σταθερή πλειοψηφία.
Παρά τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις, η ιστορικός Μάργκαρετ ΜακΜίλαν θεωρεί ότι η λύση δεν βρίσκεται στον περιορισμό της πολιτικής, αλλά στην καλύτερη άσκησή της. Υποστηρίζει ότι οι ηγέτες οφείλουν να απευθύνονται στις καλύτερες πλευρές της κοινωνίας, εξηγώντας με ειλικρίνεια την ανάγκη για προσπάθεια, θυσίες και χρόνο προκειμένου να επιτευχθούν ουσιαστικές αλλαγές.
Η εμπειρία της Γαλλίας μετά την άνοδο του Ντε Γκωλ προσφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα. Παρότι η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε συχνά αυταρχική, κατάφερε να προσφέρει σταθερότητα και να προωθήσει σημαντικά έργα υποδομής, μειώνοντας τη διαρκή πολιτική αναταραχή που είχε προηγηθεί.
Το βασικό δίδαγμα, καταλήγει ο Guardian, είναι ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν προκύπτουν από την απομάκρυνση της πολιτικής από τη δημόσια ζωή, αλλά από την αποτελεσματική και υπεύθυνη άσκησή της. Το ερώτημα για τη Βρετανία είναι αν η επόμενη ηγεσία θα μπορέσει να εφαρμόσει αυτό το μάθημα πριν η κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα γίνει ακόμη βαθύτερη.
Διαβάστε επίσης:
Ηνωμένο Βασίλειο: «Δεν παραιτούμαι», η απάντηση Στάρμερ στην είσοδο Μπέρναμ στη Βουλή
Βρετανία: Τρίζει η καρέκλα του Στάρμερ – Ο εσωτερικός αντίπαλος που κερδίζει πόντους
Ηνωμένο Βασίλειο: «Αναστήθηκε» στο Εφετείο ο «τρομοκρατικός» χαρακτήρας της Palestine Action
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια