Γράμμα ευγνωμοσύνης για τους Έλληνες από μια οικογένεια από την Ουκρανία…

Η Ελλάδα είναι οι άνθρωποί της. Και μόνο αυτό. Κατάλαβα σε αυτούς τους δυο και πλέον μήνες που φιλοξενηθήκαμε σε μια μονοκατοικία στην Βαρυμπόμπη -μπαρουτοκαπνισμένη και αυτή όχι από πόλεμο αλλά από τις φωτιές του περασμένου Αυγούστου- πως οι Έλληνες είστε σπουδαίος λαός. Όπως ακριβώς είμαστε και εμείς. Ταλαιπωρημένοι, βασανισμένοι, αλλά φιλότιμοι και τίμιοι.

NewsRoom 17/05/2022 | 12:41

«Ελλάδα είναι οι άνθρωποι της. Ταλαιπωρημένοι, βασανισμένοι, αλλά φιλότιμοι και τίμιοι. Και πάνω από όλα άνθρωποι της προσφοράς. Νιώθουμε απέραντη ευγνωμοσύνη για όσα μας δώσατε απλόχερα..» γράφει στο γράμμα της η Τζούλι που με την οικογένεια της έφυγαν σαν κυνηγημένοι από το Κίεβο για να γλιτώσουν τα δεινά του πολέμου, αναζητώντας ξανά την ελπίδα…

«Γειά σας φίλοι μου!». Είμαι η Τζούλι και βρίσκομαι αυτή τη στιγμή στο Munchwilen, ένα μικρό χωριό στην Ελβετία, μόλις 5 λεπτά από τα σύνορα με Γερμανία.  Βρέθηκα εδώ με την οικογένειά μου εντελώς τυχαία, καθώς ήταν η πρώτη στάση που κάναμε από την στιγμή που μας έβγαλε το πλοίο της Grimaldi στην Ανκόνα, γιατί χρειαζόμασταν ίντερνετ ώστε να επικοινωνήσουμε με την οικογένεια που αφήσαμε στην Ελλάδα και να τους πούμε πως είμαστε ασφαλής και καλά. 

Έχουν περάσει σχεδόν πενήντα ώρες που αφήσαμε την Ελλάδα και την Βαρυμπόμπη και ήδη νιώθουμε δεύτερη φορά κυνηγημένοι από τον τόπο μας. Η πρώτη ήταν στα τέλη Φεβρουαρίου που αφήσαμε το σπίτι μας στο Κίεβο και την χώρα μας την Ουκρανία για να σωθούμε. Η Ελλάδα μέσα σε δυο μήνες έγινε η δεύτερη πατρίδα μας. Και θα παραμείνει στην καρδιά μας ως μια ακόμα ευλογία στη ζωή μας. 

Αλλά επιτρέψτε μου καλοί μου φίλοι να μιλήσω ειλικρινά και όπως νιώθω. Η Ελλάδα είναι οι άνθρωποί της. Και μόνο αυτό. Κατάλαβα σε αυτούς τους δυο και πλέον μήνες που φιλοξενηθήκαμε σε μια μονοκατοικία στην Βαρυμπόμπη -μπαρουτοκαπνισμένη και αυτή όχι από πόλεμο αλλά από τις φωτιές του περασμένου Αυγούστου- πως οι Έλληνες είστε σπουδαίος λαός . Όπως ακριβώς είμαστε και εμείς. Ταλαιπωρημένοι, βασανισμένοι, αλλά φιλότιμοι και τίμιοι. Και πάνω από όλα άνθρωποι της προσφοράς. Νιώθουμε απέραντη ευγνωμοσύνη για όσα μας δώσατε απλόχερα. Ξεχάσαμε τα βάσανα μας… σχεδόν. 

Από που να αρχίσω… Όταν φεύγεις κυνηγημένος από το σπίτι σου και την χώρα σου, το μόνο που σκέφτεσαι είναι πως θα σώσεις αρχικά τα τρία ανήλικα παιδιά σου και στη συνέχεια τον εαυτό σου για να τα φροντίσεις. Αφήσαμε το Κίεβο χωρίς να πάρουμε ούτε τα απαραίτητα. Μια μικρή βαλίτσα, διαβατήρια, τα δυο ζωάκια μας και μια φωτογραφία. Φτάσαμε στην Ελλάδα μετά από μεγάλη ταλαιπωρία και βρήκαμε ένα σπίτι. Ένα κανονικό σπίτι που είχαμε τα δωμάτιά μας και αγάπη. Αυτό το σπίτι ήταν περισσότερο από «ντουβάρια» όπως συνηθίζει να λέει η ιδιοκτήτριά του. Ήταν το σπίτι μας. Το αγαπήσαμε γιατί μας φρόντισε. 

Μας φρόντισαν όλοι αυτοί οι φίλοι της δικιάς μας Ρούλας που μέσα σε δυο μέρες μας είχαν φέρει άπειρα ρούχα και παπούτσια για όλους. Και μπουφάν και παιχνίδια και ζωγραφιές αγάπης. Μέχρι και από Θεσσαλονίκη μας έστειλε δέμα η Χριστίνα με την κόρη της τη Δανάη. Εκεί που είμαστε όλοι με μια αλλαξιά, βρεθήκαμε με γκαρνταρόμπα κανονική. 

Μας βοήθησαν οι οδοντίατροι Ανδρέας Τραχείλης που μας βρήκε αμέσως λύση στο πρόβλημα που είχαν τα δύο κορίτσια μου με τα σιδεράκια. Το ραντεβού μας στο Κίεβο ήταν για 15 Μαρτίου και μας πρόλαβε ο πόλεμος. Ο κ Τραχείλης μαζί με τον ξάδελφό του επίσης οδοντίατρο Γιάννη Παναγιωτίδη, αμφότεροι ομιλούντες άψογα Ρωσικά μας έλυσαν το πρόβλημα της συντήρησης στα κορίτσια αλλά και στην μητέρα μου που είχε θέμα με τα προσθετικά της και απαρνήθηκαν κάθε αμοιβή. Μας έκανε ένα υπέροχο τραπέζι ο Λεμονόκηπος στη Νέα Φιλαδέλφεια που δεν θέλαμε να τελειώσει. Μας έφερνε σχεδόν καθημερινά φρούτα και λαχανικά το vegie Stοry στην Βαρυμπόμπη και δεν δεχόταν επ’ ουδενί χρήματα. Το ίδιο συνέβη και με το συνεργείο που χρειάστηκε να πάμε το αυτοκίνητο γιατί παρουσίασε βλάβη η μηχανή. Ο Βασίλης Μπατσούλης αν και δεν είχαμε Mercedes μας έδωσε λύση εννοείται χωρίς να μας πάρει χρήματα γιατί «η οικογένεια της Ρούλας είναι και δική μου οικογένεια» όπως μας είπε.

Μέχρι και κούρεμα κάνανε οι δυο άντρες μου (γιατί πλέον είχαμε αρχίσει να κρύβουμε τα λαστιχάκια στο σπίτι), στο υπέροχο κομμωτήριο της Χριστίνας Λάμπρου και όταν ζητήσαμε το λογαριασμό, πληρώσαμε σε αγκαλιές. Πόση αγάπη πήραμε!!! Τρέμω μην ξεχάσω κάποιον, αλλά το θεωρώ πολύ πιθανό γιατί η αγάπη που λαμβάναμε ήταν τόσο μαζική που πραγματικά πρέπει να δω το ημερολόγιο μου μέρα μέρα ώστε να μην ξεχάσω πόσο ευλογημένες ήταν όλες. Και όλοι αυτοί ήταν Έλληνες, άγνωστοι σε εμάς. 

Είχα προσπαθήσει να συγκρατήσω με κάθε τρόπο τον εαυτό μου να μην κλάψει για την κατάσταση μας, αλλά λύγισα όταν πήγα με τα δύο μικρά μου, την Λίζα και τον Σάσα στο δημοτικό σχολείο Βαρυμπόμπης. Το συζητήσαμε το βράδυ με τη Ρούλα, μιας και το σχολείο ήταν στα πενήντα μέτρα από το σπίτι, το πρωί σταμάτησε και μίλησε στην διευθύντρια και σε τρεις μέρες τα παιδιά μου βρέθηκαν στην τάξη. Με απίστευτη υποδοχή από όλους. Οι ζωγραφιές που τους έφτιαξαν την πρώτη μέρα στο σχολείο θα στολίζουν τα καινούρια τους δωμάτια στο σπίτι που θα μας υποδεχτεί στο Κένταλ της Αγγλίας, που είναι ο τελικός προορισμός μας. Τα σακίδια, οι κασετίνες και η γραφική ύλη που μας έδωσαν θα είναι η κληρονομιά τους για τις επόμενες τάξεις, σε όποιο σχολείο βρεθούν. Είχα πολλές μέρες να δω τόσο χαρούμενα τα μικρά μου. Κάνανε αμέσως φίλους. Όταν τελείωνε το σχολείο βγαίνανε όλοι μαζί και παίζανε στο δρόμο. Η μαμά απέναντι με έπαιρνε τηλέφωνο και με ρωτούσε αν μπορούσε να τα κρατήσει λίγο παραπάνω για να φάνε όλα μαζί σουβλάκια. Τα παιδιά μου δεν ξαναέφαγαν μπορς. Έπαψε να τους αρέσει. Εθίστηκαν στο σουβλάκι.

Πήγαμε στην Χαλκίδα! Τι υπέροχη πόλη. Πόσο όμορφη η παραλία της, πήγαμε στην σκάλα Ωρωπού και τα μικρά έκαναν μπάνιο στη θάλασσα! Με τα εσώρουχα, δεν έχουμε μαγιό. Αλλά πόσο το χάρηκαν. Πήγαμε στην εκκλησία μεγάλη εβδομάδα. Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο. Δεν καταλάβαινα τον ιερέα, ένιωθα όμως την θλίψη. 

Φτιάξαμε λαμπάδες, βάψαμε αυγά, τσουγκρίζαμε αυγά, ψήσαμε το Πάσχα. Όχι αρνί στη σούβλα, αλλά διάφορα κρέατα σε ένα δορυφορικό πιάτο που κάναμε ψησταριά και φάγαμε όλοι μαζί έξω στην αυλή.  Ακούσαμε Ελληνική μουσική. Δεν καταλάβαμε, αλλά νιώσαμε. Κλάψαμε, συγκινηθήκαμε, γελάσαμε, αγχωθήκαμε, πανηγυρίσαμε. Τα κάναμε όλα σε δυο μήνες και κάτι. 

Όταν ήρθε το μέιλ για την πολυπόθητη βίζα από την Βρετανική πρεσβεία στην Ελλάδα-που και εκεί μας βοήθησε η Μαρία και ο Κώστας- από την μία ανακουφιστήκαμε, από την άλλη μαυρίσαμε. 

Θέλαμε πολύ να συμβεί. Η Βρετανία φαντάζει ως η καλύτερη επιλογή, αφενός λόγω γλώσσας και αφετέρου λόγω προοπτικής. Την Ελλάδα την λατρέψαμε αλλά η εργασία και η επιβίωση είναι έννοιες ουτοπικές για εμάς και την κατάστασή μας. Η Βρετανία μας προσφέρει δωρεάν σπίτι για 6 μήνες, επίδομα πολύ ικανοποιητικό και εργασία άμεσα για τον σύζυγο που είναι στον κατασκευαστικό κλάδο. Τα παιδιά θα ξεκινήσουν άμεσα σχολείο σε μία γλώσσα που την έχουν διδαχτεί έστω και σε αρχικό στάδιο. 

Η ζυγαριά έγερνε. Η Ρούλα είχε σκοτεινιάσει. Και εμείς το ίδιο. Δεν θέλαμε να ξαναφύγουμε. Έπρεπε. Και θα αφήναμε πίσω την μητέρα μου, μέχρι να εγκριθεί και η δική της βίζα... 

Σχεδόν 3000 χλμ έβγαινε το ταξίδι μέχρι το Κένταλ. Μέσω Ιταλίας. Μας είπαν όλοι να αποφύγουμε την διαδρομή από Αλβανία, Σκόπια κλπ. Αρχίσαμε να σχεδιάζουμε. Τα μέιλ και το google maps πήραν φωτιά. 

Έπρεπε να πάμε Πάτρα, να φτάσουμε Ανκόνα και από κει να διασχίσουμε την βόρεια Ιταλία, να περάσουμε Ελβετία, Γαλλία και να φτάσουμε στο Κάλε για να περάσουμε Ντόβερ με φέρι ή να φτάσουμε Ολλανδία στο Άμστερνταμ για να περάσουμε απέναντι με καράβι. 
Ψάξαμε την πιο οικονομική λύση. Σε όλες τις χώρες μας έδιναν δωρεάν την διέλευση από τα διόδια καθώς και τα ακτοπλοϊκά. Παντού, εκτός από την Ελλάδα. Όταν πήρε τηλέφωνο η Ρούλα να ρωτήσει για τα εισιτήρια της είπαν από τις Μινωϊκές γραμμές πως «δεν υπάρχει πρόβλεψη» για Ουκρανούς και έπρεπε να πληρώσουμε 525 ευρώ. Την ρώτησα αν είχε και φαγητό μέσα σε αυτή την τιμή. Μου απάντησε αρνητικά, αλλά μου είπε πως θα μας ετοίμαζε εκείνη, φαγώσιμα. Και πάλι, ήταν πολλά. 

Από Ελληνικά δεν έμαθα πολλά πράγματα εκτός από κάποιες φράσεις. «Έλα ρε συ», «Κόψε τις μαλακίες»  και κάποιες ακόμα που η διαίσθησή μου μου λέει ότι είναι πολύ «κακές» λέξεις. Τις περισσότερες τις έμαθα τις τελευταίες μέρες ακούγοντας την Ρούλα να μιλάει ασταμάτητα στο τηλέφωνο χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς τι λέει. Ένιωθα όμως πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έμαθα τι δεν πήγαινε καλά, δυο μέρες πριν φύγουμε. 
Είχε να κάνει με την προσπάθεια της φίλης μας να «πείσει» το Υπουργείο Ναυτιλίας και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και κάποιους ακόμα ανθρώπους σε άλλα υπουργεία, να δώσουν λύση στο πρόβλημά μας. Η απάντηση που πήρε, με όσους μίλησε ήταν «δεν υπάρχει πρόβλεψη». 

Και εκεί που δεν υπάρχει πρόβλεψη από την πολιτεία, την λύση έδωσε πάλι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Η Ρούλα μας, επικοινώνησε με τις Μινωϊκές γραμμές, τους ενημέρωσε για το θέμα και σε μία ημέρα, είχαν δώσει λύση. Η Grimaldi μας χορήγησε τα εισιτήρια δωρεάν και επιπλέον μας έδωσε και βάουτσερ για να φάμε ότι θέλουμε στο καράβι. Με ένα τηλεφώνημα, μιας δημοσιογράφου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ήρθε τρέχοντας στο μπαλκόνι και μας είπε “I did it” Χοροπηδούσαμε αγκαλιασμένες και μας κορόιδευαν τα πιτσιρίκια. Ευχαριστώ λοιπόν μέσα από την καρδιά μου και τις δύο εταιρίες που βοήθησαν να φτάσουμε αρκετά μίλια πιο κοντά στο μέλλον μας. 

Λίγο πριν αναχωρήσουμε από Ελβετία για να κάνουμε τα τελευταία 800 χλμ διασχίζοντας τη Γαλλία, θα ήθελα να αναφέρω ένα ακόμα περιστατικό. Σταματήσαμε για να γεμίσουμε πετρέλαιο στην Saint Apollinaire, ένα χωριό στη γαλλική επικράτεια και ενώ πληρώσαμε με την κάρτα της μητέρας μου, σε λιγότερο από δέκα λεπτά μας ειδοποίησε πανικόβλητη από την Ελλάδα, πως το ποσό που είχε χρεωθεί επεστράφη ξανά. Γυρίσαμε πίσω τα 25 χλμ που είχαμε διανύσει για να μας ενημερώσει ο βενζινοπώλης πως τα καύσιμα για τους Ουκρανούς που διασχίζουν την χώρα είναι δωρεάν. Άλλο ένα θαύμα. Άλλη μια ευχάριστη έκπληξη. Ξέραμε πως η Γαλλία στηρίζει την Ουκρανία και τους Ουκρανούς, αλλά δεν είχαμε ιδέα μέχρι πιο βαθμό «υπάρχει πρόβλεψη»…