Γκλεν Γκρίνγουολντ: Ειδικότητά του οι αποκαλύψεις που ενοχλούν την εξουσία

Ο Γκλεν Γκρίνγουολντ έχει χαρακτηριστεί «ο πιο θαρραλέος πολιτικός σχολιαστής της Αριστεράς», ο οποίος δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στα κακώς κείμενα τόσο των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών

Άννα Παπαδημητρίου 25/10/2019 | 09:00

Ο Γκλεν Γκρίνγουολντ ήταν γνωστός στους δημοσιογραφικούς κύκλους πολύ προτού σκάσει η βόμβα για τη μεθοδευμένη δίωξη του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα από τον νυν υπουργό Δικαιοσύνης Σέρζιο Μόρου, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Πλυντήριο αυτοκινήτων».

To όνομά του έχει συνδεθεί άμεσα με τις αποκαλύψεις του Αμερικανού πληροφοριοδότη Εντουαρντ Σνόουντεν για τα προγράμματα μαζικής παρακολούθησης που εφάρμοσαν οι μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών κατ’ εντολήν της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Γκρίνγουολντ, τον οποίο μαζί με τη δημιουργό ντοκιμαντέρ Λόρα Πόιτρας εμπιστεύτηκε ο Σνόουντεν για να δημοσιεύσει τα απόρρητα έγγραφα που είχε συλλέξει ως πρώην τεχνικός της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSA), ήταν ο άνθρωπος που έβγαλε στη βρετανική εφημερίδα «Guardian» το σκάνδαλο των μαζικών παρακολουθήσεων.

Κέρδισε το 2014 το βραβείο Πούλιτζερ μαζί με την αμερικανική «Washington Post», στην οποία ο 30χρονος Σνόουντεν είχε επίσης προωθήσει τμήμα των απόρρητων εγγράφων. Πριν όμως ακόμη αποκτήσει διεθνή αναγνωρισιμότητα χάρη στο έργο του στον «Guardian», το οποίο άνοιξε τον δρόμο για την καθιέρωσή του ως ενός από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ερευνητικής δημοσιογραφίας παγκοσμίως, ο Γκρίνγουολντ είχε καθιερωθεί ως ένας από τους αρθρογράφους γνώμης με τη μεγαλύτερη επιρροή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η επαγγελματική πορεία του ξεκίνησε στις δικαστικές αίθουσες, όπου για μια δεκαετία εργάστηκε ως δικηγόρος σε υποθέσεις που αφορούσαν το αμερικανικό συνταγματικό δίκαιο και τα πολιτικά δικαιώματα. Ενδιαφέρον προκαλεί η επιλογή του να αφιερώσει μεγάλο μέρος του χρόνου του στην παροχή δωρεάν υπηρεσιών σε υπόδικους όπως ο υπέρμαχος της λευκής υπεροχής Μάθιου Χέιλ και η νεοναζιστική οργάνωση National Alliance (Εθνική Συμμαχία). Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Rolling Stone» το 2013 είπε για τις υποθέσεις που αναλάμβανε και οι οποίες ενέπιπταν στην πρώτη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος που μεταξύ άλλων διασφαλίζει την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου: «Για μένα είναι ηρωικό γνώρισμα να είναι κάποιος τόσο αφοσιωμένος σε μια αρχή ώστε να τη σέβεται όχι όταν είναι εύκολο… όχι όταν συμφωνεί, όχι όταν προστατεύει τους ανθρώπους που συμπαθεί, αλλά όταν υπερασπίζεται και προστατεύει ανθρώπους τους οποίους μισεί».

Αλλαξε επαγγελματική ρότα το 2005 όταν αποφάσισε να αφιερωθεί σε έναν σκοπό «ο οποίος θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνία», όπως έχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Επικεντρώθηκε στην ερευνητική δημοσιογραφία, την οποία αρχικά υπηρέτησε μέσω του προσωπικού του μπλογκ Unclaimed Territories (αδιεκδίκητα εδάφη) και στη συνέχεια με κείμενά του στις ιστοσελίδες έρευνας Salon και The Raw Story (Η ωμή αλήθεια). Εριξε φως σε μια σειρά από σκιώδεις υποθέσεις. Από τις επιθέσεις με άνθρακα το 2001, λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, από τις οποίες πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και άλλοι 17 μολύνθηκαν, μέχρι τις μη εξουσιοδοτημένες παρακολουθήσεις Αμερικανών και μη πολιτών από την NSA την περίοδο 2001-2007. Το 2011 υπερασπίστηκε δημόσια την Τσέλσι Μάνινγκ, η οποία είχε καταδικαστεί για τη διαρροή απόρρητων εγγράφων στην ιστοσελίδα WikiLeaks, χαρακτηρίζοντάς την «πληροφοριοδότη που έδρασε έχοντας τα πιο ευγενικά κίνητρα που θα μπορούσε να έχει κανείς». Είχε προηγηθεί η έντονη κριτική του Γκρίνγουολντ για τις συνθήκες κράτησης της Μάνινγκ. Ο Γκρίνγουολντ έχει χαρακτηριστεί «ο πιο θαρραλέος πολιτικός σχολιαστής της Αριστεράς», ο οποίος ωστόσο δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στα κακώς κείμενα τόσο των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ και αλλού. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στις πολιτικές ενέργειες που υποστηρίζουν από κοινού Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί. «Οι χειρότερες και πιο τυραννικές κυβερνητικές ενέργειες στην Ουάσινγκτον χαίρουν διακομματικής συναίνεσης» έγραψε το 2010.

Το έργο του στον τομέα της ερευνητικής δημοσιογραφίας έγινε παγκοσμίως γνωστό όταν συνεργάστηκε με τον Εντουαρντ Σνόουντεν για τη δημοσίευση των εγγράφων της αμερικανικής υπηρεσίας ασφαλείας. Λέγεται ότι όταν τον πρωτοπλησίασε ο Αμερικανός πληροφοριοδότης, ο Γκρίνγουολντ θεώρησε υπερβολικά τα μέτρα προστασίας που η πηγή (ο άγνωστος τότε Σνόουντεν) του ζητούσε να λάβει για να μην υπάρξει κάποια διαρροή από τη μεταξύ τους επικοινωνία. Εντέλει, μόνο όταν ο πληροφοριοδότης έπεισε την κινηματογραφίστρια Λόρα Πόιτρας για τη σοβαρότητα των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του κατάφερε να συναντηθεί και με τους δύο και να αρχίσει να τους διοχετεύει πολύτιμες πληροφορίες. Στο πρώτο άρθρο του για το σκάνδαλο των παγκόσμιων παρακολουθήσεων, τον Ιούνιο του 2013, ο Γκρίνγουολντ έγραψε στον «Guardian» ότι τα έγγραφα του Σνόουντεν αποκάλυπταν «το μέγεθος της παρακολούθησης στις ΗΠΑ του Ομπάμα».

Αργότερα δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας ως πρόφαση για να κάνει παράνομες παρακολουθήσεις με στόχο να ανταγωνιστεί τις άλλες χώρες «στα πεδία των επιχειρήσεων, της βιομηχανίας και της οικονομίας». Το έργο του αποτυπώθηκε στο ντοκιμαντέρ «Citizenfour», όπως ήταν το κωδικό όνομα του Σνόουντεν στα κωδικοποιημένα μηνύματα που έστελνε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Πόιτρας. Κέρδισε το Οσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ το 2014, το οποίο παρέλαβαν ο ίδιος μαζί με την Πόιτρας και τη σύντροφο του Σνόουντεν. Τον Οκτώβριο του 2013 ο Γκλεν Γκρίνγουολντ ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τον «Guardian» και λίγους μήνες αργότερα σε συνεργασία με την Πόιτρας και τον δημοσιογράφο Τζέρεμι Σκάχιλ ίδρυσαν την ιστοσελίδα ερευνητικής δημοσιογραφίας The Intercept, η οποία φέρνει στο φως μεγάλα σκάνδαλα κατάχρησης εξουσίας και διαφθοράς.

Η πρώτη ιστορία που δημοσίευσαν ήταν μια εις βάθος έρευνα για την εμπλοκή της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ στο πρόγραμμα στοχευμένων δολοφονιών το οποίο έχει στοιχίσει τη ζωή αθώων ανθρώπων. Ακολούθησε ένα νέο άρθρο το οποίο συνοδευόταν από αεροφωτογραφίες που αποτελούσαν πειστήρια. Τον Μάρτιο του 2014 το Intercept δημοσίευσε έγγραφα που διοχέτευσε ο Εντουαρντ Σνόουντεν τα οποία αποκάλυπταν ότι η NSA ανέπτυσσε ένα σύστημα το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να μολύνει εκατομμύρια υπολογιστές σε όλο τον κόσμο με κακόβουλο λογισμικό (malware).

Οι αποκαλύψεις συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια και κορυφώθηκαν τον περασμένο Ιούνιο όταν ο Γκρίνγουολντ, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε εγκατασταθεί στη Βραζιλία και είχε ανοίξει παράρτημα του Intercept στη χώρα, έφερε στη δημοσιότητα μαζί με την υπόλοιπη ομάδα ερευνητικής δημοσιογραφίας μηνύματα που αντάλλασσαν μέσω της εφαρμογής Telegram οι εισαγγελείς και ο δικαστής που είχε αναλάβει την υπόθεση επιχείρηση «Πλυντήριο αυτοκινήτων».

Τα ντοκουμέντα (γραπτές συνομιλίες, βίντεο, φωτογραφίες) έδειξαν ότι ο δικαστής και νυν υπουργός Δικαιοσύνης Σέρζιο Μόρου ακολουθούσε αθέμιτες πρακτικές επηρεασμού και καθοδήγησης των εισαγγελέων, με κορυφαία την εμπλοκή του τότε προέδρου της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα σε σκάνδαλο δωροδοκιών. Ο Λούλα καταδικάστηκε σε εννεαετή ποινή φυλάκισης, η οποία αυξήθηκε στο εφετείο στα δώδεκα χρόνια, με την κατηγορία ότι αποδέχτηκε την παραχώρηση ενός παραθαλάσσιου διαμερίσματος. Λεπτομέρεια: δεν διέθετε τον τίτλο κυριότητας του «αμαρτωλού» διαμερίσματος. Ο απώτερος στόχος επιτεύχθηκε: ο Λούλα δεν συμμετείχε στις προεδρικές εκλογές του 2018, στις οποίες θεωρούνταν ο επικρατέστερος υποψήφιος.

Ο Γκρίνγουολντ έχει δεχτεί απειλές κατά της ζωής του και πλήθος ομοφοβικών σχολίων από τους υποστηρικτές του Μπολσονάρο, καθώς με τις αποκαλύψεις του έριξε το προσωπείο του έντιμου πολέμιου της διαφθοράς που για χρόνια φόραγε ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης και έμπιστος του ακροδεξιού προέδρου.

Ο 64χρονος Ζαΐρ Μπολσονάρο δεν είναι διατεθειμένος να παραδώσει τα όπλα. Λίγες ημέρες μετά τις αποκαλύψεις έγινε γνωστό ότι η ομοσπονδιακή αστυνομία ζήτησε από την υπηρεσία καταπολέμησης ξεπλύματος μαύρου χρήματος του υπουργείου Οικονομίας της Βραζιλίας να ερευνήσει τις «οικονομικές δραστηριότητες» του Γκλεν Γκρίνγουολντ. Ο διεθνής Τύπος έκανε λόγο όχι μόνο για εξοργιστική επίθεση στην ελευθερία του Τύπου αλλά και για τεράστια κατάχρηση εξουσίας. Η αστυνομία αρνήθηκε να σχολιάσει την είδηση, επιβεβαιώνοντας μόνο την έρευνα για το χακάρισμα των κινητών τηλεφώνων από το οποίο προέκυψε η αποκάλυψη του σκανδάλου της επιχείρησης «Πλυντήριο αυτοκινήτων». 

* Περιοδικό Hot Doc #190, «Βρόμικες Πολιτικές», 20/10/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.