Γκάτσος στον Χατζιδάκι: «Πες το, βρε παιδί μου, τόση ώρα: ''Με είχε καλέσει ο Καραμανλής''! Κακό είναι;»

Το «πειραχτήρι», ο «ευγενής» και ο «rock» Νίκος Γκάτσος. Πτυχές της προσωπικότητας του μέγιστου ποιητή και στιχουργού, που πέθανε σαν σήμερα πριν από 28 χρόνια. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 12/05/2020 | 15:53

Πάνε πολλά χρόνια που έπρεπε να πάμε μαζί με τον μουσικό Γιάννη Bach Σπυρόπουλο στην Καλαμάτα. Θα παρουσιαζόταν το βιβλίο του, η μονογραφία που'χε γράψει για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, και θα προβαλλόταν το ντοκιμαντέρ μου για την ερμηνεύτρια του «Μεγάλου Ερωτικού». Στο δρόμο, ήθελε οπωσδήποτε να με πήγαινε από την Ασέα, για να μου έδειχνε το πατρικό σπίτι του Νίκου Γκάτσου.

Φτάσαμε, θυμάμαι, καταμεσήμερο και αντικρίσαμε ένα ερειπωμένο κτίσμα, σαν παλιό αρχοντικό που είχε επιζήσει κάποιας φοβερής και τρομερής πυρκαγιάς. Ήταν μαύρο, κατάμαυρο, από ένα μπαρουτοκάπνισμα που ταίριαζε στον ποιητή της «Αμοργού», συμφώνως και με την Αγαθή Δημητρούκα. Στενοχωρήθηκα που οι αρχές - τοπικές ή κρατικές γενικώς - είχαν αφήσει το σπίτι του Γκάτσου παρατημένο, πνιγμένο στα ζιζάνια. Σκέφτηκα πως μ' έναν σεισμό πιθανώς να μη μείνει τίποτα όρθιο.

Έπειτα, πήγαμε με τον Bach από το μικρό κοιμητήριο του χωριού, εκεί που κείτεται ο ποιητής από το 1992. Βάλαμε στη διαπασών το «Father of night, Father of day» από το θρυλικό «Solar Fire» των Manfred Mann's Earth Band, ανοίξαμε τις πόρτες του αυτοκινήτου και βγήκαμε έξω. Ο Bach άρχισε να χτυπάει την καμπάνα του χωριού, σαν να φώναζε: «Εδώ αναπαύεται ο ποιητής κι εμείς θα τον ξυπνήσουμε με ψυχεδελικό rock». Τέτοιος είναι ο Σπυρόπουλος, γι' αυτό και τον αγαπάμε όλοι απ' το καλλιτεχνικό σινάφι! Προχωρήσαμε στο νεκροταφείο μέσα σε μια απέραντη ησυχία και είδαμε τον τάφο του Γκάτσου. Ένας τάφος ασήμαντος με χαλικάκι, που κανείς δεν θα φανταζόταν πως δίπλα στους συγχωριανούς του, τη Μαρία Τάδε ή τον Αναστάσιο Τάδε, οι οποίοι μπορεί και ποτέ να μη μετακινήθηκαν έξω απ' το Νομό Αρκαδίας, «κοιμόταν» αιωνίως ένας άνθρωπος που άλλαξε τον ρουν της νεοελληνικής γραμματείας. Ο Bach γονάτισε, πήρε λίγα χαλίκια από τον τάφο, έδωσε και σε μένα, λέγοντας πως αξιωθήκαμε να επισκεφτούμε τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή στιχοπλόκο και να του αφιερώσουμε Manfred Mann's Earth Band και Jethro Tull - διότι, θυμάμαι καλά, πως το «Father of Night, Father of Day» είχε τελειώσει κι απ' το αυτοκίνητο ακουγόταν εκείνη τη στιγμή το «Nothing to say» των Jethro Tull. Όταν ο Bach άρχισε να κλαίει με λυγμούς και κατάλαβα πως η υπέρμετρη ευαισθησία τον οδηγούσε στην ψυχολογική ταραχή, τον πήρα και φύγαμε...

Μπήκαμε ξανά στο όχημα του, κινήσαμε για την Καλαμάτα, αρχίσαμε να μιλάμε για τη Μάχη του Βαλτετσίου και σε κάποια φάση που ακούγαμε ραδιόφωνο, ξεκίνησε να παίζει τον «Εφιάλτη της Περσεφόνης» του Χατζιδάκι και του Γκάτσου με τη Φαραντούρη. «Νάτο, τ' ακούς;» γυρνάει και με κοιτάει...«Μας μιλάει τώρα ή δεν μας μιλάει ο ποιητής;»...Δεν απάντησα τίποτα. Άναψα τσιγάρο, αφέθηκα στο τραγούδι και αρκέστηκα να απολαμβάνω απ' το παράθυρο την όμορφη διαδρομή μας.

Ο Νίκος Γκάτσος «έφυγε» σαν σήμερα, 12 Μαΐου του 1992. Μαζί με τη δική μου άνωθεν μαρτυρία, επέλεξα στη μνήμη του μία σύντομη αφήγηση της Λένας Πλάτωνος, από τη μία και μοναδική συνάντηση τους, αλλά και δύο ξεκαρδιστικές ιστορίες, όπως τις κατέγραψε η σύντροφος του, Αγαθή Δημητρούκα, στο βιβλίο της με τίτλο «πουλάμε τη ζωή χαρίζουμε τον θάνατο». Το χιούμορ, άλλωστε, του Γκάτσου υπήρξε παροιμιώδες και πνευματώδες, λένε όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, να δουλέψουν μαζί του ή απλά να τον συναναστραφούν. 

Ο Δήμος Μούτσης κάποτε επισκέφτηκε τον Νίκο Γκάτσο για ένα ρεφρέν που το ήθελε ατμοσφαιρικό, αισθηματικό, ερωτικό. Ιδού η μεταξύ τους στιχομυθία:

- Για παίξε μου το ρεφρέν να δω πως πάει...Κατάλαβα! Για δοκίμασε τον στίχο «Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου...»

- «Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου», ωραία!

- «Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου, σε λίγο θα νυχτώσει...»

- Μπράβο, κύριε Γκάτσο! Παρακάτω;

- Παρακάτω...«Και θά'ρθω τα μεσάνυχτα»...

- Μπράβο, αυτό είναι! Άλλο ένα στίχο ακόμη...

- Άλλον ένα στίχο! Το θέλεις ατμοσφαιρικό, ερωτικό, αισθηματικό, έτσι δεν είναι;

- Ναι, κύριε Γκάτσο!

- (σαν να σκέφτεται) Λοιπόν: Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου...σε λίγο θα νυχτώσει...και θά'ρθω τα μεσάνυχτα...(αποφασιστικά) με μια ψωλάρα τόση! 

- (σοκαρισμένος) Κύριε Γκάτσο, δεν είστε σοβαρός!

- (αγέλαστος, επίμονος και σοβαροφανής) Γιατί, παιδί μου; Ατμοσφαιρικό δεν τό'θελες; Τι πιο ατμοσφαιρικό; «Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου, σε λίγο θα νυχτώσει»...Κι αισθηματικό δεν το ζήτησες; Κι ερωτικό; Τι πιο αισθηματικό και πιο ερωτικό απ' αυτό: «Και θά'ρθω τα μεσάνυχτα με μια ψωλάρα τόση»! Γιατί διαμαρτύρεσαι; 

Ψαρωμένος ο Μούτσης μάλλον ως δικό του βασανιστή είχε νιώσει τον Γκάτσο...

* Από τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της Αγαθής Δημητρούκα, «πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο» (εκδόσεις Πατάκη, 2010)

Το 1985 θα υπογράφαμε συμβόλαιο με τον Μάνο Χατζιδάκι για την έκδοση του δίσκου «Η Ηχώ και τα λάθη της» που θα έβγαινε από τον νεοσύστατο τότε Σείριο του. Δώσαμε ραντεβού στο GB CORNER που σύχναζαν ο Μάνος με τον Γκάτσο. Θυμάμαι τι φόραγα εκείνη τη μέρα του ραντεβού, ψηλές μπότες και έναν ωραίο σκούφο στο κεφάλι. Ήταν η πιο παγωμένη βραδιά του χειμώνα. Μαζί μου ήταν και η Σαβίνα Γιαννάτου, που τραγουδούσε στο δίσκο. Μπήκαμε στο μαγαζί και βλέπουμε να μας περιμένουν ο Χατζιδάκις με τον Γκάτσο. Ήταν η πρώτη φορά που συναντούσαμε από κοντά τον Γκάτσο και μας έπιασε αμέσως δέος! Ο Μάνος περιποιητικός, πάντα αριστοκράτης, που σχεδίαζε την υπογραφή των συμβολαίων σαν να ήταν κοσμοϊστορικό γεγονός, μας έβαλε και κάτσαμε όλοι μαζί σε έναν μικρό καναπέ. Λίγο μετά ήρθε στην παρέα και η ποιήτρια Αγαθή Δημητρούκα, η σύντροφος του Γκάτσου. Εγώ, πάλι, κάθισα δίπλα στον Γκάτσο. Ήταν αμίλητος, επιβλητικός, σχεδόν βλοσυρός, ο ίδιος όμως φρόντισε να σπάσει ο πάγος, όταν έσκυψε και μου είπε: «Είμαι φαν σου, να το ξέρεις»...«Αλήθεια, κύριε Γκάτσο; Το λέτε αλήθεια;»...«Ναι, κορίτσι μου, γιατί να μην είμαι; Δεν έχω λόγο να σου κρυφτώ»...Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, όχι η ειλικρίνεια και η γενναιοδωρία του, αλλά το ότι ήταν φαν μου. Μας χώριζε μεγάλη ηλικιακή διαφορά, ήταν ένας ποιητής που ερχόταν απ' άλλη εποχή. Έχω ακούσει για παροιμιώδεις ατάκες του με τον Χατζιδάκι, σε εκείνο το ραντεβού ωστόσο δεν έκανε καμία πλάκα. Έδειχνε να σέβεται τη δουλειά που κάναμε τη συγκεκριμένη στιγμή και αυτό εμένα τον ανεβάζει πολύ στα μάτια μου για τη μία και μοναδική φορά που συναντηθήκαμε από κοντά.

* Από συνέντευξη της συνθέτριας Λένας Πλάτωνος στον γράφοντα, Μάιος 2020. 

Ένα άλλο βράδυ στο GB CORNER. «Κι εσύ που ήσουνα; Γιατί άργησες;» ρωτούσε πάλι ο Γκάτσος τον Χατζιδάκι. «Με είχε καλέσει ο πρόεδρος» απαντούσε ο Χατζιδάκις, προφέροντας την τελευταία λέξη χαμηλόφωνα, σαν μυστικό. Κι ο Γκάτσος άρχιζε το πείραγμα:

- Ποιος σε είχε καλέσει;

- Ο πρόεδρος! (απαντούσε ο Χατζιδάκις, ελάχιστα πιο δυνατά)

Κι ο Γκάτσος πάλι: «Δεν άκουσα. Ποιος είπες;» 

«Ο πρόεδρος» επαναλάμβανε ο Χατζιδάκις, ελαφρώς πιο δυνατά και κοιτάζοντας μην τυχόν τον άκουσε και κανένας άλλος. «Α, ο πρόεδρος» έκανε ο Γκάτσος τότε, δυνατά, σαν τον κουφό που επιτέλους άκουσε. «Σιγά, μη φωνάζεις έτσι» του ζητούσε ο Χατζιδάκις. ΚΙ ο Γκάτσος, που δεν είχε το θεό του, συνέχιζε: 

- Ποιος πρόεδρος;

- Ο Καραμανλής! (χαμηλόφωνα και εμπιστευτικά)

- Ποιος είπες;

- Ο Καραμανλής! (ελάχιστα πιο δυνατά)

- Μίλα, παιδί μου, να σ' ακούσουμε! Ποιος πρόεδρος; 

- Ο Καραμανλής!...

...Κι ο Γκάτσος δήθεν με αγανάκτηση: «Πες το, βρε παιδί μου, τόση ώρα: Ο Καραμανλής! Τι φοβάσαι να το πεις; Πες το πιο δυνατά να σ' ακούσουμε: Με είχε καλέσει ο Καραμανλής! Κακό είναι;  

Ο Χατζιδάκις έφριττε, εγώ σπαρταρούσα από τα γέλια κι όταν ερχόταν ο σερβιτόρος για την καινούργια παραγγελία, ο Χατζιδάκις έλεγε ότι είχε φάει κι ότι ήθελε μόνον ένα καφέ, ενώ ο Γκάτσος έβρισκε την ευκαιρία να το τραβήξει κι άλλο:

- Τι καφέ θέλεις, Μάνο;

- Έναν εσπρέσο!

Κι ο Γκάτσος προς τον σερβιτόρο: «Θα θελήσει κι άλλον αργότερα! Σήμερα έφαγε με τον πρόεδρο!»

Η στιχομυθία έκλεινε με τον Χατζιδάκι να λέει στον Γκάτσο μόλις ο σερβιτόρος έφευγε: «Μα, δεν υποφέρεσαι πια»! 

* Από τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της Αγαθής Δημητρούκα, «πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο» (εκδόσεις Πατάκη, 2010)

Αγαθή Δημητρούκα - Νίκος Γκάτσος