Γιώργος Ανδρέου: «Ο Μάνος Ελευθερίου είχε μία λαϊκή αντίληψη για το έργο τέχνης»

Μια συζήτηση με τον συνθέτη Γιώργο Ανδρέου με αφορμή τη μελοποίηση του ποιητικού έργου «Νοητός λύκος» του Μάνου Ελευθερίου. 

Αφροδίτη Ερμίδη 14/01/2021 | 09:00

«Και ίνα µη, επί πολύ αφιστάµενος της κοινωνίας σου, θηριάλωτος υπό του νοητού λύκου γένωµαι». Από την ευχή του Ιωάννη του Χρυσοστόµου άντλησε τον τίτλο για το magnum opus του ο Μάνος Ελευθερίου, το οποίο συνέθεσε από το 1986 έως το 2010 ή, κατά παρατήρηση του καθηγητή Γιώργου Κεντρωτή, από τον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή. Στο ποίηµά του «Νοητός λύκος» (Εκδόσεις Μεταίχµιο), στο οποίο δίνει τη δική του κοσµοθεωρία µιλώντας για τον φθοροποιό χρόνο, την πνευµατική του παρακαταθήκη και την αίσθησή του για τον ελληνισµό, ο ποιητής καταγράφει την προσωπική του Νέκυια, την κατάδυσή του στον Κάτω Κόσµο, εµπνευσµένη τόσο από τον Όµηρο όσο και από τον ∆άντη.

Ήταν ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου (ίσως από τους λίγους σύγχρονους που θα µπορούσε να αναµετρηθεί µε το κείµενο) που ανέλαβε να το µεταφέρει στη σκηνή ως µουσικό δράµα, το οποίο παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής το φθινόπωρο του 2018 όπου ήταν αισθητή η απουσία του δηµιουργού του που είχε πεθάνει µόλις λίγους µήνες πριν. Τα µουσικά µέρη της παράστασης εκδόθηκαν πρόσφατα στον οµώνυµο δίσκο µε τις ερµηνείες των Γιώργου Νταλάρα, Χρήστου Θηβαίου και Μάρθας Φριντζήλα.

Ο «Νοητός λύκος» στο Μέγαρο Μουσικής το φθινόπωρο του 2018

Να πιάσουµε το νήµα της ιστορίας από την αρχή. Πώς προέκυψε η σχέση σας µε τον «Νοητό λύκο»;

Mε τον Μάνο Ελευθερίου µε συνέδεε µια φιλία σχεδόν 20 χρόνων αλλά και µια βαθύτερη ψυχική διασύνδεση. Αυτό είχε αποτέλεσµα πολλά απ’ όσα έγραφε κατά καιρούς να τα κουβεντιάζουµε και να µου τα δίνει να τα διαβάζω, ακόµη και σε ανέκδοτη µορφή. ∆ιάβασα λοιπόν ένα χειρόγραφο του «Νοητού λύκου» σε σχετικά τελική εκδοχή – µάλιστα, ο καλός µου Μάνος είχε την ευγένεια να το δώσει και στον γιο µου Ανδρέα, ο oποίος τότε ξεκινούσε τις σπουδές του στο εξωτερικό στη φιλολογία. Ήταν αυτονόητο ότι αγάπησα πολύ αυτό το κείµενο.

Συζητώντας µαζί του µου έδωσε την άδεια να προτείνω µια µουσικοθεατρική εκδοχή του έργου του. Ύστερα από πέντε έξι χρόνια και πολλά ζόρια –µε το γνωστό ύφος του Μάνου «όλα θα γίνουν σιγά σιγά»– κάποια στιγµή του είπα ότι έχω προχωρήσει σε µια απόπειρα προσαρµογής. Εδώ πρέπει να κάνω ειδική µνεία στην Άννα Νταλάρα, χωρίς την επιµονή και τις προσπάθειες της οποίας δεν ξέρω εάν θα είχαν γίνει οι παραστάσεις και ο δίσκος. Της χρωστάµε γι’ αυτό. Το καλό είναι ότι ο Μάνος πρόλαβε να ακούσει τις µελοποιήσεις και να τις εγκρίνει. Οχι όµως και τις ενορχηστρώσεις, καθώς χάθηκε αδόκητα το καλοκαίρι του 2018. Ο χαµός του δεν µπορούσε να φύγει από το µυαλό και την ψυχή µας, µέχρι σήµερα ακόµη.

Πόσο εύκολο ήταν να αποµονώσετε συγκεκριµένα σηµεία του ποιητικού έργου ώστε να δηµιουργήσετε µια νέα καλλιτεχνική οντότητα, το µουσικό δράµα που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο;

Στην αρχή έκανα ό,τι καταλάβαινα, οδηγηµένος από την αγάπη µου για το έργο και τη γνώση που έχω για εκείνον. ∆υσκολεύτηκα πολύ. Το κεντρικό κριτήριο ήταν να µη συµπεριλάβω από το ποιητικό κείµενο τµήµατα που δεν θα µπορούσαν να αποδοθούν θεατρικά. Το εύρηµα που χρησιµοποίησα στο µουσικό δράµα ήταν πως τον αφηγητή –που είναι ο ποιητής ή το alter ego του– τον χώρισα σε δύο πρόσωπα: έναν θεατρικό και έναν µουσικό αφηγητή. Αυτό ταιριάζει µε το ποιος υπήρξε ο Ελευθερίου: ένας µεγάλος λογοτέχνης αλλά και άνθρωπος του τραγουδιού. Όταν του παρουσίασα το κείµενο το διάβασε πολύ προσεκτικά για µια εβδοµάδα. Με κάλεσε στο σπίτι του και έκανε µια πρόταση καταπληκτική. Μετέφερε ένα κοµµάτι του έργου στο τέλος. Είναι το τραγούδι «Νοητός λύκος». Μου είπε: «Κοίταξε, παιδί µου, αυτό είναι σωστό να µπει στο τέλος, είναι το ρεζουµέ». Οντως είχε δίκιο και εκεί είναι που συναντιούνται όλα τα πρόσωπα του έργου.

 

Ποιος είναι τελικά ο «Νοητός λύκος» για τον ποιητή;

Η ευχή του Ιωάννη του Χρυσοστόµου λέει «εάν πάψω να σχετίζοµαι µ’ εσένα» (µιλάει για το θείο), γίνοµαι «θηριάλωτος», δηλαδή µπαίνω σε πειρασµούς. Ο Ελευθερίου προφανώς δεν αναφέρεται σε σαρκικούς πειρασµούς αλλά σε διανοητικούς. Είναι η ιδεολογική, πνευµατική και ιστορική συνέπεια που τον απασχολεί.

Στο έργο είναι χαρακτηριστικός ο συγκερασµός ιστορικών µε προσωπικά στοιχεία του ποιητή.

Ναι, ανακατεύει όλες τις θεωρήσεις, τις µυθοπλασίες και τις προβολές των Ελλήνων για τον Μαραθώνα και τη Μικρασία και τους Παλαιολόγους µε τις προσωπικές του περιπέτειες και απώλειες. Στο έργο από τη µια µνηµονεύει τους µεγάλους ποιητές (τον Σολωµό και τον Κάλβο) και από την άλλη ονόµατα καθηµερινών ανθρώπων που χάθηκαν στους µεγάλους πολέµους. Μιλάει για την καταρράκωση της Μεγάλης Ιδέας, για τη Βασιλεύουσα, κάνοντας µια υπεριστορική σύνδεση από το 1453 έως το 1922 µε το Γουδί και τη ∆ίκη των Εξι. Ταυτόχρονα όµως µιλάει για τη µητέρα του και διαφαίνεται η µεγάλη αγάπη που της είχε. Αυτή η µάνα –και ταυτοχρόνως η ποιητική µάνα του Οδυσσέα και του δηµοτικού τραγουδιού– είναι τρυφερή και δίκαιη. Εµφανίζεται στο κρίσιµο σηµείο όταν ο ποιητής σκέφτεται να µην επιστρέψει στα εγκόσµια («∆εν θέλω να γυρίσω στη φοβέρα και µιας πατρίδας σάπιας τον αέρα») και τον ενθαρρύνει να δώσει τον δικό του αγώνα.

Αντλώντας έµπνευση από το λόγια του Ελευθερίου, σε ποια µουσικά µονοπάτια οδηγηθήκατε για τη σύνθεσή σας;

Είναι ένα δύσκολο έργο µε το οποίο πάλεψα χρόνια. Είναι ένα ποίηµα έµµετρο ενδεκασύλλαβο, όπως η «Ερωφίλη» του Χορτάτση. Εχει δύσκολη φόρµα και αυστηρές οµοιοκαταληξίες κάποιες φορές. Εχει έναν δηµοτικό κλασικισµό που βοηθάει τη µελοποίηση αλλά σου ορίζει κιόλας τα µελωδικά και µοτιβικά στοιχεία µε έναν τρόπο που µοιραία σχετίζονται µε την καταγωγή του ενδεκασύλλαβου. Η σκέψη που µε οδηγούσε ήταν ότι ο Ελευθερίου αγαπούσε τη δηµοτική ποίηση, το λαϊκό τραγούδι, λάτρευε τη βυζαντινή υµνωδία. Αλλά αγαπούσε και τον Τόµας Μαν, τον ∆άντη, τον Ντοστογέφσκι. Προσπάθησα λοιπόν να συνδέσω αυτούς τους κόσµους.

Αυτό το ευγενικό µπέρδεµα είναι το έργο του Μάνου. ∆εν µπορείς να τον ερµηνεύσεις µόνο µέσα από ένα βυζαντινό απολυτίκιο ή από τον Παλαµά, αλλά και από τον Προυστ και τον Ντοστογέφσκι. ∆ιάλεξα αυτό το περίεργο δίπολο που το αποδίδουµε µε µια ακαδηµαϊκή ορχήστρα µε δώδεκα όργανα, µε δυτικότροπη δοµή, που ταυτοχρόνως καλείται να αποδώσει ευρωπαϊκά ηχοχρώµατα της δεκαετίας του ’30 του Βάιλ αλλά και της ανατολικής παράδοσης και του µπουζουκιού (ο Μάνος λάτρευε τον Τσιτσάνη και τον Βαµβακάρη).

Πώς προέκυψε η γνωριµία σας µε τον Μάνο Ελευθερίου;

Κάποια στιγµή είχε ακούσει τραγούδια µου που του άρεσαν και µου έφερε στίχους του εάν θέλω να τους µελοποιήσω. Κάποιους τους χρησιµοποίησα. Λίγο καιρό µετά µε πήρε και µε ρώτησε τι έχω κάνει τους υπόλοιπους. Λέω «τους έχω φυλαγµένους ιδιωτικά στο γραφείο µου». Μου ζήτησε να τους του ταχυδροµήσω και έτσι έκανα. Φαίνεται πως εκτίµησε το γεγονός ότι κράτησα off the record τους στίχους του και µε κάλεσε σπίτι του για πρώτη φορά. Με κέρασε και γλυκό σταφύλι που έφτιαχνε ο ίδιος. Εγώ ήµουν πολύ διστακτικός, τον αντιµετώπιζα µε δέος. Τελικά κάναµε πολύ καλή παρέα, φάγαµε µαζί, ταξιδέψαµε, έπαιξα σε πολλές εκδηλώσεις προς τιµήν του, παρουσία του. Τον ευγνωµονώ. Η φιλία του, η πάντα θετική στάση του ήταν ορόσηµο για µένα. Για το πώς πρέπει να βλέπει κάποιος την τέχνη, τη δουλειά, τη σχέση µε το κοινωνικό αλλά και το ιδιωτικό περιβάλλον.

Όσοι τον γνώρισαν µιλούν για έναν άνθρωπο µε βαθύ πνεύµα, αυστηρό µε τον εαυτό του αλλά και µε χιούµορ ξεχωριστό.

Ο Μάνος είχε δύο πλευρές. Η µια ήταν η αγαπητή, η µειλίχια, µε το µοναδικό του χιούµορ, που έκανε τους άλλους να τον αγαπούν και να τον νιώθουν φίλο τους. Αλλά αυτή δεν είναι η µόνη αλήθεια. Οσοι είχαµε την τιµή να τον γνωρίσουµε αντιληφθήκαµε ότι ήταν ένας άνθρωπος µε πολύ δυνατές απόψεις και αντιδράσεις και µε ισχυρό αίσθηµα δικαιοσύνης. Ηταν βαθύτατα ηθικός, ξεκάθαρος, χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι, δεν του ξέφευγε τίποτε. Αυτό τον έκανε στα 80 του χρόνια να είναι τόσο ζωντανός και επίκαιρος, να γράφει καταπληκτικά. Ο Μάνος δεν πέρασε ποτέ σε κανενός είδους σύνταξη.

Ηταν επίσης γενναιόδωρος ως προς το να προσφέρει µε αρκετά µεγάλη ευκολία τους στίχους του.

Ναι, ισχύει αυτό. Είναι από τους λίγους στιχουργούς που θα βρεις να έχουν στίχους του τόσο πολλοί συνθέτες της νεότερης γενιάς που τους εµπιστεύτηκε µε αγάπη. Μου έλεγε ότι «η ευθύνη, η χαρά µου είναι να δίνω υλικό για να γίνονται τραγούδια». Είχε µια λαϊκή αντίληψη για το έργο τέχνης, ειδικά για το τραγούδι. Πίστευε ότι µπορεί να υπάρξει η έκπληξη παντού. Τώρα το δύσκολο έργο αυτό έχει αναλάβει η αδερφή του Λιλή, η οποία είναι ένας άνθρωπος µε τόσο βάθος και πνευµατικότητα – ζώντας τόσο κοντά στον Μάνο. Είναι σαν να της έχει υπαγορέψει τι πρέπει να κάνει.   

INF0

Ο δίσκος «Νοητός λύκος» κυκλοφορεί σε CD με 12σέλιδο booklet και σε βινύλιο από τη Walnut Entertainment