Για δεκαετίες, ή πιο σωστά για αιώνες, η κυρίαρχη αφήγηση στη Δύση ήταν δομημένη πάνω σε μια ακλόνητη, σχεδόν θρησκευτική πίστη: ότι η Ιστορία κινείται μονοσήμαντα προς τα εμπρός. Υπήρχε η βαθύτατη πεποίθηση ότι ο εκσυγχρονισμός του κόσμου θα εδραίωνε τη δημοκρατία, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και των στυλ ζωής θα περιόριζε τη ξενοφοβία, ο ορθολογισμός θα εκτόπιζε τη δεισιδαιμονία και η ατομική αυτονομία θα αποτελούσε το υπέρτατο αγαθό.
Σήμερα, αυτή η γραμμική βεβαιότητα φαίνεται να καταρρέει. Από την αναβίωση της ακροδεξιάς μέχρι την απροσδόκητη στροφή ενός μέρους των αριστερών και φιλελεύθερων νέων σε πιο περίκλειστες και φοβικές ταυτότητες, γίνεται σαφές ότι ένα τεράστιο τμήμα της ανθρωπότητας έχει κατέβει οριστικά από το τρένο της προόδου καθότι το τελευταίο μάλλον οδηγούσε σε υπαρξιακό και υλικό dead end παρά σε κάποια ευδαίμονα Τ.Ι.Ν.Α..
Η γεωμετρία μιας αναστρέψιμης ιστορίας
Παρατηρώντας την κοινωνική εξέλιξη σε εμβληματικά κέντρα της Δύσης, όπως η Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο, διαπιστώνεται μια παράδοξη μεταβολή. Εκεί που τη δεκαετία του 1990 η ατομική «ανοιχτότητα» και η κατάργηση των συνόρων θεωρούνταν το αναπόδραστο μέλλον, σήμερα κυριαρχεί η περιχαράκωση σε κλειστές κοινότητες και η επάνοδος νεοβικτωριανών ηθών που έχουν ως αποτέλεσμα μια μονόδοξη ηθικολογία και πολιτισμικές διαμάχες.
Η άνοδος ακροδεξιών κινημάτων που αμφισβητούν κεκτημένα δικαιώματα ή η στροφή ακόμη και των λεγόμενων προοδευτικών σε νεοσυντηρητικές αξίες και τρόπους ύπαρξης, δείχνουν ότι η Ιστορία δεν είναι μια λεωφόρος χωρίς επιστροφή. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται πλέον ότι ο σύγχρονος πολιτισμός είναι υπερβολικά τεχνολογικός, υπερβολικά μοναχικός και, πάνω απ’ όλα, πνευματικά κενός. Η πρόοδος αντί να φέρει την οριστική λύτρωση, γέννησε μια εποχή ποσοτικοποίησης, όπου μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί, να αρχειοθετηθεί και να καταναλωθεί θεωρείται πραγματικό, αφήνοντας τους ανθρώπους σε μια κατάσταση διαρκούς σκρολαρίσματος, εναλλαγής εν είδει ζάπινγκ μεταξύ ευτελών συμβολικών και υλικών προϊόντων, που καταλήγει σε πνευματική ένδεια.
Η δικτατορία της απόδοσης και η κόπωση του υποκειμένου
Αυτή η πνευματική νωθρότητα συνδέεται άρρηκτα με την τεχνοκρατία και το νεοφιλελευθερισμό, το μόνιμο καθεστώς φόβου και άγχους που γεννάνε. Ζούμε σε μια κοινωνία που ενώ επαγγέλλεται την ελευθερία, επιβάλλει μια αμείλικτη «δικτατορία της επίδοσης», όπως τονίζει ο Χαν. Το άτομο, αποκομμένο από κάθε κοινότητα, καταλήγει να εκμεταλλεύεται τον ίδιο του τον εαυτό μέχρις εξαντλήσεως. Πιστεύοντας ότι αυτοπραγματώνεται μέσα από την αδιάκοπη εργασία και την ψηφιακή προβολή, ο σημερινός «νεοπροτεστάντης» οδηγείται συχνά στην απέχθεια για τον εαυτό του και τους άλλους.
Ο κόσμος μας είναι ταυτόχρονα υπερκοινωνικοποιημένος και αποκοινωνικοποιημένος. Ωθεί τα υποκείμενα στη συνεχή δημοσιοποίηση των προσωπικών τους στιγμών, ενώ ταυτόχρονα, ξεμαθαίνοντάς τα την ενσώματη επαφή και επικοινωνία, τα καταδικάζει σε μια α-κοινωνική ζωή. Η ύστερη νεωτερικότητα υποσχέθηκε ελευθεριότητα, αλλά στην πράξη δημιούργησε ένα διαφανές πεδίο (αυτο)επιτήρησης. Η επιθυμία απελευθερώθηκε μόνο όπου μπορούσε να μετατραπεί σε καταναλωτικό κόνσεπτ. Η αίσθηση της παρακμής είναι πλέον μια βιωμένη συνθήκη: εκατομμύρια άνθρωποι βλέπουν την κοινωνική τους ύπαρξη να αποσυντίθεται σε μια ψηφιακή έρημο, στερημένη από αυθεντική δέσμευση και νόημα.
Το «σιδερένιο κλουβί» και η απώλεια του ιερού
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δύση προσπάθησε να εξορίσει όλες τις αποκαλούμενες «μεγάλες αφηγήσεις». Τις κοσμοθεωρίες που ήθελαν μια ριζική αλλαγή του κόσμου, το έθνος όπου οι εξάρσεις του οδήγησαν σε δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές, τη θρησκεία εξαιτίας του βεβαρημένου της παρελθόντος και των εξελίξεων στην επιστήμη, την παράδοση τελικά στο όνομα της προόδου και της αέναης ανάπτυξης. Αυτή η απομάγευση του κόσμου, για την οποία έκανε λόγο ο Βέμπερ, άφησε πίσω της ένα στείρο ορθολογισμό και μια άτεγκτη γραφειοκρατία που αδυνατούν να απαντήσουν στα μεγάλα ερωτήματα που ταλανίζουν σε όλες τι εποχές τους ανθρώπους.
Η τέχνη, τα αντικείμενα, αλλά και η καθημερινή ζωή έχουν απωλέσει την «αύρα» τους, όπως θα έλεγε και ο Μπένγιαμιν, εκείνη τη μοναδικότητα που συνέδεε το παρόν με το αιώνιο και το συλλογικό. Όταν τα πάντα γίνονται αναλώσιμα και ψηφιοποιημένα, ο άνθρωπος χάνει την επαφή με τον τόπο και τους άλλους∙ παλινδρομεί ψυχαναλυτικά σε μια βρεφική κατάσταση – με απλά λόγια, σε μια εγωιστική επιθυμία δίχως όριο. Η νοσταλγία που παρατηρούμε σήμερα σε σχέση με κοινωνικές και πολιτισμικές μορφές του παρελθόντος, δεν είναι απλώς μια αντιδραστική παλινδρόμηση. Είναι κραυγή αγωνίας για την επιστροφή του βάρους της ύπαρξης σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε μια απέραντη, αμερικανικά ομοιόμορφη και επίπεδη πλατφόρμα που το μόνο που επιδιώκεται κεντρικά είναι η θετικότητα, και κάποιες απλώς επιμέρους διεκδικήσεις βασισμένες σε μια καθαρά ατομικιστική λογική.
Η ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης και η ανάγκη για ρίζωμα
Η σύγχρονη πολιτική αντιπαράθεση, εάν εξαιρέσουμε το ακραίο κέντρο, είναι εμποτισμένη από την αναζήτηση «ασφαλών» νησίδων. Αρκετοί άνθρωποι εξαντλήθηκαν από την «υποχρέωση» να εφευρίσκουν διαρκώς τον εαυτό τους, τις αξίες τους και την ταυτότητά τους μέσα στο απόλυτο κενό του καταναλωτικού πολιτισμού. Η λατρεία του εφήμερου και απαστράπτοντος οδήγησε σε μια κοινωνία που ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά διαβιεί αισθανόμενος ότι δεν υπάρχει κάτι που να τον συνδέει πραγματικά με τους άλλους, μια κοινή μοίρα, η αίσθηση του ανήκειν.
Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι μια αφηρημένη μονάδα που μπορεί να λειτουργεί χωρίς το βάρος της δικιάς του ύπαρξης, σε συσχέτιση με τους άλλους και με τους τόπους που διαβιεί. Έχει ανάγκη από εντοπιότητα, να δεσμεύεται από υποχρεώσεις που υπερβαίνουν τα εφήμερα ατομικά του συμφέροντα, δηλαδή τη λογική που οδηγεί σε χομπσιανά αφηγήματα πως ο homo homini lupus est (ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο).
Προς μια νέα ανθρωπολογία της σταθερότητας
Η ελευθερία χωρίς ευθύνη, το ρίζωμα και τους άλλους είναι μια μορφή εξορίας και αυθαιρεσίας. Η διάλυση των κοινοτικών δεσμών στο όνομα μιας δήθεν απεριόριστης προόδου, όπου ακόμη κι ο Μαρξ περιέγραφε εκστασιασμένος, οδήγησε σε μια καθολική αστάθεια, όπου το άτομο αισθάνεται ανυπεράσπιστο απέναντι στις απρόσωπες δυνάμεις της τεχνολογίας και της αγοράς. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ένας πολιτισμός που παύει να μεταδίδει τη «σοφία» του στις επόμενες γενιές, καταδικάζοντας τις σε ένα διαρκές, αγχώδες παρόν, όπως και εκείνος που παραμένει στάσιμος και δεν την ανανεώνει, είναι πολιτισμός σε καθοδική πορεία.
Η λύση στο σημερινό αδιέξοδο δεν μπορεί να είναι προφανώς η οπισθοδρόμηση ή όλα αυτά που ευαγγελίζεται η alt-right και όλοι οι νεοφασίστες του κόσμου τούτου, αλλά μια συνειδητή επανεκτίμηση όλων όσων αξίζουν και κοντεύουμε να απωλέσουμε. Πρέπει να αναρωτηθούμε ξανά το προς τα που οδεύουμε; Ποιος είναι ο σκοπός μας; Πώς θα θέλαμε να ζήσουμε; Πώς χτίζουμε μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, που να προσφέρει νόημα στα μέλη της, ειδικά με τη μορφή ενός ανοιχτού στην επερώτηση νοήματος, έχοντας τη γνώση, όμως, ότι δεν μπορεί να είναι ποτέ τελειωτικό; Αν δεν απαντηθούν, έστω και πρωτόλεια, αυτά τα ερωτήματα, είναι μάταια η συζήτηση για τον τάδε ή τον δείνα κοινωνικοϊστορικό φορέα που θα φέρει την όποια πολιτική αλλαγή.
Διαβάστε επίσης:
Η Αριστερά και η πραγματικότητα
Ευγονική και «έξυπνα» μωρά στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο της Σίλικον Βάλεϊ
ΗΠΑ: «Ανάμεσα στη βασιλεία του Θεού και τη βασιλεία του Σατανά» – Οι Ευαγγελιστές στον Λευκό Οίκο
Τεχνητή Νοημοσύνη: Ο Λεβιάθαν που φοράει προσωπείο ενσυναίσθησης
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια