Για την περιβόητη «Φτερού» που πέθανε σε ηλικία 84 ετών

Ελάχιστοι τύποι της παλιάς Αθήνας κατάφεραν να περάσουν ως υπάρξεις από γενιά σε γενιά. Ο Ανδρέας Νομικός ήταν ένας απ' αυτούς.

Αντώνης Μποσκοΐτης 07/11/2021 | 16:35

Τον τελευταίο καιρό είχε χαθεί από το κέντρο, αν και σύμφωνα με μαρτυρίες πάντα εκεί ήταν, τουλάχιστον μέχρι πριν από μερικούς μήνες. Ένας ηλικιωμένος άντρας με μπλούζες σιθρού, σορτσάκια και πλουμιστά φτερά στα χέρια που η ναζιάρικη αγριοφωνάρα του ακουγόταν από μακριά: «Φτερααά, φτερααά»! Και σαν τύχαινε να του πιάσεις την κουβέντα, πρόθυμα δεχόταν να μιλήσει μαζί σου για πολλά και διάφορα θέματα, από το αν αγοράζει ο κόσμος φτερά για ξεσκόνισμα μέχρι ιστορίες του από το ένδοξο παρελθόν. Σε μένα είχε τύχει το δεύτερο με τη μόνιμη φιλοπεριέργεια μου, αν και εν προκειμένω δεν ήταν απλή περιέργεια. Μη φανταστείς μεγάλη κουβέντα, δυο - τρία λόγια είχαμε ανταλλάξει στο πόδι - που λένε - μια ωραία καλοκαιρινή μέρα στην οδό Αθηνάς προ Μοναστηράκι. Ήξερα καλά, όμως, ποιος τύπος «κρυβόταν» στην πραγματικότητα πίσω απ' την πετυχημένη περσόνα της «Φτερούς».

Για τον Ανδρέα Νομικό - αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα - είχα ακούσει από τους γονείς μου. «Ωραίος ειν' αυτός, πουλάει τρέλα» θυμάμαι να λέει ο πατέρας μου μια φορά, πριν πολλά - πολλά χρόνια, που τον βλέπαμε στην τηλεόραση σε κάποια ασπρόμαυρη ελληνική κωμωδία β' διαλογής. Σίγουρα, όπως είχα ακούσει εγώ τότε για την περίπτωση του, το ίδιο θα συνέβη και με νεότερα παιδιά, σημερινούς εικοσάρηδες, που μπορεί κι αυτά να'χαν ακούσει απ' τους δικούς τους γονείς ή να τον είχαν πετύχει επίσης κάπου στο κέντρο.

Υπό αυτή την έννοια, ο Νομικός ή η «Φτερού» ανήκαν στους αθηναϊκούς εκείνους σπάνιους τύπους, που «επιβίωσαν» για περισσότερα από πενήντα χρόνια, απασχολώντας τους συμπολίτες τους με την εκκεντρικότητα τους και το χιούμορ τους - «ακίνδυνα» χαρακτηριστικά και τα δύο, που τους έκαναν ιδιαίτερα αξιαγάπητους μεταξύ των περαστικών, παλαιότερων και νεότερων.

Διαβάζω πολλά τα τελευταία 24ωρα με αφορμή το θάνατο αυτού του ανθρώπου. Δεν ήταν ομοφυλόφιλος, λέει, αλλά το έπαιζε ομοφυλόφιλος, ενώ ήταν παντρεμένος με τη γυναίκα του και μεγάλωνε τα τρία παιδιά του. Η «Φτερού» δηλαδή, που είχε εφεύρει, του τα μεγάλωνε. Έχω την αίσθηση πως η άνωθεν γνώμη των άλλων είναι λίγο ομοφοβική. Ο πρώτος θα ήταν ή ο τελευταίος ομοφυλόφιλος, που είχε ταυτόχρονα γυναίκα και οικογένεια; Το σημαντικότερο ήταν που ο Νομικός, ερήμην του, έγινε ένας απ' τους πρώτους ακτιβιστές της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας δίχως να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, σε εποχές κιόλας που δεν υφίστατο καν ο όρος «ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα» και οι γκέι γίνονταν αντικείμενο χλευασμού. Να το πω αλλιώς, δεν υπήρχε περίπτωση να τον συναντήσει κάποιος ετεροφυλόφιλος και να αρχίσει τα κραξίματα, όπως δυστυχώς συνέβαινε και ακόμα συμβαίνει με άλλους συνανθρώπους μας. 

Τον βλέπουμε, για παράδειγμα, στις παλιές ελληνικές ταινίες. Ο Νομικός υποδυόταν σχεδόν σε όλες την γραφική «αδερφή» που γυρνάει με τα φτερά του και μπλέκεται σε κωμικές περιπέτειες. Μιλάμε για στιγμές μόνο, διότι σε πολλές ταινίες (σε 51 σύμφωνα με τον ίδιο) είχε μικρά ρολάκια ή έκανε απλώς περάσματα. Ήταν η ίδια περίοδος που ο Σταύρος Παράβας λάνσαρε την περσόνα του «Φίφη» και γινόταν πρωταγωνιστής στον λαϊκό ελληνικό κινηματογράφο.

Στην κουβέντα που είχαμε κάνει, δεν του τα ρώτησα όλα αυτά. Και δεν με ενδιέφεραν κιόλας. Είχα απέναντι μου έναν γλυκύτατο συμπαθή άνθρωπο που δεν έχανε ούτε για μια στιγμή το χιούμορ του. Δεν γνωρίζω αν είναι αληθείς όλες οι ιστορίες από τα παλιά, σαν εκείνη που πέτυχε στρατιώτες έξω από ένα τανκ τις ημέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και πήγε και τους ρώτησε αν παίζουν τον...Άγνωστο Πόλεμο. Το θεωρώ πολύ πιθανό για την περσόνα που είχε χτίσει. Γνωρίζω, όμως, κάτι που δεν είδα να γράφτηκε πουθενά, που το είχα ακούσει από τον ίδιο και που μου το επιβεβαίωσε χθες βράδυ ο Δημήτρης Σαραβάνος, ηθοποιός, ο οποίος είχε παίξει μαζί του, όχι στον κινηματογράφο, αλλά στο θέατρο και, συγκεκριμένα, στα αναψυκτήρια.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και με την περσόνα της «Φτερούς» καλοεδραιωμένη, τον Νομικό είχε πάρει δίπλα της η Σπεράντζα Βρανά. Εμφανίζονταν μαζί στο «Βαριετέ» της Αδριανού, στην Πλάκα, όπου η μία έκοβε, ο άλλος έραβε. Ατάκες και αστεία εκτός κειμένου που έκαναν τους θεατές να κρατάνε την κοιλιά τους απ' τα γέλια! «Μια μέρα», θυμάται ο Δημήτρης Σαραβάνος, «ο Νομικός έπιασε κατά λάθος τον κώλο της Σπεράντζας πάνω στη σκηνή. Αθυρόστομη καθώς ήταν εκείνη, γυρνάει και του κάνει: ''Ε, μια που μου έπιασες τον κώλο, πιάσε μου και το μ@@@ί'', για να εισπράξει την απάντηση του Νομικού: ''Τι να σου πιάσω, αφού εσύ δεν έχεις μ@@@ί, έχεις ψ@@ή''. Στη σάλα έγινε το έλα να δεις από τα γέλια»!

Ο Νομικός υποστήριξε πως όλα τα έκανε για την πλάκα του, για να περνάει καλά αυτός και οι διπλανοί του. Φρόντιζε όμως να καθαρίζει για τους άλλους, όταν ένας επιχειρηματίας, λόγου χάριν, δεν ήταν συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις του απέναντι στους καλλιτέχνες. «Δεν τους μπορούσα αυτούς τους πούστηδες» ήταν τα λόγια του, «τους έλεγα ''τώρα θα σου δείξω εγώ''. Δεν είχαν μπέσα αυτοί οι άνθρωποι, μόνο τα λεφτά κοίταγαν». Τότε δεν πολυκαταλάβαινα τι εννοούσε. Να αναφερόταν στους παραγωγούς του παλιού κινηματογράφου; Την απορία μου την έλυσε ο Δημήτρης Σαραβάνος με τη μαρτυρία του: «Υπήρχε ένας επιχειρηματίας ονόματι Καβουλάκος που δεν μας πλήρωνε. Είχαμε μπει ήδη μέσα ένα δεκαήμερο και πηγαίναμε για το δεύτερο. Μεγάλη στενοχώρια. Ο Ανδρέας δεν άντεξε! Στήθηκε μια μέρα έξω απ' το ''Βαριετέ'' και άρχισε να ξεφωνίζει τον επιχειρηματία με τη διαπεραστική φωνή του! Σταμάτησε όλη την κίνηση στην Αδριανού, έγινε μεγάλη φασαρία με αποτέλεσμα να πληρωθούμε όλοι κανονικά. Γύρω στο '79 - '80 δουλέψαμε πάλι μαζί στο ''Αλκαζάρ'' του Δαρζέντα, στην Πλάκα πάντα, που τον θυμάμαι κι εκεί συνεπέστατο και καλαμπουρτζή, όπως ήτανε. Ο Ανδρέας ήταν πνεύμα ελεύθερο, μπροστά στην αδικία δεν υπολόγιζε τίποτα, ίσως γιατί δεν υπήρξε επαγγελματίας ηθοποιός - διασκεδαστής και δεν έδινε δεκάρα για τους χώρους που εμφανιζόταν και τους επιχειρηματίες».

Αυτός ήταν ο Ανδρέας Νομικός, ο γεννημένος το 1937 με καταγωγή από το νησί της Λήμνου. Περπάτησε την πόλη της Αθήνας, όσο κανείς άλλος, γνώρισε το ποιόν των ανθρώπων της και παρόλο που πούλαγε φτερά, ο ίδιος μια χαρά σε πούλαγε και σ' αγόραζε. Μαθαίνω πως χτυπήθηκε από καλπάζοντα καρκίνο και πως άφησε την τελευταία του πνοή σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, στο οποίο είχε μεταφερθεί από την οικογένεια του. Πάλι καλά που ακούσαμε για έναν άνθρωπο των δρόμων, έναν γυρολόγο, έναν μπον βιβέρ των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, να μην εγκαταλείπει μόνος κι έρημος τα εγκόσμια, αλλά περιτριγυρισμένος απ' τους οικείους του. Όσο για μένα, στην είδηση του θανάτου του, με έπιασε η ίδια στενοχώρια όπως όταν είχα μάθει και για τους θανάτους του «μασίστα» Σαμψών, ακόμη και για του Νίκου Κοεμτζή, που τον συναντούσα καμιά φορά στο Μοναστηράκι με τα βιβλία του και τα λέγαμε. Ο επίλογος, υπέροχος, από τον συνθέτη Μιχάλη Τρανουδάκη, όπως τον έγραψε στα social media: «Δεν ξέρω αν περίσσεψε κανένα του φτερό να διώξουμε τη σκόνη που σκέπασε τα νεανικά μας χρόνια. Ελαφρύ σαν πούπουλο νά 'ναι το χώμα που θα τον σκεπάσει».