Για τα «Τραγούδια για τους Μήνες», τον «Μεγάλο Ερωτικό» της δεκαετίας του 1990

Το αξεπέραστο αριστούργημα του Δημήτρη Παπαδημητρίου με ερμηνεύτρια την Ελευθερία Αρβανιτάκη

Αντώνης Μποσκοΐτης 03/04/2020 | 13:33

Το 1996 κυκλοφόρησαν τα «Τραγούδια για τους Μήνες», ο δέκατος προσωπικός δίσκος του συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου και ο δεύτερος της συνεργασίας του με την ερμηνεύτρια Ελευθερία Αρβανιτάκη, τρία χρόνια μετά τη συνάντηση τους στο soundtrack της τηλεοπτικής σειράς «Αναστασία». Τόσο ο Παπαδημητρίου, όσο και η Αρβανιτάκη, βρίσκονταν στο πικ της καριέρας τους, θα λέγαμε, εκείνη την περίοδο. Ο μεν Παπαδημητρίου με σοβαρή θητεία στη σύνθεση κινηματογραφικής μουσικής και με δύο επιτυχημένα τηλεοπτικά soundtracks, από την «Αναστασία» (1993) και από το «Μη φοβάσαι τη φωτιά» (1994), η δε Αρβανιτάκη με προσωπικούς δίσκους, τον έναν καλύτερο απ' τον άλλον, σαν το «Μένω εκτός» (1991), το live «Η νύχτα κατεβαίνει...» (1993) και, βέβαια, «Τα κορμιά και τα μαχαίρια» (1994) σε μουσική του Αμερικανο-αρμένιου Ara Dinkjian, σε στίχους των Μιχάλη Γκανά - Λίνας Νικολακοπούλου και σε ενορχήστρωση του Δημήτρη Παπαδημητρίου

Τα «Τραγούδια για τους Μήνες», έχοντας πια περάσει σχεδόν 25 χρόνια απ' την κυκλοφορία τους, θα χαρακτηρίζονταν ένα έργο εφάμιλλο του «Μεγάλου Ερωτικού» και είναι κρίμα, πραγματικά, που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν πρόλαβε να τα ακούσει και να τα σχολιάσει. Αν, ωστόσο, ο «Μεγάλος Ερωτικός» βασιζόταν πάνω σε δύο νεανικές και ακόμη άγνωστες σχετικά φωνές τότε, της Φλέρυς Νταντωνάκη και του Δημήτρη Ψαριανού, τα «Τραγούδια για τους Μήνες» ακούγονταν σαν να φτιάχτηκαν κομμένα και ραμμένα για τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, η οποία, όπως ήδη είπαμε, μεσουρανούσε στο λεγόμενο «έντεχνο». Η ταύτιση τους με το θρυλικό χατζιδακικό έργο έγκειται περισσότερο στο ρεπερτόριο, αν και πάλι κάποιος θα έβρισκε μεγαλύτερη συγγένεια με τις «Ανθολογίες» του Γιάννη Σπανού: Μελοποιημένα δηλαδή ποιήματα της Σαπφούς στη μετάφραση του Σωτήρη Κακίση, του Οδυσσέα Ελύτη, του Κώστα Γ. Καρυωτάκη, της Μαρίας Πολυδούρη, του νεότερου Μιχάλη Γκανά και, τέλος, μία επιλογή του συνθέτη από τα δημοτικά δίστιχα. Δύο πράγματα να προσθέσω ακόμη σε ότι αφορά το ρεπερτόριο: Ο Μιχάλης Γκανάς, ενώ είναι ένας σημαντικός ποιητής που εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ευρέως γνωστός έγινε στα 90s ως στιχουργός τραγουδιών που έφεραν την υπογραφή του Μίκη Θεοδωράκη, του Νίκου Ξυδάκη, του Δημήτρη Παπαδημητρίου βέβαια, καθώς και άλλων συνθετών και τραγουδοποιών. Όσο για τα δημοτικά δίστιχα, εκεί που ο Χατζιδάκις μελοποίησε στον «Μεγάλο Ερωτικό» τα «Λιανοτράγουδα», ο Παπαδημητρίου έφτιαξε το «Σαν την αγάπη την κρυφή» ως εξόδιο τραγούδι του δικού του έργου. 

Ο δίσκος κυκλοφόρησε στα τέλη του 1996 και στο εξώφυλλο του υπήρχε μια φωτογραφία της τραγουδίστριας και όχι ένα εικαστικό έργο, όπως συνηθιζόταν στα μουσικο-ποιητικά έργα του παρελθόντος. Να μην ξεχνάμε πως βρισκόμασταν και σε μία χρονική περίοδο που οι τραγουδιστές γνώριζαν την αποθέωση και προωθούνταν αυτοί κυρίως από τις δισκογραφικές εταιρείες, αλλά και από τον μουσικό Τύπο, με προεξάρχον το περιοδικό «Δίφωνο», που κι εκείνο γεννήθηκε παράλληλα σχεδόν με τα «Τραγούδια για τους Μήνες» και «έζησε» για μία 15ετία - όσο ακριβώς διήρκεσε και η απόλυτη επικράτηση του «έντεχνου» στη δισκογραφία και στα ραδιόφωνα (εδώ, αντίστοιχο ρόλο με του «Διφώνου» στον Τύπο, έπαιξε ο σταθμός «Μελωδία FM 99,2» στα ερτζιανά). Αν μου επιτρέπεται ένα προσωπικό σχόλιο, μια και υπήρξα συντάκτης του «Διφώνου» για δέκα χρόνια, έχω την αίσθηση πως όλοι εμείς που είχαμε στηρίξει απίστευτα το «έντεχνο» των 90s, κάπου συμβάλαμε ασυνείδητα και στην ίδια την πτώση του. Βαυκαλιστήκαμε, είχαμε την αίσθηση πως ο κόσμος θ' ακούει μια ζωή υδροκέφαλα του Χατζιδάκι, βαρύγδουπους στίχους επενδυμένους με ούτια και λαούτα, καταδικάζοντας στο πυρ το εξώτερο το τραγούδι της πίστας και δίνοντας άλλοθι στην Έλλη Στάη να καλεί την Αρβανιτάκη και να της λέει «Σήμερα θα μιλήσουμε για ποιότητα», ενώ στην προηγούμενη εκπομπή της είχε καλεσμένη την Άντζελα Δημητρίου, η οποία φυσικά- για τη Στάη- δεν είχε καμία σχέση με «ποιότητα» και «έντεχνο». Τέλος πάντων, τα χρόνια πέρασαν, το «Φωτιά στα σαββατόβραδα» αποδείχτηκε ίδιο διαχρονικά τραγούδι με ένα οποιοδήποτε «έντεχνο» ζεϊμπέκικο, όπως και το «Νυχτολούλουδο» του Φοίβου, το οποίο τίμησε ως και η Δήμητρα Γαλάνη στα live της. Η πιο τραγική συνέπεια όλου αυτού είναι να βλέπεις σήμερα άξιους δημιουργούς, που πριν από 30 και 25 χρόνια μεσουρανούσαν κυριολεκτικά, να μην βρίσκουν δισκογραφική στέγη και να μη μπορούν καν να περάσουν στο ευρύ κοινό τα νέα τραγούδια τους. Κι εδώ δανείζομαι λόγια της Χαρούλας Αλεξίου από συνέντευξη της στον γράφοντα, τον Μάρτιο του 2016: «Ήταν πολύ βαρετά όλα αυτά. Κι εκεί που είχαμε βαρεθεί, σκάει ένας Σωκράτης Μάλαμας! Αυτόφωτος καλλιτέχνης, αυτός ''έφυγε''! Πολλοί άλλοι, όχι όλοι φυσικά, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να γίνουν Χατζιδάκιδες, σαν εντύπωση περισσότερο».

Συνεχίζω με τα «Τραγούδια για τους Μήνες» και με το εικαστικό μέρος τους, διότι η αλήθεια είναι πως έτσι όπως κυκλοφόρησαν, σε μία ανεπανάληπτη έκδοση άλμπουμ - σπιράλ, ήταν και η μοναδική φορά που ένας φορέας CD δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχες βινυλιακές εκδόσεις. Μιλάμε πάλι για μία περίοδο που οι εταιρείες προχωρούσαν σε ψηφιακές επανεκδόσεις θρυλικών δίσκων πουλώντας σε εξωφρενικές τιμές ένα ευτελές πακέτο, συνήθως το CD μόνο συνοδεία ενός δισέλιδου χωρίς καμία ουσιαστική καλλιτεχνική επιμέλεια. Να γιατί ξεχώρισαν τα «Τραγούδια για τους Μήνες»! Με τους στίχους των τραγουδιών, όλες τις πληροφορίες και τα credits, τα πορτραίτα των ποιητών, καθώς και με πρωτότυπα εικαστικά έργα, πάνω απ' όλα άξιζαν τα λεφτά τους- που λένε- και το έργο μοιραία έμπαινε στις βιβλιοθήκες και όχι απλά πάνω, κάτω ή ανάμεσα από δεκάδες άλλα στοιβαγμένα CDs. Είναι σημαντικό αυτό, αν σκεφτεί κανείς πόσο ο ηχητικός φορέας του CD υποβιβάστηκε μέσα στα χρόνια και, για την ακρίβεια, πόσο παλαιολιθικός μοιάζει σήμερα με τόσες προσφερόμενες διαδικτυακές πλατφόρμες. 

Ένα μουσικό έργο, όμως, πάνω απ' όλα είναι μουσική και τα «Τραγούδια για τους Μήνες» βρήκαν τον συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου σε μεγάλα κέφια και σε ακόμη μεγαλύτερη έμπνευση! Όλα, μα όλα τα τραγούδια του δίσκου διέγραψαν τη δική τους αυτόνομη πορεία και κέρδισαν τη μάχη με το χρόνο. Κατά προσωπική εκτίμηση, επρόκειτο για τον καλύτερο δίσκο του Παπαδημητρίου και της Αρβανιτάκη, αξεπέραστο μέχρι σήμερα! Κι αν ο Παπαδημητρίου προσπάθησε να επαναλάβει ένα ανάλογο εγχείρημα με το «Δελτίο ανέμων» του 2004, για τη φωνή της Φωτεινής Δάρρα, η προσπάθεια έπεσε στο κενό ελλείψει στοιχειώδους καλλιτεχνικής χημείας μεταξύ του ιδίου και της καινούργιας τότε ερμηνεύτριας του. Η Αρβανιτάκη, αντίθετα, με το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» του 2006, ξανασυνάντησε τον Νίκο Ξυδάκη, σε ένα αριστουργηματικό άλμπουμ μελοποιημένης ποίησης, έχοντας όμως αλλάξει ξεκάθαρα πλεύση ως προς το προσωπικό της ρεπερτόριο, παρόλο που- για να μην είμαι άδικος- ταυτόχρονα με τα ποπ τραγούδια του Μιχάλη Χατζηγιάννη και της Λήδας Ρουμάνη, εξακολουθούσε να ηχογραφεί με τη φωνή της και τραγούδια του Νίκου Κυπουργού, του Νίκου Ζούδιαρη, του Τάσου Ρωσόπουλου, του Ara Dinkjian, της Λίνας Νικολακοπούλου κ.α. 

Η «Πρώτη Ισημερία», μία ορχηστρική βινιέτα, άνοιγε ατμοσφαιρικά τα «Τραγούδια για τους Μήνες» ως intro επίσης στη «Σαπφώ», που μας έδινε την απόλυτη πληροφορία αυτού που θ' ακολουθούσε ηχητικά. Ακόμη ένα ορχηστρικό ταξίμι και αμέσως μετά το «Λιανοτράγουδο», μια λαϊκότροπη μπαλάντα στο οικείο κλίμα των πολύ επιτυχημένων τραγουδιών της «Αναστασίας». Στο «Σου τό'πα για τα σύννεφα» ο Παπαδημητρίου μελοποίησε τον Οδυσσέα Ελύτη σε δρόμους καλαματιανού κι εγώ σκέφτομαι τώρα πως κανείς άλλος ενδεχομένως δεν θα μπορούσε να κάνει τον συγκεκριμένο ποιητή «κτήμα» των νεότερων μέσα από ένα τόσο εξωστρεφές και τόσο όμορφο τραγούδι! Στο «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες», ο συνθέτης εμπνεύστηκε από τη ρομαντική πεισιθανάτια ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη κι έφτιαξε ένα μελαγχολικό τραγούδι που η Αρβανιτάκη απογείωσε με μία εξίσου μελαγχολική, γεμάτη συναίσθημα, ερμηνεία. Κι αν με το «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες» απλά νιώθεις όμορφα, με το «Παράπονο», την επόμενη μελοποίηση του Παπαδημητρίου στον Ελύτη, τα μάτια δεν είναι λίγες εκείνες οι φορές που τρέχουν ασυναίσθητα! Μία θλιμμένη επίσης λαϊκότροπη μπαλάντα που μεταφέρει στο ακέραιο τη σκέψη και τον πιο βαθύ προβληματισμό του ποιητή: «Πάντα πάντα θά'ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει». Ο ποιητής και ο συνθέτης στη συνέχεια, μαζί με την ερμηνεύτρια τους, «καθαρίζουν» μια και καλή για όλους όσοι η ζωή πέρασε από μπροστά τους και έφυγε δίχως να την αγγίξουν, για τις χαμένες ευκαιρίες, τα λόγια που δεν ειπώθηκαν και τις πράξεις που δεν έγιναν. Έχω την εντύπωση πως το, κατά Δημήτρη Παπαδημητρίου, «Παράπονο» του Οδυσσέα Ελύτη, μπαίνει δικαιωματικά μέσα στα 10 - 15 σημαντικότερα ελληνικά τραγούδια των τελευταίων δεκαετιών. Ο δίσκος, όμως, έχει ήδη «βαρύνει», έχει παραγίνει μελαγχολικός και εσωστρεφής, γι' αυτό και με το «Πάμε ξανά στα θαύματα» σε στίχους του Γκανά, ακούμε ένα αμιγώς λαϊκό και άκρως ραδιοφωνικό τραγούδι, στο οποίο ωστόσο, εξαιρουμένων των μουσικών δρόμων του, μία γόνιμη μελαγχολία εξακολουθεί να υπάρχει. Αμιγώς λαϊκό τραγούδι, νεορεμπέτικο σχεδόν, και το αμέσως επόμενο, μελοποίηση επίσης του συνθέτη στο ποίημα «Ο Αγαμέμνων» του Ελύτη. Εδώ ήταν εκ φύσεως δύσκολο να επαναληφθεί η καλλιτεχνική επιτυχία του προηγηθέντος «Παράπονου», καθώς οι στίχοι του ποιητή ήταν πιο «εξειδικευμένοι» και ο μέσος ακροατής αδυνατούσε να ταυτιστεί μαζί τους. Η ορχηστρική «Δεύτερη Ισημερία», ένα κλείσιμο του ματιού του Παπαδημητρίου στην εποχή της ενασχόλησης του με τα electronics, μας εισάγει στο αιθέριο «Όλα τα πήρε το καλοκαίρι» του Οδυσσέα Ελύτη και η φωνή της Αρβανιτάκη ακούγεται σαν σειρήνα ικανή να μαγέψει τους πάντες! Ένα σύντομο σε διάρκεια αισθαντικό αριστούργημα, τέλεια ενορχηστρωμένο! Στη μελοποίηση του στον Καρυωτάκη και συγκεκριμένα στο οριακό ποίημα του, «Σε παλαιό συμφοιτητή», ο Παπαδημητρίου κινήθηκε σε λαϊκούς δρόμους γι' ακόμη μία φορά με επιτυχία. Ίσως τελικά αυτό ήταν το στοιχείο της επιτυχίας του δίσκου στο σύνολο του: Μία σειρά μελοποιήσεων, όχι απαραιτήτως λόγιων, που απενοχοποίησαν το λαϊκό τραγούδι με ένα τρόπο που μόνο ο Μίκης Θεοδωράκης είχε κάνει κατά κόρον στο μακρινό παρελθόν. Τα «Μαύρα πιόνια» σε στίχους του Γκανά ήταν ένα ακόμη θλιμμένο λαϊκό τραγούδι, από τις μεγάλες στιγμές του δίσκου για μένα. Κι ύστερα ήρθε «Του πόθου τ' αγρίμι», το μοναδικό τσιφτετέλι του έργου, επίσης του Μιχάλη Γκανά, που έμελλε να γίνει μία από τις μεγαλύτερες προσωπικές επιτυχίες της τραγουδίστριας και ν' ακούγεται μέχρι σήμερα σαν το πιο τέλειο δείγμα ενός κλίματος εξωστρέφειας και μιας ερωτικής, διονυσιακής σχεδόν, χαράς. Για το τέλος, το εμπνευσμένο απ' τα δημοτικά δίστιχα «Σαν την αγάπη την κρυφή», για να μην ξεχνιόμαστε πως ο συνθέτης είναι μελοποιός και πως η μουσική του υποτάσσεται κάθε φορά στον ακριβό ποιητικό λόγο. 

Τα «Τραγούδια για τους Μήνες» ήταν επίσης ο δίσκος της απόλυτης χημείας μεταξύ συνθέτη και ερμηνευτή, εν προκειμένω του Δημήτρη Παπαδημητρίου και της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Ενδεικτικό της δημοφιλίας του άλμπουμ είναι πως το 2000, τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, κυκλοφόρησε ως premium CD με το περιοδικό «Δίφωνο» «Η γ' πλευρά του δίσκου ''Τραγούδια για τους Μήνες''», δηλαδή πέντε κομμάτια για πιάνο - φωνή απ' τις πρόβες προφανώς για το έργο, που ο Παπαδημητρίου κράτησε στο αρχείο του. Ήταν η μοναδική φορά ίσαμε τότε, που η Αρβανιτάκη θα επέτρεπε την έκδοση ενός premium CD, στο οποίο θα περιεχόταν η φωνή της! 

Κλείνω αυτό το αφιέρωμα σε έναν απ' τους πιο οριακούς δίσκους της δεκαετίας του 1990, δίνοντας το λόγο στον ηθοποιό Δημήτρη Παπαδάτο, μελετητή της εργογραφίας της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Του ζήτησα να γράψει ένα κείμενο για τα «Τραγούδια για τους Μήνες», δίχως όμως να «λιβανίζει» την αγαπημένη του ερμηνεύτρια - φαντάζομαι, ούτε η ίδια δεν θα'θελε κάτι τέτοιο. Ο Παπαδάτος δεν το απέφυγε, αλλά το κείμενο του κερδίζει σε ειλικρίνεια, γνώση και, τελικά, αντικειμενικότητα. Διότι έτσι έχουν τα πράγματα, όπως ακριβώς τα κατέθεσε, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση μου. Τον ευχαριστώ:  

«Πώς γίνεται να γράψεις μόνο δυο παραγράφους για τον πιο αγαπημένο σου δίσκο, τον οποίο (τυχαία;) ερμηνεύει η πιο αγαπημένη σου τραγουδίστρια, χωρίς να την "λιβανίσεις"; Αυτό μου ζητήθηκε.. για τα "Τραγούδια για τους Μήνες" - έναν απ'τους πιο σημαντικούς δίσκους του νεότερου έντεχνου - λαϊκού τραγουδιού.Κι αν δεν την "λιβανίσεις" τώρα, πότε να το κάνεις; Μετά..; Μα δεν φέρει η Ελευθερία Αρβανιτάκη την πλήρη ευθύνη τόσο για την παραγωγή αυτού του δίσκου όσο και για την απήχησή του;Αυτή δεν επέλεξε να εμπιστευτεί τον σπουδαίο συνθέτη-δημιουργό και να προχωρήσουν σ' αυτή την τολμηρή εργασία; Γιατί τολμηρή; Γιατί βρισκόμαστε στα μέσα των '90s, όπου οι δίσκοι δημιουργών έχουν βρεθεί στο περιθώριο, τα νέα άλμπουμ στήνονται έχοντας ως πυρήνα τους το προφίλ των τραγουδιστών, το lifestyle έχει εξοβελίσει την ποίηση από τη ζωή μας, ως κάτι "δυσνόητο και βαρύ", και ενώ η Αρβανιτάκη βρίσκεται στο πικ της φωνής της, της ερμηνευτικής ωριμότητάς της, αλλά και της δημοφιλίας της - με τους προσωπικούς της δίσκους σε 6ψήφια νούμερα πωλήσεων και το πρώτο χρυσό cd-single στην Ελλάδα, το "Ζωντανά στους Βράχους-'95". Οι συνθέτες, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, δημιουργούσαν πρώτα το νέο έργο τους, έναν κύκλο τραγουδιών φερ' ειπείν, και έπειτα αναζητούσαν τον ερμηνευτή τους.Τα "Τραγούδια για τους Μήνες" γράφτηκαν από τον συνθέτη πάνω στη φωνή της ερμηνεύτριας, τραγούδια ευρείας γκάμας και δυσκολιών που ξεδιπλώνουν όλη την καλλιτεχνική προσωπικότητα: η απόκοσμη ερμηνεία της στη "Σαπφώ" (πρώτη φορά ακούμε την χαμηλή περιοχή της φωνής της), το υψηλών απαιτήσεων "Λιανοτράγουδο" (απ'αυτά που δεν τολμάει να ξαναπεί άλλος), η φωνή της Πολυδούρη, το "Παράπονο" που κατάφερε με τα χρόνια να γίνει τραγούδι εθνικής εμβέλειας, ο ορισμός του λυρισμού στο ανεπανάληπτο "Όλα τα πήρε το καλοκαίρι", ο ισορροπημένος συγκερασμός παράδοσης και έντεχνου στο "Σαν την αγάπη την κρυφή", το τσιφτετέλι "Του πόθου τ'αγρίμι" που διανύει μια διαχρονική πορεία από τα ελληνάδικα της εποχής έως τις μέρες μας, κρυφά διαμάντια για πιο σκληροπυρηνικούς όπως ο "Αγαμέμνων", τα "Μαύρα πιόνια" , το καρυωτακικό "Σε παλαιό συμφοιτητή", κι είναι όντως θαύμα να νιώθεις τον παφλασμό πάνω στη βάρκα ακούγοντας το "Πάμε ξανά στα θαύματα". Δεν διαθέτω τις γνώσεις για να κάνω μουσικολογική εκτίμηση στη δουλειά του συνθέτη. Να μιλήσω για το πώς ένα λόγιο υλικό έγινε τραγούδι λαϊκό (μόνο ο Θεοδωράκης το είχε καταφέρει αυτό), πώς ο δίσκος έχει αρχή, μέση και τέλος σαν μια ταινία με διακριτή συναισθηματική ροή, πώς αυτό επετεύχθη αποτυπώνοντας το προσωπικό, αυτόνομο μουσικό στίγμα του (χωρίς να μιμηθεί κάτι προγενέστερο, αλλά περιέχοντας όλους τους δασκάλους του), πώς ξεκλείδωσε όλη τη γκάμα μιας μεγάλης ερμηνεύτριας. Τραγούδια που παίζουν με τον Χρόνο, τη μέρα και τη νύχτα (οι ορχηστρικές Ισημερίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του δίσκου), τον έρωτα, τον θάνατο, τη νοσταλγία, τη φιλία, την αγάπη.Στο σημείωμα του δίσκου, ο συνθέτης λέει πως "τα Χρόνια είναι ψυχροί αριθμοί και το μόνο που μπορείς να κάνεις μ'αυτά είναι να τα μετράς.. Αντιθέτως, στους Μήνες νιώθει κανείς την οικειότητα των αληθινών φίλων".. Ίσως γι'αυτό κλασικοποιήθηκαν εν τη γενέσει τους - άλλο σπάνιο φαινόμενο. (Θυμίζω πως όλη τη χρονιά του millenium, το Δίφωνο οργάνωσε για το κοινό μια ψηφοφορία για τους 100 καλύτερους δίσκους του αιώνα. Έναν χρόνο μετά, είδαμε στα αποτελέσματα τα "Τραγούδια για τους Μήνες" -που τότε μετρούσαν μόνο 3 χρόνια κυκλοφορίας- να κλείνουν την πρώτη πεντάδα, μετά από Μεγάλο Ερωτικό, Άξιον εστί, Σταυρό του Νότου και Χαμόγελο της Τζοκόντας). Η έκδοση του cd (κι ακόμα περισσότερο, το άκρως συλλεκτικό και σπάνιο βινύλιο σε συσκευασία πικάπ, που στις μέρες μας το βρίσκει κανείς απλησίαστα ακριβό) αποτελεί την πιο ιδιαίτερη και καλαίσθητη (η κορυφαία δουλειά art-work του Πέτρου Παράσχη, που έχει επιμεληθεί σχεδόν το σύνολο της σημαντικής ελληνικής δισκογραφίας).

Ο συνθέτης σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στον Γιάννη Κολλιάκο για τον Μετρονόμο, είπε: "Η Ελευθερία Αρβανιτάκη θα μείνει στην ιστορία ως η πιο ιδιαίτερη μεγάλη φωνή της εποχής μας. Κατάγεται από την ελληνική θάλασσα και από την ύλη από την οποία πλάστηκαν τα σύννεφα στον αττικό ουρανό. Μεταφέρει στους Έλληνες λόγια ακριβά και δύσκολα και τους τα κάνει δικά τους. Ο ήχος της ηδύφωνος, δηλαδή πολύ χαρακτηριστικός, πολύ θηλυκός και αισθησιακός, η άρθρωση της διάφανη και ευγενής, που κάνει τα ελληνικά να ακούγονται υπέροχα, η ερμηνευτική στάση της πάντα δουλεμένη επάνω στην ουσία της μουσικής που υπηρετεί και κυρίως εσωτερική. Αντιλήφθηκε ότι το λαϊκό ελληνικό τραγούδι έρχεται απευθείας από τους θρησκευτικούς ύμνους και όχι από το θέατρο, όπως αυτό της Δύσης. Έτσι, απέφυγε τις θεατράλε λαοπλάνες υπερβολές που οδηγούν στην λήθη κάθε ελληνική μουσική ερμηνεία. Της οφείλουμε την αναβίωση του ρεμπέτικου, την επανεμφάνιση των μελοποιημένων ποιημάτων με αξιώσεις λαϊκών τραγουδιών για τις μάζες και τη διατήρηση της δημόσιας ευπρέπειας και μετά τη μεγάλη δόξα.Εγώ, προσωπικά, της οφείλω πολλά περισσότερα. Είναι μια σπουδαία κολώνα στην προσωπική μου ιστορία".

Αυτά από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Από μένα, τον Δημήτρη Παπαδάτο, της οφείλω την πιο στενή μου συντροφιά σε όλη αυτή την πορεία του Χρόνου, κάτι που δεν αποτιμάται».

* Cover photo: Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και η Ελευθερία Αρβανιτάκη στην παρουσίαση του δίσκου «Τραγούδια για τους Μήνες», Metropolis, 19 Δεκεμβρίου 1996 (αρχείο Γιάννη Κολλιάκου)