Για τα «Κορίτσια της Χρυσής Αυγής»

Θα μπορούσε να'ναι όνομα λουξ στριπτιζάδικου - δίχως καμία διάθεση σεξισμού - που δουλεύει μέχρι τα ξημερώματα. Κι όμως, είναι τρεις γυναίκες αμετανόητες, κυνικές και τρομακτικές, συνδεδεμένες στενά με τρία αντίστοιχα μεγαλοστελέχη της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 20/10/2020 | 15:32

Το καλοκαίρι του 2013 είχα την τύχη να δω στην Κύπρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού, ίσως το πιο συγκλονιστικό πολιτικό ντοκιμαντέρ που έχω παρακολουθήσει ίσαμε σήμερα. Λεγόταν «The act of killing», διαρκούσε σχεδόν τρεις ώρες, με σκηνοθέτη κάποιον Τζόσουα Οπενχάιμερ, ενώ στο ζενερίκ φιγουράριζε το όνομα του θρυλικού Βέρνερ Χέρτζογκ από το πόστο του παραγωγού - ενός δηλαδή από τους παραγωγούς, καθώς η ταινία ήταν συμπαραγωγή Δανίας, Νορβηγίας και Αγγλίας. 

Η κατασκευή της εν λόγω ταινίας διήρκεσε εφτά ολόκληρα χρόνια! Ο Οπενχάιμερ πήγε στην Ινδονησία, βρήκε τα ανθρωπόμορφα τέρατα που το 1965 δολοφόνησαν χωρίς κανένα συναίσθημα εκατομμύρια ανθρώπους με το πρόσχημα της κομμουνιστικής απειλής και τους έβαλε στο trip να αναπαραστήσουν τα αίσχη τους, μιμούμενοι σκηνές απ' τις αγαπημένες τους αμερικανικές ταινίες! Αποτέλεσμα ήταν μία κινηματογραφική εφιαλτική παραίσθηση, μία συνταρακτική σπουδή στη βία και τον φασισμό και ένα τέτοιο σοκ που, προσωπικά, είχα να ζήσω από την πρώτη θέαση του παζολινικού ''Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα''.

Αμετανόητοι φασίστες δολοφόνοι που ελέω απουσίας...εγκεφάλου πείστηκαν από τον δαιμόνιο κινηματογραφιστή να στήσουν μία γελοία, όσο και ανατριχιαστική ταινία για τις μεθόδους βασανισμού και εξόντωσης των αθώων θυμάτων τους. Άνθρωποι - κτήνη, αιμοβόροι κομμουνιστοφάγοι, βιαστές, παιδεραστές, κακόγουστοι, θλιβεροί και τραγελαφικοί που αμφισβητούσαν μπροστά στην κάμερα τη συνθήκη της Γενεύης για τα εγκλήματα πολέμου («Νικήσαμε» έλεγε ένας απ' αυτούς «επομένως δεν υπάρχει Συνθήκη της Γενεύης, αλλά Συνθήκη της δικής μας Τζακάρτα») και που σε έκαναν ν' απορείς με τον cool χαρακτήρα του Οπενχάιμερ, εφόσον τους άντεξε προκειμένου να ολοκληρώσει τούτο το ντοκιμαντέρ. Μόνο ένας ψυχρός και αποστασιοποιημένος Βορειοευρωπαίος θα πετύχαινε τέτοιον άθλο! 

Η ταινία ήταν τόσο συνταρακτική μεσ' τον ωμό ρεαλισμό της και την καταγραφή της φρίκης, προκαλώντας τον θεατή να μπει στα άδυτα της νοσηρής φαντασίας των δολοφόνων, αλλά και σ' αυτά ενός διεθνούς καθεστώτος ατιμωρησίας που εντέλει τους προστατεύει - το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, υποτίθεται, δε μπορεί να ασχοληθεί μαζί τους, αφού τα εγκλήματα τους διαπράχθησαν πριν αυτό συσταθεί! Στην τελευταία σεκάνς, ο βασικός «ήρωας» του σκηνοθέτη, ο γέρος φασίστας Ανβάρ, έχυνε κροκοδείλια δάκρυα για τους αμέτρητους φόνους που έκανε με τα ίδια του τα χέρια και αποσυρόταν  σαν ετοιμοθάνατος στο υπόγειο της οικίας του. Προηγουμένως, είχε ξεράσει πολλές φορές μπροστά στο φακό, δηλητηριασμένος από το ίδιο του το δηλητήριο. Το πιο δυνατό φινάλε μιας ταινίας για μία κανονική γενοκτονία που συντελέστηκε στην Ινδονησία τη διετία 1965 - 66 και που σύμφωνα με τον παραγωγό της, Βέρνερ Χέρτζογκ «γυρίστηκε για να μείνει στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου». 

Αυτή την ιδιαίτερη πολιτική ταινία φρίκης μού θύμισε ένα ντοκιμαντέρ που αφορά τη χώρα μας και που ελευθερώθηκε τα τελευταία 24ωρα στο διαδίκτυο: Μιλάω για τα διαβόητα «Κορίτσια της Χρυσής Αυγής» που γύρισε στην Ελλάδα ο Νορβηγός κινηματογραφιστής Χάβαρντ Μπούστνες και που έκαναν πρεμιέρα πριν από δύο χρόνια στο διεθνές φεστιβάλ ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ. Σήμερα, που πολύς κόσμος μπόρεσε να δει τη συγκεκριμένη ταινία, ένα είναι το συμπέρασμα: Αν γνώριζαν οι χρυσαυγίτισσες τις προθέσεις του θα τον είχαν χώσει δέκα μέτρα κάτω απ' τη γη! Αυτό, δυστυχώς, είναι το μόνο σίγουρο...

Ο Μπούστνες εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο την εθνικότητα του και έπεισε τις χρυσαυγίτισσες να ξετυλίξουν όλη τη φρίκη της ύπαρξης τους μπροστά στο φακό του. Αν δηλαδή ήταν Ασιάτης ή Αφρικανός και όχι «Άριος», ξανθός, βορειοευρωπαίος, δεν υπήρχε περίπτωση αυτές να τον δέχονταν στην καθημερινότητα τους, πόσο μάλλον μες τα γραφεία της οργάνωσης και στις ιδιωτικές μαζώξεις τους. 

Το σκηνοθετικό «εύρημα» ήταν απλό, όσο και παρακινδυνευμένο: Πρώτα γνώρισε τη νεαρή σύζυγο του κατάδικου πλέον πρώην βουλευτή Παναγιώτη Ηλιόπουλου, ίσως τη μόνη για την οποία ο θεατής δύναται να εκφράσει μία συμπάθεια, κυρίως λόγω έλλειψης φανατισμού απ' τη μεριά της. Αυτή τον πήγε στην πεθερά της, τη μητέρα του Ηλιόπουλου, ένα απ' τα πιο σκοτεινά πρόσωπα που περνάνε από το ντοκιμαντέρ. Εν συνεχεία, η μεγάλη του επιτυχία ήταν που κατάφερε να εξασφαλίσει και τη συμμετοχή της Ουρανίας Μιχαλολιάκου, της κόρης του αρχηγού, ενώ το άλλο κεντρικό πρόσωπο ήταν η σύζυγος του επίσης κατάδικου βουλευτή Γιώργου Γερμενή. Η τελευταία φως - φανάρι δεν γούσταρε τη συμμετοχή της, απλά πιθανώς να δέχτηκε να μιλήσει, παρακινούμενη απ' τις υπόλοιπες. 

Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, Χάβαρντ Μπούστνες

Οι γυναίκες αυτές κολακεύτηκαν που ένας Ευρωπαίος κινηματογραφιστής θα φανέρωνε - υποτίθεται μέσω αυτών - ότι η Χρυσή Αυγή δεν κάνει εγκλήματα και ότι τα μέλη της είναι νορμάλ οικογενειάρχες. Κι εκείνος απλά άφησε την κάμερα του να καταγράφει συγκλονιστικές εικόνες: Τα μικρά παιδιά του παπά αδερφού του Ηλιόπουλου να παίζουν με πιστόλια καθ' υπόδειξιν της γιαγιάς τους. Την ίδια να καθαρίζει τις καραμπίνες και τα όπλα του γιου της ενώ πίσω της βλέπαμε μία σβάστικα στο παράθυρο της αποθήκης. Μ' αυτόν τον τρόπο έδειξε το αληθινό πρόσωπο του τέρατος: Μία γυναίκα που σε άλλο σημείο της ταινίας αποποιείται το ναζιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης ή ακόμη και την ύπαρξη όπλων, να συντηρεί τον οπλισμό του φυλακισμένου γιου της και να ξεχνάει ενδεχομένως πως πίσω της υπάρχει το κατεξοχήν ναζιστικό σύμβολο! Έτσι, ο Χάβαρντ Μπούστνες κατέρριψε το βασικό επιχείρημα των χρυσαυγιτών: Το ότι ένα σύστημα ολόκληρο τους πολεμάει με ψέματα, ενώ οι ίδιοι ψεύδονται ασυστόλως και ξεδιάντροπα.

Η μάνα του Ηλιόπουλου αντικειμενικά παρουσιάζει το πιο αξιόλογο, από ψυχαναλυτικής άποψης, πρόσωπο του ντοκιμαντέρ: Μία ευκατάσταση ηλικιωμένη γυναίκα, πρώην οπαδός του ΠΑΣΟΚ, που μπήκε στον «εθνικισμό» εξ αιτίας του γιου της και έθεσε εαυτόν στις υπηρεσίες της οργάνωσης. Τρικυμία εν κρανίω...Η ίδια γυναίκα απ' τη μια μιλάει για την έννοια της αγάπης στη μικρή εγγονή της κι απ' την άλλη οπλίζει κυριολεκτικά το χέρι του παιδιού. Τη μια αρνείται τις πράξεις βίας («εμένα ο γιος μου είναι καλό παιδί» λέει σε μια φάση, «δεν τα κάνει αυτά», αναφερόμενη στις βιαιοπραγίες του Κασιδιάρη), την άλλη όμως παραδέχεται με κυνισμό πως «τον θέλουμε κι έναν σαν τον Κασιδιάρη»! Τη μια κάνει κήρυγμα στον ταξιτζή πως τα όπλα της οργάνωσης είναι...fake news, την άλλη όμως καθαρίζει με φροντίδα τα δεκάδες όπλα του γιου της. Φρίκη! Η ψυχοπαθολογία στο αποκορύφωμα της!

Η σύζυγος Γερμενή είναι το πλέον κλασικό δείγμα γυναίκας χρυσαυγίτισσας: Έχει θράσος και αναίδεια, ξέρει καλά το ρόλο της και την ιδεολογία της, μισεί τους ξένους, που και που βρίζει τον σκηνοθέτη, έχοντας ξεχάσει προφανώς πως είναι καλωδιωμένη και την γράφει η κάμερα, ενώ μόνο για ελάχιστα λεπτά τη βλέπουμε να υιοθετεί μια πιο νορμάλ ανθρώπινη συμπεριφορά. Ναζίστρια με τη βούλα που δεν διστάζει να το εκφράζει: «Ο ναζισμός είναι στη Γερμανία, εδώ λέγεται εθνικισμός»! 

Με την Ουρανία Μιχαλολιάκου τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: Ένα ευφυέστατο κορίτσι, ετοιμόλογο και σίγουρα πιο μορφωμένο απ' τον μέσο χρυσαυγίτη. Μεγαλωμένο σ' ένα σπίτι με ναζιστικά σύμβολα και χιτλερικούς χαιρετισμούς, απ' τον μπαμπά μέχρι τον νονό, είναι γαλουχημένη με τα αντίστοιχα ιδεώδη, τα οποία ποτέ δεν αρνείται on camera, αν και προσπαθεί τεχνηέντως να αποφύγει τον συσχετισμό. Ώρες - ώρες μοιάζει να αμφισβητεί τις προθέσεις του Μπούστνες και «αμύνεται»: Είναι η «μάσκα» που βάζει μπροστά στο πρόσωπο της, όπως ο σκηνοθέτης δεν διστάζει κι εκείνος απ' τη μεριά του να της το σχολιάσει κατάμουτρα.

Η προτελευταία σεκάνς του ντοκιμαντέρ βασίζεται σε έναν διάλογο σχεδόν απόκοσμο και τρομαχτικό: Η φιλόζωη Ουρανία απομακρύνεται με το σκυλάκι της μες τη βροχή. Προηγουμένως ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει, τεχνηέντως κι αυτός, τις πραγματικές του προθέσεις: Η Ουρανία τον ρωτάει γιατί θέλει σώνει και καλά να του εξομολογηθεί ότι είναι ναζίστρια. «Γιατί είμαι ανθρωπιστής» της απαντάει αυτός «και προσπαθώ να βρω κάτι θετικό μέσα σου». Το κορίτσι αρκείται στη «ζωή που έχει πολλές επιλογές» και φεύγει από κοντά του...

Ο Χάβαρντ Μπούστνες έφτιαξε ένα υποδειγματικό ψυχολογικό - πολιτικό ντοκιμαντέρ χωρίς καμία διάθεση προπαγάνδας. Πέτυχε ως δαιμόνιος να παρεισφρήσει στον κλειστό κύκλο των εγκληματιών και να παρουσιάσει με ζουρναλίστικη αμεσότητα την τερατωδία και τα ψεύδη τους. Χαρά στο κουράγιο του και την τόλμη του πάνω απ' όλα! Όπως ο Τζόσουα Οπενχάιμερ έκατσε μια εφταετία στην Ινδονησία παρακολουθώντας στενά τα έργα και τις ημέρες των δολοφόνων φασιστών, έτσι και ο Μπούστνες έμεινε για πολύ καιρό στην Ελλάδα κινηματογραφώντας τη δράση της Χρυσής Αυγής απ' τη μεριά των γυναικών της. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, όπως και κάθε άλλος εγχώριος κινηματογραφικός φορέας, απουσίαζαν απ' τους τίτλους του ντοκιμαντέρ του. Μπορώ να το καταλάβω και να το εξηγήσω: Ένα τόσο δύσκολο project χρειαζόταν απόλυτη μυστικότητα κι εδώ το χωριό είναι μικρό. Όλο και κάτι θα διέρρεε στον Τύπο και έτσι θα προξενούταν η άρση της εμπιστοσύνης των χρυσαυγιτών προς το πρόσωπο του. Αφού, ακόμη, ο Μπούστνες είχε εξασφαλίσει τα κεφάλαια τριών χωρών συνολικά για την ταινία του, δεν είχε κανένα λόγο να μπλέξει με το ελληνικό δημόσιο και κατ' επέκταση με την περαιτέρω δημοσιότητα. 

Τα «Κορίτσια της Χρυσής Αυγής» προβλήθηκαν και ακόμη προβάλλονται στο εξωτερικό, ενημερώνοντας τον πλανήτη ολόκληρο για ότι έζησε η χώρα μας μέχρι και την έναρξη της δίκης των Χρυσαυγιτών. Δείχνοντας, τέλος, πως οι Ναζί παραμένουν κυνικοί, ψυχροί και αδίστακτοι, σκεπάζοντας την ψυχοπαθολογία τους με ανόητες συνομωσιολογίες, ψέματα και, πάνω απ' όλα, με μίσος για καθετί ξένο και διαφορετικό. Υπάρχει όμως μία μικρή διαφορά: Φτάνοντας στο σήμερα και μαθαίνοντας τα γελοία επιχειρήματα των καταδικασμένων για να μην οδηγηθούν στη φυλακή, συνειδητοποιεί κανείς πως οι γυναίκες που μιλάνε στο ντοκιμαντέρ ενδεχομένως να ήταν πιο δυνατές απ' αυτούς και να αποδέχονταν ακόμη και με στωικότητα τις ποινές τους. Κι εδώ το μήνυμα είναι τεράστιο: Μέσα σε μία ιδεολογία που θέλει τη γυναίκα υποτακτική και δουλοπρεπή απέναντι στον Ναζί σύζυγο - σύντροφο κλπ., στη χώρα μας τουλάχιστον αποδεικνύεται πως οι φουσκωτοί νταήδες είναι πιο φοβιτσιάρηδες απ' τις ίδιες τις γυναίκες τους. Μεγάλος μάγκας ο Χάβαρντ Μπούστνες! Του βγάζω το καπέλο!