Γερμανικές εκλογές 2021 – η ψυχραιμία που άναψε τα αίματα

Tο ποιoς, πότε και γιατί της γερμανικής ετυμηγορίας.   

Νίκος Κουλούσιος, Thomas Jung 22/09/2021 | 19:02

Κυριακή κοντή γιορτή για τους Γερμανούς ψηφοφόρους. Η προεκλογική περίοδος που προηγήθηκε υπήρξε για πολλούς η πιο πληκτική και αδιάφορη στην πολιτική ιστορία της χώρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αργός θάνατος των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) στις τοπικές εκλογές αναπτέρωσε αρχικά το ηθικό των Πρασίνων (Die Grünen). Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) έβλεπαν εαυτούς να χάνουν την πρωτιά, για πολλοστή φορά στην πρόσφατη, πονεμένη ιστορία τους. Λίγες βδομάδες όμως πριν κοπεί το νήμα της διεξαγωγής των εκλογών, τα δεδομένα άλλαξαν άρδην. Ήρθαν τα πάνω-κάτω κυριολεκτικά, μετά από μια αναπάντεχη τροπή των δημοσκοπικών ευρυμάτων που άλλαξε την εικόνα δραματικά. Η ανατροπή των μέχρι πρότινος διεξαχθέντων σφυγμομετρήσεων συνδοιάστηκε και με ένα ακόμη, ιστορικό, γεγονός. Για πρώτη φορά στα εκλογικά χρονικά της Γερμανικής Δημοκρατίας δεν συμμετέχει εν ενεργεία καγκελάριος στον αγώνα για την ανάδειξη του επόμενου καγκελάριου. Κι έτσι, οι εκλογές που πολλοί Γερμανοί είχαν «ξεγράψει» ως ανιαρές, απέκτησαν νέα, ενδιαφέρουσα και πολυσήμαντη πνοή κι ουσία.

Ούτε ένας μήνας δεν πέρασε από τον καιρό που, δημοσκοπήσεις και κοινή γνώμη έβγαζαν στις πρώτες θέσεις τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Πράσινους. Τα δύο αυτά κόμματα πίστευαν όλοι πως θα κονταροχτυπιούνταν στην μάχη για τη γερμανική ψήφο, και όποιο έβγαινε πρώτο θα αναλάμβανε και την ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης. Κυβέρνησης συνασπισμού, όπως όλα έδειχναν και συνεχίζουν να δείχνουν. Ενός συνασπισμού που, και πάλι όπως διαφαινόταν τότε, θα είχε ως βασικό κορμό τα δύο αυτά κόμματα, τους δυο διεκδικητές της πρωτιάς, τον δεξιό και τον αριστερό πόλο. Αυτό συζητούσε ο κόσμος, αυτό έγραφαν εν πολλοίς οι εφημερίδες και τα κοινωνικά δίκτυα, αυτό αποτύπωναν και οι δημοσκόποι. Σε όλη την γερμανική επικράτεια.

Και καθώς όλα έβαιναν «καλώς», σε μια πορεία σχεδόν προδιαγγεγραμμένη και πολυαναμενόμενη, η προεκλογική περίοδος που κυοφορήθηκε δεν είχε κανένα σασπένς. Δεν δόθηκε καμία μάχη επί συγκεκριμένων διακυβευμάτων. Το πολιτικό χρώμα της προεκλογικής αντιπαραθεσης έγραφε κάπως ξεθωριασμένο, αφού οι δυο κεντρικοί αντίπαλοι έμελλε να συνεργαστούν μετεκλογικά και να μοιραστούν την όποια εκλογική επιτυχία, αφήνοντας μικρά περιθώρια για πάθη, πόλωση και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Στη συνείδηση του κόσμου και των δημοσιογραφικών κύκλων, οι διαφορές ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά συνοψίζονται χονδρικά στο εξής δίπολο: Τα τρία κόμματα της αριστεράς (Grünen, SPD, Die Linke) ζητούν μεγαλύτερη φορολογία για τους έχοντες, σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού και γενναίες επενδύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τα Συντηρητικά κόμματα και το Φιλελεύθερο FDP ζητούν όχι μόνο να μην αυξηθεί η φορολογία για τους έχοντες, αλλά και να μειωθεί περαιτέρω. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο δεν συζητήθηκε ουσιαστικά στα επίσημα προεκλογικά πηγαδάκια. Καμία προεκλογική καμπάνια κανενός από τους δύο διεκδικητές της πρωτιάς, δεν στάθηκε στα επι μέρους θέματα, ούτε ανέλυσε με σαφήνεια τις πολιτικές που θα ακολουθήσει το κόμμα αν βγει πρώτο. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται τις διαφορές ανάμεσα σε Συντηρητικούς και Πράσινους δια της ωσμώσεως, από συνήθεια κι αλληλεπίδραση με πολιτικούς και των δύο χώρων. Το αφήγημα ήταν το εξής απλό, αν και ανείπωτο:  Το δίπολο δεξιά vs αριστεράς είναι ένα μοτίβο «χιλιοειπωμένο» κι επαναλαμβανόμενο, και ως τέτοιο αφήνεται να οδηγήσει την προεκλογική μάχη, σαν αυτόματος πιλότος, μέχρι την κάλπη. Κανείς δε φάνηκε να κόπτεται για το ποιος είναι ακραιφνής δεξιός ή ακραιφνής αριστερός. Το ζητούμενο ήταν μόνο ποιος θα είναι ο ακραιφνής νικητής. Τα περισσότερα ΜΜΕ πόνταραν μόνο στο ποιο από τα δύο κόμματα (CDU ή Πράσινοι) μπορεί να αρπάξει την πρωτιά, μετατρέποντας την εκλογική διαδικασία σε κούρσα ιππόδρομου. Εν τέλει ο πραγματικός γκανιάν ήταν το «μαύρο άλογο», το αουτ-σάιντερ που κανείς δεν περίμενε να βγει μπροστά. Το μη-θρίλερ ανάμεσα σε Πράσινους και Συντηρητικούς, η πεζή και πληκτική μη-πόλωση ανάμεσα στους κεντρικούς διεκδικητές, το κενό ουσιαστικά της ιδεολογικής διαμάχης των δύο μεγάλων, έως τότε, κομμάτων επί συγκεκριμένων ζητημάτων αλλά και το σόου της σταθερής πολιτικής πορείας που έπαιζαν στην πλειοψηφία τους τα γερμανικά ΜΜΕ – όλα αυτά μαζί έστρωσαν τον δρόμο για την ολική επαναφορά ενός κόμματος που έμοιαζε να έχει κολλήσει στην τρίτη ή και τέταρτη θέση της γερμανικής ψήφου.

Για μήνες το SPD ήταν κολλημένο στο 15%, ενώ Συντηρητικοί και Πράσινοι είχαν «σταθεροποιηθεί» αρκετά πάνω από το 20%. Αυτή τη στιγμή, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, οι Σοσιαλδημοκράτες αγγίζουν το 25% της γερμανικής πρόθεσης ψήφου, με τους Χριστιανοδημοκράτες να έπονται με 20% και τους Πράσινους να υπολείπονται με 15%.  Οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD, ενώ θεωρούνταν πολιτικά «νεκροί» από τη μεγαλύτερη μερίδα του τύπου και του κόσμου, διεμβόλισαν με πάταγο την αψιμαχία Πράσινων και Συντηρητικών, εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο κάθε σπιθαμή των αδυναμιών που επέδειξαν οι δύο βασικοί κομματικοί τους αντίπαλοι. Με δεδομένο πως οι γερμανικές δημοσκοπήσεις, ιδίως της τελευταίας βδομάδας, δεν πέφτουν (σχεδόν) ποτέ πραγματικά έξω, το SPD φαινεται να κερδίζει την πρωτιά την ερχόμενη Κυριακή.

Η έλλειψη πολιτικής αντιπαράθεσης επί συγκεκριμένων θέσεων και πολιτικών, στιγματίστηκε κατά κύριο λόγο από το «πολιτικό βάρος» των εκφραστών της. Ή σωστότερα, από την απουσία πολιτικού μεγέθους των βασικών διεκδικητών της Καγκελαρίας. Οι εκλογές αυτές φέρουν στην επιφάνεια μια σειρά από «αδύναμους» πολιτικούς αρχηγούς, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους υποψήφιους Καγκελάριους των Συντηρητικών και των Πράσινων, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα ωχριούν ακόμα περισσότερο απέναντι στην δημοσκοπική επέλαση του Σοσιαλδημοκράτη διεκδικητή της Καγκελαρίας. Η αδυναμία των υποψηφιών του CDU και των Πράσινων ήταν εξαρχής έκδηλη, καθώς και οι δύο αναδείχθηκαν στη θέση του υποψήφιου έχοντας διεξάγει επιθετικές εκστρατείες αναντίον αντιπάλων τους μέσα στα κόμματα τους που είχαν όμως μεγαλύτερη δημοφιλία από τους ίδιους, μεγαλύτερο έρισμα στη κομματική τους βάση. Ήταν χαμένοι από χέρι οι κερδισμένοι των εσωκομματικών, έλεγαν πολλοί αναλυτές.

Στο στρατόπεδο των Πράσινων, η Αναλένα Μπέρμποκ είναι η 40χρονη υποψήφια Καγκελάριος που διαθέτει μηδενική κυβερνητική εμπειρία. Με την έναρξη της προεκλογικής της καμπάνιας, βρέθηκε μπλεγμένη σε αρκετά σκάνδαλα. Το βιογραφικό της σημείωμα αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Γερμανικού κοινοβουλίου φορτωμένο με σωρεία ψευδών στοιχείων, που στόχο είχαν να «αναβαθμίσουν», έστω και πλασματικά, το ηγετικό προφίλ της. Το βιβλίο που έγραψε και το οποίο κυκλοφόρησε στην αρχή της εκστρατείας της, βρέθηκε εκ των υστέρων να είναι κατά ένα σημαντικό μέρος του προϊόν λογοκλοπής. Τρίτον και σοβαρότερο κατά πολλούς, «ξέχασε» να δηλώσει στην εφορία εισοδήματα που είχε παράλληλα με τον μισθό της βουλευτού. Ασυγχώρητο σφάλμα για μία αριστερή ηγέτιδα που μάχεται για κοινωνική δικαιοσύνη, για ισονομία και για μεγαλύτερη φορολογία για τους έχοντες. Το (πάλαι ποτέ) ηθικό πλεονέκτημα που έφερε τους Πράσινους ένα βήμα από την πρωτιά τους τελευταίους μήνες, εξανεμίστηκε στη θολούρα που ξεσήκωσε η Αναλένα στο αρχηγικό της διάβα.

O υποψήφιος των Συντηρητικών και αρχηγός του κόμματος Άρμιν Λάσετ είδε τη δημοτικότητα του να παραπαίει, όταν τον κατέγραψε ο ανελέητος τηλεοπτικός φακός να ξεκαρδίζεται στα γέλια, την ώρα που ο Γερμανός Πρόεδρος απευθυνόταν με σεμνότητα σε όσους επλήγησαν από τις καταστροφικές πλημμύρες στα δυτικά της Γερμανίας – και μάλιστα ενώ στεκόταν ακριβώς πίσω από τον Πρόεδρο Στάινμάιερ. Ο Λάσετ είναι ο κυβερνήτης στο μεγαλύτερο από τα ομόσπονδα γερμανικά κρατίδια, αλλά πέρα από αυτό δεν ήταν ιδιάιτερα γνωστός στο ευρύ κοινό της χώρας. Ως κυβερνήτης δέχθηκε σφοδρή κριτική και για τους χειρισμούς του στην πανδημία, που αποδείχτηκαν το λιγότερο ανεπαρκείς. Αν προσθέσει κανείς σε όλα αυτά και τις χλιαρές πολιτικές του θέσεις και εκφράσεις, δεν θα ήταν άτοπο αν τον χαρακτήριζε τον πιο «κενό περιεχομένου» υποψήφιο της κούρσας.

Με τα σκάνδαλα να κατακλύζουν τους ηγέτες των Συντηρητικών και των Πράσινων, ο Σοδιαλδημοκράτης υποψήφιος Όλαφ Σολτς είδε τις προεκλογικές «μετοχές» του να χτυπούν τρελές αποδόσεις. Δεν είναι μόνο τα ποσοστά του κόμματος του που σκαρφάλωσαν 10 ποσοστιαίες μονάδες στις μετρήσεις. Σημαντική υπεροχή καταγράφει ο ίδιος και στη δημοτικότητα των υποψήφιων για την Καγκελαρία, με ποσοστά που αγγίζουν το 50%, ενώ οι άλλοι δύο υποψήφιοι βρίσκονται κάτω απο το 20%. Ο Όλαφ Σολτς ήταν προηγουμένως δήμαρχος της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Γερμανίας, του Αμβούργου, ενώ τώρα κατέχει τα ηνία του υπουργείου Οικονομικών στην κυβέρνηση Μέρκελ. Όπως και οι εκ δεξιών και αριστερών συνυποψήφιοί του, ο Σολτς δεν είναι φτιαγμένος από τη στόφα ενός χαρισματικού ηγέτη. Έχει όμως το ατού που έκανε και την Μέρκελ «χρυσή πρωταθλήτρια» στην πολιτική ιστορία της Γερμανίας: είναι σταθερά ατάραχος και μετρημένος. Αποφεύγει τις ακρότητες. Προτείνει στο ακροατήριο μια ηρεμία και μια σοβαρότητα που δύσκολα θα ρισκάρει να αμαυρώσει με παράτες και εξόφθαλμες αναντιστοιχίες. Και το δικό του όνομα έχει εμπλακεί σε οικονομικά σκάνδαλα, αλλά, με το ήπιο προφίλ του έχει καταφέρει να μην ξεσηκώσει το κοινό και τα ΜΜΕ εναντίον του.

Ο Όλαφ Σολτς γνωρίζει με βεβαιότητα πως το κόμμα του δεν απολαμβάνει της ίδιας δημοτικότητας με τον ίδιο. Τα δημοσκοπικά νούμερα ευνοούν τον ίδιο πολύ περισσότερο από ότι ευνοούν το κόμμα του SPD. Με αυτό κατά νου, ο Σολτς εμφανίζεται να προωθεί το ίδιο μήνυμα ξανά και ξανά μέσω των ΜΜΕ στους Γερμανούς ψηφοφόρους: «όποιος θέλει εμένα για Καγκελάριο, πρέπει να ψηφίσει το SPD». Και το μήνυμα ελήφθη! Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, οι διαρροές προς το κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών φαίνεται να είναι μεγάλες όχι μόνο από τους Πράσινους, αλλά και από τους Χριστιανοδημοκράτες. Τα κόμματα της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς έχουν ως σύνολο «πάρει τα πάνω τους» τις τελευταίες δύο βδομάδες. Κάτι που κάνει το SPD να ονειρεύεται, βάσιμα πλέον, μια κυβερνητική πλειοψηφία που θα βασίζεται σε έναν Κοκκινοπράσινο συνασπισμό (SPD & Die Grünen), με μπροστάρη τον «μεγάλο νικητή» Όλαφ Σολτς. Αν βέβαια συνεχίσουν τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών την ανοδική τους τάση, κάτι που δεν επιβεβαιώνεται άμεσα καθώς το SPD βρίσκεται κολλημένο στο 25% εδώ και ένα δεκαπενθήμερο.

Σε κάθε περίπτωση, πλείστες είναι οι δημοσκοπήσεις που δίνουν σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στον συνασπισμό του SPD με τους Πράσινους και το κόμμα Die Linke. Αυτός είναι ο λόγος που η συντηρητική παράταξη έχει επιδοθεί σε έναν μαραθώνιο εκφοβισμού της κοινής γνώμης, κραδαίνοντας το ενδεχόμενο της «αριστερής στροφής» ως μπαμπούλα που θα καταστρέψει ό,τι έχτισαν με κόπο και θυσίες οι Γερμανοί πολίτες επί παντοκρατορίας της Μέρκελ. Μπούμερανγκ όμως γύρισε η προπαγάνδα των Χριστιανοδημοκρατών. Ούτε ο φίλα διακείμενος στο CDU τύπος και τα συντηρητικά ΜΜΕ δεν ασπάστηκαν την εκστρατεία εκφοβισμού για το ενδεχόμενο ενός Κοκκινοπράσινου συνασπισμού. Τα συντηρητικά πυρά αποδείχθηκαν άσφαιρα, κι αυτό γιατί όλα σχεδόν τα ΜΜΕ αποφάσισαν να κλείσουν τα αυτιά στις προεκλογικές καταστροφολογικές σειρήνες, πιστεύοντας βαθιά πως ο μόνος λόγος που ο Σολτς «παίζει» με το σενάριο του Κοκκινοπράσινου συνασπισμού, είναι για να το χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης ενάντια στο Φιλελεύθερο FDP... με το οποίο (σύμφωνα με αναλυτές) σκοπεύει στο τέλος της ημέρας να σχηματίσει κυβέρνηση. Μετρά και ζυγίζει τον μετεκλογικό του εταίρο, αφού τον φοβερίσει με το ενδεχόμενο να τον αφήσει έξω απο την επερχόμενη κυβέρνηση.

Αν κρίνει κανείς με βάση τις δημοσκοπήσεις και μόνο, ο επόμενος συνασπισμός θα αποτελείται από τρία κόμματα. Δυνητικά και οι συντηρητικοί θα μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους (FDP). Όμως αυτό το ενδεχόμενο απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο. Όπως ακριβώς και το FDP δεν προτίθεται να «βάλει πλάτη» στο SPD και τους Πράσινους για να κερδίζουν την πολυπόθητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έτσι και οι Πράσινοι δεν προτίθενται να βάλουν πλάτη και να στηρίξουν το CDU και το FDP με στόχο έναν δεξιόστροφο συνασπισμό. Υπάρχει βέβαια και ο εναλλακτικός δρόμος μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, που θα στηρίζεται κατά κύριο λόγο από το SPD και τους Πράσινους, αλλά εμμέσως θα υποβαστάζεται και από το Die Linke. Το κόμμα που βρίσκεται στα αριστερά και των δύο, δεν έχει καταφέρει να πείσει το γερμανικό εκλογικό σώμα, στα μάτια του οποίου ακόμα φαντάζει ως η συνέχεια του κομματικού καθεστώτος που ηγήθηκε της Ανατολικής Γερμανίας στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Το Die Linke έχει τοποθετηθεί θετικά στο σενάριο της έμμεσης στήριξης, χωρίς να ελπίζει σε υπουργικούς θώκους.

Ένα είναι το μόνο σίγουρο, μέσα στη σχετική αβεβαιότητα των κατά τα άλλα προβλέψιμων στατιστικών της γερμανικής εκλογής. Όποιος διαδεχθεί την Άνγκελα Μέρκελ και σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση, θα βρεθεί αντιμέτωπος με προκλήσεις ων ουκ έστιν αριθμός.