Generali εναντίον στρατηγών: Το δυναμικό των δύο εμπόλεμων και η ποιότητα των ηγητόρων τους

Το ανανεωμένο Κουτί της Πανδώρας εγκαινιάζει ακόμα μια ενότητα. Δείτε ιστορικά θέματα, αφιερώματα και ντοκουμέντα από το πλούσιο αρχείο του HOT DOC HISTORY.

Γιάννης Μπαζός, Συγγραφέας 28/10/2018 | 08:18

Ολοι ήταν βετεράνοι της Μικράς Ασίας και του ιταλοτουρκικού πολέμου. Παπάγος-Πράσκα. Πιτσίκας-Ρόσι. Το στρατήγημα του Κατσιμήτρου που ο ίδιος κηλίδωσε

Η ιταλική επίθεση τον Οκτώβριο του 1940 μπορεί να ήταν κεραυνός εν αιθρία για τους Ελληνες, όμως από την πλευρά τους οι Ιταλοί ήταν καλά προετοιμασμένοι. Το ιταλικό σχέδιο πολέμου έφερε την ονομασία «Emergenza G» (Επείγον/ουσα Ελλάς) και προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν η κατάληψη των Ιονίων Νήσων –απαραίτητο προγεφύρωμα– και της Ηπείρου. Στη δεύτερη φάση, θα καταλαμβανόταν η δυτική Μακεδονία με την ενίσχυση νέων  μονάδων που θα αποβιβάζονταν στα νησιά και τα ηπειρωτικά. Τρίτη φάση, η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με σκοπό την κατάκτηση της χώρας. Το σχέδιο είχε εκπονηθεί συνυπολογίζοντας την ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας.

Το μέτωπο είχε μήκος περίπου 150 χιλιομέτρων, σε μια εξ ολοκλήρου ορεινή και εξαιρετικά δύσβατη περιοχή. Η οροσειρά της Πίνδου χώριζε το θέατρο επιχειρήσεων στα δύο: αυτό της Ηπείρου (δυτικά) και εκείνο της δυτικής Μακεδονίας (ανατολικά).

Ιταλικές δυνάμεις. Το σχέδιο του Πράσκα

Την παραμονή της επίθεσης στην Ελλάδα στην ανώτατη στρατιωτική διοίκηση Αλβανίας υπό τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα υπάγονταν οι εξής ιταλικές δυνάμεις:

Το XXV Σώμα Στρατού «Τσαμουριά» υπό τον στρατηγό Κάρλο Ρόσι στην Ηπειρο που περιλάμβανε:

 Την 23η Μεραρχία Πεζικού «Φερράρα» υπό τον στρατηγό Τζανίνι, αναπτυγμένη στις περιοχές Μέρτζανη - Πρεμετή και Γεωργουτσάδες - Αργυρόκαστρο με δύναμη 21.000 αντρών.

 Την 51η Μεραρχία Πεζικού «Σιένα» υπό τον στρατηγό Γκαμπούτι, αναπτυγμένη στις περιοχές Κονίσπολη – Δέλβινο - Αγιοι Σαράντα και με δύναμη 12.500 αντρών.

 Την 131η Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυρος» υπό τον στρατηγό Μάλι αναπτυγμένη στις περιοχές Τεπελένι - Αργυρόκαστρο με δύναμη 2.200 αντρών και 40 αρμάτων.

 Τη Μεραρχία Ιππικού, ενισχυμένη με μονάδες πυροβολικού και πεζικού, υπό τον στρατηγό Ριβόλτα.

Η συνολική δύναμη του XXV Σώματος έφτανε τους 42.000 άντρες και περιλάμβανε 22 τάγματα πεζικού, 61 πυροβολαρχίες (18 βαριές), 90 άρματα, τρία συντάγματα, μία επιλαρχία ιππικού και δύο τάγματα όλμων.

Ανατολικότερα, στη βορειοδυτική Μακεδονία και τη γιουγκοσλαβική μεθόριο είχε παραταχθεί το XXVI Σώμα Στρατού «Κορυτσά» υπό τον στρατηγό Γκαμπριέλε Νάσι που περιλάμβανε:

 Την 29η Μεραρχία Πεζικού «Πιεμόντε» υπό τον στρατηγό Γκρατορόλα ανατολικά της Κορυτσάς και δύναμης 12.500 αντρών.

 Την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα» υπό τον στρατηγό Νάλντι δυτικά της Κορυτσάς και με δύναμη 9.300 αντρών.

 Τη 19η Μεραρχία Πεζικού «Βενέτσια» υπό τον στρατηγό Μπονίνι από την Πρέσπα έως το Ελμπασάν που είχε δύναμη 10.000 αντρών.

 Την 53η Μεραρχία Πεζικού «Αρέτζο» υπό τον στρατηγό Φερόνε στην περιοχή της Σκόδρας, με δύναμη 12.000 αντρών.

 Ως εφεδρεία του σώματος υπήρχε ένα Τάγμα Βερσαλιέρων της 131ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας (50 άρματα) στην περιοχή της Ερσέκας.

Συνολικά το XXVI Σώμα διέθετε 44.000 άντρες και περιλάμβανε 32 τάγματα, 47 πυροβολαρχίες (οι πέντε βαριές), 60 άρματα, ένα σύνταγμα ιππικού, μία ίλη και τέσσερα τάγματα όλμων.

Ανάμεσα στα δύο σώματα στρατού, στην περιοχή Ερσέκα - Λεσκοβίκι, την επίλεκτη 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» υπό τον στρατηγό Τζιρότι, με δύναμη 10.800 αντρών και σύνθεση πέντε τάγματα, έξι ορειβατικές πυροβολαρχίες και μια ίλη ιππικού.

Τις παραπάνω δυνάμεις κάλυπτε η ιταλική αεροπορία, η οποία διέθεσε στο μέτωπο της Αλβανίας 179 καταδιωκτικά, 225 βομβαρδιστικά και 59 αναγνωριστικά, συνολικά δηλαδή 463 αεροσκάφη.

Ελληνικές δυνάμεις. Το στρατήγημα Κατσιμήτρου

Οι κύριες ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή αριθμούσαν συνολικά περίπου 35.000 άντρες και ήταν:

Στην Ηπειρο, η VIIIη Μεραρχία Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, η οποία είχε ενισχυθεί με το στρατηγείο της III Ταξιαρχίας, υπό τον συνταγματάρχη Δημήτριο Γιατζή και μερικές ακόμη μονάδες πεζικού και πυροβολικού. Συνολικά διέθετε τέσσερις διοικήσεις συνταγμάτων πεζικού, 15 τάγματα πεζικού, 16 πυροβολαρχίες, πέντε ουλαμούς πυροβολικού συνοδείας, δύο τάγματα πολυβόλων κινήσεως, μία πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και μια μεραρχιακή μονάδα αναγνωρίσεως. Επιπλέον το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας είχε επιστρατευθεί και στις 27 Οκτωβρίου κινούνταν προς την Ηπειρο.

Ανατολικότερα, στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα, στο οποίο υπάγονταν:

 Το Β΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο, που αποτελούνταν από τις I (υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός) και IX (υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης) Μεραρχίες Πεζικού, τη V Ταξιαρχία Πεζικού και τον ΙΧα Συνοριακό Τομέα.

 Το Γ΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, που αποτελούνταν από τις X (υποστράτηγος Χρήστος Κίτσος) και XI (συνταγματάρχης ΠΒ Γεώργιος Κώτσαλος) Μεραρχίες Πεζικού, την IV Ταξιαρχία Πεζικού και τους IX, X και XI Συνοριακούς Τομείς.

Το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων της X Μεραρχίας ήταν στη Βέροια, στην Εδεσσα και στα Γιαννιτσά, ενώ της XI Μεραρχίας στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Την παραμονή της ιταλικής επίθεσης το ΤΣΔΜ ανέπτυξε στα αλβανικά σύνορα 22 τάγματα πεζικού και 22 και 1/2 πυροβολαρχίες.

Στην περιοχή της Πίνδου, ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και τη VIII Μεραρχία, το «Απόσπασμα Πίνδου» υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, που διέθετε το 51ο Σύνταγμα Πεζικού (δύο τάγματα), μια ορειβατική πυροβολαρχία των 75 χιλ., έναν ουλαμό πυροβολικού συνοδείας των 65 χιλ. και έναν ουλαμό ιππικού.

Εμπειροπόλεμοι και οι δύο. Μικρά Ασία και Ιταλοτουρκικός

Ποιοι ήταν όμως οι άνθρωποι πίσω από τα νούμερα και τα στατιστικά στοιχεία; Τόσο οι Ιταλοί όσο και οι Ελληνες αξιωματικοί ήταν εμπειροπόλεμοι. Οι περισσότεροι Ιταλοί είχαν πολεμήσει στον ιταλοτουρκικό πόλεμο (1911 – 1912) και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ οι Ελληνες ομόλογοί τους είχαν δοκιμαστεί στους βαλκανικούς πολέμους 1912-13, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας.

Το γενικό πρόσταγμα είχε ο στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, στρατιωτικός διοικητής της προσαρτημένης Αλβανίας, ο οποίος ήταν εμπνευστής του σχεδίου επίθεσης και πίστευε ότι εύκολα θα μπορούσε να διασπάσει την άμυνα των Ελλήνων. Πιθανότατα ο Πράσκα ήθελε όλη τη δόξα του εγχειρήματος για τον εαυτό του και αρνήθηκε σθεναρά τη συνδρομή άλλων συναδέλφων του, υποστηρίζοντας πως δεν χρειαζόταν τη βοήθεια άλλων μονάδων και πως αρκούσαν επτά μεραρχίες –όσες μπορούσε αυτός να διοικήσει– ενώ ο αρχικός σχεδιασμός που είχε γίνει το 1939  προέβλεπε σχεδόν τριπλάσιες δυνάμεις (22 μεραρχίες). Ετσι, στις 15 Οκτωβρίου του 1940, στο Παλάτσο Βενέτσια της Ρώμης, παρουσία του ίδιου του Ντούτσε και των Τσιάνο, Μπαντόλιο και Τζιακομόνι, ο Πράσκα υποστήριξε με θέρμη: «Θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την Ηπειρο σε σύντομο χρόνο, δέκα με δεκαπέντε ημέρες. Η επιχείρηση η οποία θα μας επιτρέψει να εκμηδενίσουμε τις ελληνικές δυνάμεις έχει προετοιμαστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια».

Στην εισβολή θα συμμετείχε το XXV Σώμα Στρατού «Τσαμουριάς», δύναμη 42.000 αντρών, τη διοίκηση του οποίου είχε ο διακεκριμένος στρατηγός Κάρλο Ρόσι (1880-1967), ο οποίος είχε υπηρετήσει στο 8ο Σύνταγμα Αλπινιστών στον πόλεμο κατά των Τούρκων στην Κυρηναϊκή το 1912 και ως λοχαγός στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αξιωματικός με πολλές διακρίσεις, που όμως αποστασιοποιήθηκε από τον σκληρό πυρήνα του φασιστικού καθεστώτος και δεν προσχώρησε στην κυβέρνηση του Σαλό.

Ο στρατηγός Λικούργκο Τζανίνι (1883-1961) διοικούσε την 23η Μεραχία Πεζικού «Φερράρα», δύναμης 12.800 αντρών και 3.500 Αλβανών.

Ο στρατηγός Γκουαλτιέρο Γκαμπούτι διοικούσε την 51η Μεραρχία Πυροβολικού «Σιένα», με 9.200 άντρες, η οποία την εποχή εκείνη αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Ναπολιτάνους.

Ο στρατηγός Μάλι διοικούσε την 131η Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυροι» με 4.050 άντρες. Ο Τζιοβάνι Μάλι, δύο φορές παρασημοφορημένος το 1915, διακρίθηκε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο με το παράσημο των ιπποτών της Σαβοΐας, ενώ το διάστημα 1941-1943 έγινε διοικητής του VII Σώματος Στρατού της Κορσικής και του XIII Σώματος Στρατού της Σαρδηνίας. Από το 1944 και ύστερα αποσπάστηκε στο υπουργείο Αμύνης της χώρας του.

Ο στρατηγός Ριβόλτα διοικούσε τη Μεραρχία Ιππικού, δύναμης 4.823 αντρών.

Το XXVI Σώμα Στρατού της Δυτικής Μακεδονίας διοικούσε ο στρατηγός Νάσι , με 44.000 άντρες,.

Ο στρατηγός Ατίλιο Γκραταρόλα διοικούσε την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα», με 12.000 άντρες.

Ο στρατηγός Νάλντι ήταν διοικητής της 29ης Μεραρχίας Πεζικού «Πιεμόντε», με 9.300 άντρες.

Ο στρατηγός Μπονίνι διοικούσε τη 19η Μεραρχία Πεζικού «Βενέτσια», με 10.000 άντρες.

Ο στρατηγός Φερόνε διοικούσε την 53η Μεραρχία Πεζικού «Αρέτσο», με 12.000 άντρες.

Η πορεία των Ελλήνων αξιωματικών

Αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος διοικούσε 56 συντάγματα, δηλαδή 35.000 άντρες.

Ο Ιωάννης Πιτσίκας ήταν επικεφαλής του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο υπάγονταν:

Το Β΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο και το Γ΄ Σώμα Στρατού (δυτ. Μακεδονία) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου.

Ο Ιωάννης Πιτσίκας ευνόησε τη συνθηκολόγηση, αλλά δεν την υπέγραψε. Αργότερα –το 1943– συνελήφθη από τις αρχές Κατοχής μαζί με τον Αλέξανδρο Παπάγο και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία έως το 1945. Διετέλεσε δήμαρχος Αθηναίων, υπουργός Αμύνης και Βορείου Ελλάδος.

Το Α΄ Σώμα Στρατού μεταφέρθηκε στην Ηπειρο και ήταν υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Παναγιώτη Δεμέστιχα. Λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση αντικαταστάθηκε από τον Τσολάκογλου. Ο Δεμέστιχας ήταν βασιλόφρων, αλλά αποστρεφόταν τον Παπάγο τον οποίο θεωρούσε ανεπαρκή και απόλεμο. Συνελήφθη το 1938 για συνωμοσία. Υπέγραψε τη συνθηκολόγηση μαζί με τους Τσολάκογλου και Μπάκο και καταγγέλθηκε από τον Παπάγο, ο οποίος παραιτήθηκε του στρατεύματος για να μην υπογράψει. Μετά την απελευθέρωση καταδικάστηκε για την ανάληψη του υπουργείου Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσολάκογλου.

Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII Μεραρχία, με 15 τάγματα πεζικού, 16 πυροβολαρχίες (30.000 άντρες) και το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της ΙΙΙ Μεραρχίας Πεζικού Πατρών.

Ο Κατσιμήτρος «παραβίασε» το αμυντικό σχέδιο (ΙΒβ) που προέβλεπε παραχώρηση ολόκληρης της Ηπείρου μέχρι τον Αραχθο στον εχθρό. Ηξερε πως το ηθικό των Ηπειρωτών στρατιωτών του θα έσπαγε. Το ΓΕΣ παραχώρησε στον Κατσιμήτρο το δικαίωμα επιλογής της αμυντικής γραμμής κι αυτός επέλεξε το Καλπάκι, πίσω από το φυσικό οχυρό του ποταμού Καλαμά. Δυστυχώς ο Κατσιμήτρος κηλίδωσε το άξιο –όπως αποδείχθηκε– αυτό στρατήγημά του αποδεχόμενος τη θέση του υπουργού Εργασίας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Μετά την απελευθέρωση δικάστηκε ως δωσίλογος και καταδικάστηκε σε πεντέμισι χρόνια φυλάκισης. Το 1949 με βασιλικό διάταγμα του χαρίστηκε το υπόλοιπο της ποινής του και το 1953 αποκαταστάθηκε  στον βαθμό του αντιστράτηγου εν αποστρατεία και του επιστράφηκαν τα παράσημά του.

Ο Γεώργιος Λάβδας διοικούσε τη ΙΙ Μεραρχία. Αργότερα υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Αγνωστος Μεραρχία» μιας αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης, η οποία στάθηκε προπομπός της δωσιλογικής οργάνωσης «Χ» και διαφώνησε με τον Γρίβα ο οποίος ήθελε να στρατολογηθούν και πολίτες.

Το Β΄ Σώμα Στρατού ήταν υπό τη διοίκηση του Γεωργίου Μπάκου. Ο Μπάκος ήταν φανατικός γερμανόφιλος και προσπάθησε ανεπιτυχώς να οργανώσει την «Κυανόλευκη Μεραρχία», συγκεντρώνοντας Ελληνες εθελοντές για να πολεμήσουν στο ρωσικό μέτωπο. Κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ και εκτελέστηκε.

Ο Βασίλειος Βραχνός διοικούσε την Ι Μεραρχία. Στην Κατοχή συμμετείχε στην «Αγνωστον Μεραρχία». Φυλακίστηκε στη Γερμανία έως το 1945. Πολέμησε στον Εμφύλιο και έγινε υφυπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Παπάγου το 1954.

Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης υπήρξε πρωτοπόρος της ιδέας της μηχανοκίνησης του πεζικού και της αξιοποίησης αρμάτων. Διοικούσε το Απόσπασμα Πίνδου που βρέθηκε απέναντι στην 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» του στρατηγού Τζιρότι, με 10. 800 άντρες. Τραυματίστηκε σοβαρά στις πρώτες μάχες και έτσι δεν συμμετείχε στην υπόλοιπη εκστρατεία. Παρ’ όλα αυτά εκείνη η πρώτη μάχη και νίκη θεωρείται πολύ σημαντική για την εξέλιξη του πολέμου. Ενώ ακόμη νοσηλευόταν –Δεκέμβριος του 1942– συνελήφθη από τους Ιταλούς μαζί με άλλους διακεκριμένους αξιωματικούς και κρατήθηκε ως όμηρος. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην Πάτρα και επιβιβάστηκαν στο ιταλικό πλοίο «Τσιτά ντι Τζένοβα» για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο κρατουμένων στην Ιταλία. Το πλοίο βυθίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο στην Αδριατική τον Ιανουάριο του 1943 και όλοι οι επιβαίνοντες πνίγηκαν.

Ο υποστράτηγος Γεώργιος Στανωτάς διοικούσε τη Μεραρχία Ιππικού η οποία έκλεισε το πέρασμα Βωβούσας – Μετσόβου. Διέφυγε στη Μέση Ανατολή το 1943, όπου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον Ελληνικό Στρατό Μέσης Ανατολής και επέστρεψε το 1945. Στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου, κατά την περίοδο Μάιος-Δεκέμβριος του 1947 διετέλεσε ανώτερος στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου. Παρότι στενός φίλος του Αλ. Παπάγου απείχε από την πολιτική, μένοντας πιστός στις στρατιωτικές αρετές.

Ο συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγκωνας διοικούσε την V Μεραρχία. Ο Παπαδόγκωνας στην Κατοχή υπήρξε «διακεκριμένος» δωσίλογος και συνεργάστηκε τόσο με τους Ιταλούς όσο και με τους Γερμανούς. Εγινε διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου με έδρα την Τρίπολη. Διεξήγε επιχειρήσεις για την καταστολή της Εθνικής Αντίστασης και ήταν υπεύθυνος για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων πατριωτών.

Ο Νικόλαος Κουρκουλάκος ήταν διοικητής του 66ου Συντάγματος. Αργότερα έγινε δωσίλογος και διετέλεσε διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πάτρα. Στάθηκε μέντορας του μετέπειτα δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου και ανταμείφθηκε από τη χούντα διοριζόμενος διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας.

Ο Χρήστος Γερακίνης διοικούσε το 90ό Σύνταγμα. Στην Κατοχή έγινε δωσίλογος και διετέλεσε επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Εύβοια. Αργότερα έγινε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Το 1952 εξελέγη βουλευτής με το κόμμα του Παπάγου και το 1954 υφυπουργός Συγκοινωνιών. Αντικαταστάθηκε από τον νεαρό τότε Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Ο Βασίλειος Αβδελλάς διοικούσε το XV Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού. Στην Κατοχή έγινε δωσίλογος και διετέλεσε πρωτοπαλίκαρο στη συμμορία του Τσαούς Αντών.

Ο υποστράτηγος Αναστάσιος Ρουσσόπουλος διοικούσε τη XVII Μεραρχία.

Εδώ έχουμε μια αντίθετη περίπτωση. Ο Ιωάννης Μουστεράκης ήταν διοικητής του 67ου Συντάγματος. Ο Μουστεράκης πέρασε ένα διάστημα από τη δωσιλογική οργάνωση ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση) που έδρασε στη Μακεδονία. Υστερα πέρασε στις τάξεις του ΕΛΑΣ, όπου πολέμησε με συνέπεια κατά των κατακτητών. Η προηγούμενη θητεία του δημιουργούσε ερωτήματα κι έτσι σε κάποια σύσκεψη των καπεταναίων ο Αρης Βελουχιώτης ρώτησε –μάλλον ειρωνικά– τον Καλλίνο (Αμάρμπεη): «Πιστεύεις πως ο Μουστεράκης θα μείνει μαζί μας;». Ο Μουστεράκης όχι μόνο έμεινε μέχρι τέλους, αλλά αργότερα ως εξόριστος άντεξε και στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ηταν ένας από τους 1.500 μόνιμους αξιωματικούς που εντάχθηκαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ. 

Οι φάσεις των πολεμικών επιχειρήσεων

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου άρχισε η επίθεση των Ιταλών. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς το Καλπάκι (θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου για να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθησή τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο.

Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου και στις 31 Οκτωβρίου οι Μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη θάλασσα δεν επέτρεψαν την προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα.

Στο χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 9 Νοεμβρίου οι επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η κύρια αμυντική τοποθεσία αποκρούστηκαν από τις δυνάμεις της 8ης Μεραρχίας του Κατσιμήτρου, οπότε στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις στην Ηπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας, απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή της Πίνδου.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από τη διείσδυση της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διασπάσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της δυτικής Μακεδονίας.

Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς οι ολιγομελείς φρουρές των φυλακίων κατά μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου και την επόμενη μέρα οι δυνάμεις του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν, αφού οι άντρες του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή.

Το ελληνικό επιτελείο διέγνωσε την απειλή και κατηύθυνε αμέσως όλες τις μονάδες στην απειλούμενη περιοχή. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να καταλάβουν τη Βωβούσα, (20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου), αλλά δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το αριστερό άκρο τους.

Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν την «Τζούλια» που εγκατέλειψε τη Βωβούσα, στις 4 Νοεμβρίου. Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθησαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια», οι οποίοι είχαν αποκοπεί, πολέμησαν σκληρά για την επιβίωσή τους. Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους Σμόλικα κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα. Στις 13 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, την οποία κατείχε η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της Μάχης της Πίνδου.

Για να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το ελληνικό επιτελείο στις 31 Οκτωβρίου προώθησε στην περιοχή το Γ' Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με την εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία, επίθεση που λόγω έλλειψης ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για τις 14 Νοεμβρίου.

Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξαπίνης το ιταλικό επιτελείο. Νέες μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ οι επιθέσεις στα ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την αποτυχία της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου, τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής διέταξε αμέσως τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ηταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Ελληνική αντεπίθεση (14 Νοεμβρίου 1940 - 8 Μαρτίου 1941)

Στις αρχές Νοεμβρίου έφτασαν ελληνικές ενισχύσεις, αφού η ουδετερότητα της Βουλγαρίας επέτρεψε στο ελληνικό επιτελείο να μεταφέρει μονάδες από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να τις αναπτύξει στο αλβανικό μέτωπο. Ετσι, ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών έως τα μέσα Νοεμβρίου, προτού εξαπολύσει αντεπίθεση. Εντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο ταξιαρχίες πεζικού και η μεραρχία ιππικού υπό τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ' Σώμα Στρατού, ενισχυμένα με μονάδες της βορείου Ελλάδας, εξαπέλυσαν επίθεση στις 14 Νοεμβρίου. Υστερα από σκληρή μάχη οι Ελληνες έσπασαν την οχυρωμένη μεθόριο στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου. Η αναποφασιστικότητα του ελληνικού γενικού επιτελείου έδωσε χρόνο στους Ιταλούς να αναδιοργανωθούν και να μην καταρρεύσουν τελείως, παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων στρατιωτικών.

Η επίθεση από τη δυτική Μακεδονία εξελίχθηκε σε γενική αντεπίθεση. Το Α' και το Β' Σώμα Στρατού προέλασαν στην Ηπειρο και με σκληρές μάχες κατόρθωσαν να καταλάβουν τους Αγίους Σαράντα, το Πόγραδετς, το Αργυρόκαστρο και τη Χειμάρρα, την παραμονή των Χριστουγέννων. Ουσιαστικά καταλήφθηκε ολόκληρη η Βόρεια Ηπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941 καταλήφθηκε και το πέρασμα της Κλεισούρας. Οι Ελληνες δεν κατόρθωσαν να προωθηθούν προς το Μπεράτι και απέτυχε η επίθεση στην Αυλώνα, παρότι οι ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Ετσι, στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε λόγω αριθμητικής υπεροχής πλέον των Ιταλών και λόγω της απομάκρυνσης από τα κέντρα ανεφοδιασμού.

Στο μεταξύ ο Μουσολίνι εξοργίστηκε όταν έμαθε πως ο στρατηγός Σοντού συνέχιζε ατάραχος να ασκεί το χόμπι του συνθέτοντας τα βράδια κινηματογραφική μουσική. Ετσι, ο Σοντού αντικαταστάθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου από τον ανταγωνιστή του «τεχνοκράτη» Ούγκο Καβαλέρο. Στις 4 Μαρτίου, με την απειλή της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Ελληνες. Συγκεκριμένα έστειλαν τέσσερις μεραρχίες –οι δύο τεθωρακισμένες– με 60.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον. 

Ιταλική εαρινή επίθεση (9 Μαρτίου 1941 - 23 Απριλίου 1941)

Οι δύο αντίπαλοι ήταν πολύ αδύναμοι για να ξεκινήσουν νέα μεγάλη έφοδο. Οι Ελληνες, έχοντας απογυμνώσει τα βόρεια σύνορά τους από όπλα και άντρες για να κρατήσουν το αλβανικό μέτωπο, ήταν υπερβολικά ευάλωτοι σε μια πιθανή γερμανική επίθεση μέσω Βουλγαρίας.

Οι Ιταλοί, θέλοντας να πετύχουν μια νίκη πριν από τη διαφαινόμενη πλέον γερμανική εμπλοκή, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα αντεπίθεση με την κωδική ονομασία «Primavera» (Ανοιξη). Συγκέντρωσαν δεκαεπτά μεραρχίες έναντι δεκατριών ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά επιτέθηκαν στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις 9 έως τις 20 Μαρτίου, αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Ελληνες και απλώς κατακτήθηκαν κάποια εδάφη βόρεια της Χειμάρρας και γύρω στο Μπεράτι. Από τότε και μέχρι τη γερμανική επίθεση στις 6 Απριλίου, οι επιχειρήσεις αποκλιμακώθηκαν. Η σημαντικότερη στιγμή της εαρινής επίθεσης ήταν η φονικότατη μάχη του Υψώματος 731.

Το αξιόμαχο και τα πλεονεκτήματα

Γιατί όμως απέτυχε το σχέδιο των Ιταλών; Η επιτυχής εφαρμογή του σχεδίου των Ιταλών στηριζόταν στην αιφνιδιαστική εισβολή με ταχυκίνητα μέσα, με σκοπό να προλάβει την επιστράτευση και συγκέντρωση του ελληνικού στρατού. Ο υφυπουργός των Στρατιωτικών στρατηγός Σοντού διαβεβαίωνε τον Μουσολίνι ότι σε μια βδομάδα ο ιταλικός στρατός θα ήταν στα Ιωάννινα και σε δεκαπέντε με είκοσι μέρες θα ήταν στην Πρέβεζα.

Σύμφωνα λοιπόν με το σχέδιο των Ιταλών από τις εννέα μεραρχίες που διέθεταν στην Αλβανία δύο διατέθηκαν για προκάλυψη προς τη Γιουγκοσλαβία, δύο στην περιοχή της Κορυτσάς για ενεργητική άμυνα, τρεις για την κύρια ενέργεια κατά της Ηπείρου και δύο για την κάλυψη της «κύριας ενέργειας». Οι δυνάμεις της «κύριας ενέργειας» ήταν ισχυρότερες έναντι των ελληνικών, σε πυροβολικό, πεζικό και τεθωρακισμένα, όμως το ορεινό έδαφος της Ηπείρου, οι αντιαρματικές οχυρώσεις και οι στενοί δρόμοι μείωσαν την ιταλική υπεροχή. Ενώ λοιπόν οι κατευθύνσεις ενέργειας του ιταλικού στρατού και ιδιαίτερα προς τον τομέα Ηπείρου ήταν ορθές, οι δυνάμεις που διατέθηκαν γι’ αυτό τον σκοπό ήταν ανεπαρκείς. Πιθανόν σε αυτό συνέβαλαν η υποτίμηση του αντιπάλου και η υπερτίμηση της ικανότητας της αεροπορίας και των αρμάτων μάχης της επίλεκτης μεραρχίας των «Κενταύρων» που αντιμετωπίστηκαν με αυτοσχέδια ναρκοπέδια στο έλος του ποταμού Καλαμά –ελλείψει ναρκών η περιοχή υπονομεύτηκε με βλήματα πυροβολικού–, ενώ πολλά από αυτά ακινητοποιήθηκαν από τους Ελληνες στρατιώτες με γυλιούς και κουβέρτες.

Μετά την εύκολη κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς (7-12 Απριλίου 1939), το ελληνικό επιτελείο είχε καταρτίσει το σχέδιο «ΙΒ» (Ιταλία-Βουλγαρία), για να αντιμετωπίσει μια πιθανή ταυτόχρονη επίθεση από τις δύο χώρες. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή Αραχθος - Μέτσοβο - Αλιάκμονας -Βέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη δυτική Μακεδονία. Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές και στη συνέχεια υπήρξαν δύο εναλλακτικά σχέδια: το σχέδιο «ΙΒα», που προέβλεπε την άμεση άμυνα στη γραμμή των συνόρων, και το σχέδιο «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης.

Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, που διοικούσε την VIII Μεραρχία, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.

Τελικά ο Κατσιμήτρος αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας - Καλπακίου και κατά μήκος του ποταμού Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, που υπογράμμιζαν ότι κύρια αποστολή των δυνάμεών του ήταν η κάλυψη της δυτικής Μακεδονίας και η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.

Οι Ελληνες είχαν μικρό πλεονέκτημα στο ότι οι μεγάλες μονάδες τους (μεραρχίες) περιλάμβαναν 30% περισσότερο πεζικό (τρεις σχηματισμούς συνταγμάτων έναντι δύο ιταλικών) και ελαφρώς περισσότερο πυροβολικό και τουφέκια έναντι των ιταλικών, αλλά δεν είχαν καθόλου άρματα μάχης, ενώ οι Ιταλοί μπορούσαν να βασιστούν και στην απόλυτη υπεροπλία τους στον αέρα έναντι της μικρής τότε Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας.

Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού του ελληνικού στρατού προερχόταν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή από χώρες όπως η Γερμανία (σύμμαχος της Ιταλίας) αλλά και το Βέλγιο, η Αυστρία ή η Γαλλία, οι οποίες βρίσκονταν υπό κατοχή, πράγμα το οποίο είχε αρνητικές επιπτώσεις στην προμήθεια ανταλλακτικών και πολεμοφοδίων. Οι Ελληνες χρησιμοποιούσαν το τουφέκι Μάνλιχερ (Mannlicher schoenauer). Ενας αναπάντεχος προμηθευτής φυσιγγίων στάθηκε για τους Ελληνες η Τουρκία που μας έδωσε 5.000.000 φυσίγγια Μάνλιχερ, ελληνικά λάφυρα από το 1922!

Οι περισσότεροι Ελληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22) και ο ελληνικός στρατός, παρά τα περιορισμένα μέσα του, είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη δεκαετία του 1930. Τέλος, το ηθικό του στρατεύματος, αντίθετα με τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άντρες έτοιμους να αντιμετωπίσουν τους Ιταλούς και να «πάρουν εκδίκηση για την “Ελλη”».

Μετά τον πόλεμο, πολλοί Ιταλοί αξιωματικοί παρομοίαζαν την ελληνική αντίσταση στην Hπειρο, με αυτήν των Τούρκων στα Δαρδανέλια στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να την αποδώσουν και στη συμμετοχή Μικρασιατών προσφύγων (περίπου 25%) από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923.

Oσο για το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού δεν πρέπει να δίνουμε τόσο βάση στην πολεμική προπαγάνδα και στις θεατρικές επιθεωρήσεις που παρουσίαζαν τους Ιταλούς στρατιώτες «φαιδρούς» και «δειλούς». Οι φονικότατες μάχες στα υψώματα της Γκραμπάλας –όπου έγινε για πρώτη φορά μάχη σώμα με σώμα με ξιφολόγχες και χειροβομβίδες – και η μάχη στο Υψωμα 731 που βάφτηκε στο αίμα –αλλάζοντας πολλές φορές χέρια– κάτω από ανηλεείς βομβαρδισμούς, τα πτώματα των Ιταλών στρατιωτών που έφεραν στον λαιμό ταυτότητες με τη γραφή «fanti della morte» (στρατιώτες του θανάτου) δείχνουν άντρες που πολέμησαν γενναία, αλλά ηττήθηκαν από έναν πιο ορμητικό αντίπαλο. Και αυτό δίνει ακόμη μεγαλύτερη αξία στη νίκη των προγόνων μας στην Αλβανία.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.