Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: «Αν ράγιζα, θα προσπαθούσα να κάνω τον κόσμο να ραγίσει μαζί μου»

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 21 Δεκεμβρίου 1940. Ήταν Αμερικανός συγγραφέας, από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης Χαμένης Γενιάς των Αμερικανών λογοτεχνών.

NewsRoom 21/12/2020 | 15:10

Απόσπασμα από το μικρό διήγημα «Το Ράγισμα» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, εκδ. Ροές.

Κατάλαβα ότι σ’ αυτά τα δύο χρόνια, θέλοντας να διατηρήσω κάτι -ίσως μια εσωτερική σιωπή, ίσως όχι-, είχα στερήσει απ’ τον εαυτό μου όλα τα πράγματα που συνήθιζα ν’ αγαπώ -ότι κάθε πράξη της ζωής, απ’ το πρωινό βούρτσισμα των δοντιών ως τον φίλο που συναντούσα στο φαγητό, είχε απαιτήσει μια προσπάθεια. Κατάλαβα πως επί μακρό διάστημα δε μου άρεσαν οι άνθρωποι και τα πράγματα, αλλά απλώς συνέχιζα το παλιό ετοιμόρροπο παιχνίδι να υποκρίνομαι πως μου άρεσαν.

Κατάλαβα πως ακόμα κι η αγάπη μου για τους πιο κοντινούς μου ανθρώπους είχε γίνει μια απόπειρα αγάπης, πως οι περιστασιακές μου σχέσεις -μ’ έναν εκδότη, έναν καπνοπώλη, το παιδί ενός φίλου- ήταν το μόνο που θυμόμουν από παλιότερες μέρες πως έπρεπε να κάνω. Τον ίδιο εκείνο μήνα έπαψαν να μ’ αρέσουν πράγματα όπως ο ήχος του ραδιοφώνου, οι κραυγές του ιπποδρόμου, η νεκρική σιγή της εξοχής –να περιφρονώ την ανθρώπινη τρυφερότητα, να γίνομαι αμέσως (έστω και συγκαλυμμένα) ευεπίφορος απέναντι στη σκληρότητα- να μισώ την ημέρα επειδή οδηγεί στη νύχτα.

Κοιμόμουν τώρα στραμμένος από τη μεριά της καρδιάς, επειδή ήξερα πως όσο πιο γρήγορα την κούραζα, ακόμα και λίγο, τόσο πιο γρήγορα θα ’ρχόταν η ευλογημένη ώρα του εφιάλτη που, σαν ένα είδος κάθαρσης, θα μου επέτρεπε να συναντήσω καλύτερα την καινούρια μέρα. Υπήρχαν μερικά μέρη, μερικά πρόσωπα που μπορούσα ακόμα να κοιτάζω. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι του Μιντλ Ουέστ, δεν είχα παρά εντελώς αόριστες φυλετικές προκαταλήψεις -ένιωθα πάντα μια μυστική έλξη προς τις ωραίες Σκανδιναβές ξανθές που κάθονταν στις βεράντες του Σεντ Πολ, αλλά δεν είχαν ανεβεί οικονομικά επαρκώς ώστε να αποτελούν μέρος εκείνου που ήταν τότε η κοινωνία.

Ήταν πολύ όμορφες για να είναι απλές «γκόμενες», κι έφευγαν πολύ γρήγορα απ’ τις αγροτικές φάρμες με σκοπό να κατακτήσουν μια θέση στον ήλιο, αλλά θυμάμαι πως γύριζα ολόκληρα τετράγωνα για να μπορέσω να ρίξω έστω και μια ματιά στα αστραφτερά μαλλιά τους -να νιώσω το υπέροχο «σοκ» μιας κοπέλας που δε θα γνώριζα ποτέ. Αυτό το είδος της κουβέντας είναι αστικό και αντιπαθητικό. Απέχει πολύ απ’ το γεγονός ότι εκείνη την τελευταία εποχή δε μπορούσα να ανεχτώ Κέλτες, Άγγλους, Πολιτικούς, Ξένους, Κατοίκους της Βιρτζίνια, Νέγρους (μελαψούς ή κατάμαυρους), πλασιέ και μεσάζοντες γενικά, όλους τους συγγραφείς (απέφευγα πολύ προσεκτικά τους συγγραφείς, γιατί μπορούν να διαιωνίσουν τις συμφορές όσο κανείς άλλος) -και όλες τις τάξεις ως τάξεις και τα περισσότερα από τα μέλη τους.

Προσπαθώντας να γαντζωθώ από κάτι, έβρισκα συμπαθητικούς τους γιατρούς, τα κοριτσάκια μέχρι την ηλικία γύρω στα δεκατρία και τα καλοαναθρεμμένα αγοράκια από οχτώ χρόνων και πάνω. Θα μπορούσα να νιώσω γαλήνη κι ευτυχία μ’ αυτές τις λίγες κατηγορίες ανθρώπων. Ξέχασα να πω ότι μου άρεσαν και οι ηλικιωμένοι -άνδρες πάνω από εβδομήντα, καμιά φορά και πάνω από εξήντα, αν τα πρόσωπά τους φαίνονταν ωριμασμένα. Μου άρεσε το πρόσωπο της Κάθριν Χέπμπορν στην οθόνη, όσα κι αν λέγονταν για τον αγαπημένο της χαρακτήρα, και το πρόσωπο της Μύριαμ Χόπκινς, και μου άρεσαν κι οι παλιοί φίλοι, αν τους έβλεπα μόνο μία φορά το χρόνο και μπορούσα να θυμηθώ τα φαντάσματά τους.

Όλα αυτά φαίνονται απάνθρωπα και ανώριμα, έτσι; Ε λοιπόν, φίλοι μου, αυτό είναι το πραγματικό χαρακτηριστικό του ραγίσματος. Δεν είναι ωραία εικόνα. Αναπότρεπτα μεταφέρθηκε εδώ κι εκεί μέσα στο πλαίσιό της και εκτέθηκε σε ποικίλες κριτικές. Μια απ’ αυτές προερχόταν από μια γυναίκα που η ζωή της έκανε τις ζωές των άλλων ανθρώπων να μοιάζουν με θάνατο -παρόλο που είχε εμφανιστεί με την καθόλου ελκυστική μορφή του παρηγορητή του Ιώβ.

Αν και η ιστορία αυτή είχε τελειώσει, ας παραθέσω τη συνομιλία μας σαν ένα είδος υστερόγραφου. «Αντί να είσαι τόσο λυπημένος για τον εαυτό σου», είπε, και καθώς έλεγε πάντα «άκου», γιατί σκεφτόταν όταν μιλούσε, αληθινά σκεφτόταν, συνέχισε: «Άκου, ας υποθέσουμε πως αυτό το ράγισμα δεν έγινε μέσα σου, αλλά πως ράγισε το Γκραντ Κάνυον». «Το ράγισμα έγινε μέσα μου» είπα ηρωικά. «Άκου! Ο κόσμος υπάρχει μόνο στα μάτια σου -σημασία έχει η αντίληψή σου για τον κόσμο. Μπορείς να τον κάνεις όσο μεγάλο ή μικρό θέλεις. Κι εσύ προσπαθείς να είσαι ένα αδύναμο μικρό άτομο. Μα τω Θεώ, αν ράγιζα, θα προσπαθούσα να κάνω τον κόσμο να ραγίσει μαζί μου. Άκου! Ο κόσμος υπάρχει μόνο εξαιτίας της ιδέας που έχεις γι’ αυτόν, κι επομένως είναι προτιμότερο να λες ότι δε ράγισες εσύ, αλλά το Γκραντ Κάνυον». «Επιστράτευσες όλο τον Σπινόζα σου;». «Δεν ξέρω τίποτα για τον Σπινόζα. Ξέρω…».

Και μίλησε για τα δικά της παλιά βάσανα, που φαίνονταν πιο οδυνηρά απ’ τα δικά μου, και μου εξήγησε με ποιον τρόπο τα αντιμετώπισε, τα ξεφορτώθηκε, τα νίκησε. Αυτά που είπε με επηρέασαν κάπως, αλλά είμαι άνθρωπος που σκέφτεται αργά, και μου ήρθε ταυτόχρονα στο νου το γεγονός ότι, απ’ όλες τις φυσικές δυνάμεις, η ζωτικότητα είναι η λιγότερο μεταδοτική. Τις μέρες που ο χυμός έρχεται σε κάποιον σαν αφορολόγητο είδος, αυτός προσπαθεί να τον ξοδέψει, να τον μοιράσει -αλλά πάντα χωρίς επιτυχία. Η ζωτικότητα δεν «αποκτάται ποτέ». Την έχεις ή δεν την έχεις, όπως την υγεία ή τα μαύρα μάτια ή το αίσθημα της τιμής ή μια φωνή βαρυτόνου.

Θα μπορούσα να της ζητήσω να μου δανείσει λίγη από τη δική της, που ήταν πακεταρισμένη και έτοιμη για μαγείρεμα στο σπίτι και για χώνεψη, αλλά δε θα ήταν ποτέ δυνατό να την αποκτήσω -ακόμα κι αν περίμενα χίλιες ώρες με το τενεκεδένιο φλιτζάνι του αυτοοικτιρμού. Θα μπορούσα να βγω από την πόρτα της κρατώντας τον εαυτό μου πολύ προσεκτικά, σαν ραγισμένο πορσελάνινο σερβίτσιο, και να πάω μακριά στον κόσμο της πικρίας, όπου έφτιαχνα ένα σπίτι με υλικά σαν αυτά που βρίσκονται εδώ -και να λέω στον εαυτό μου μόλις έβγαινα από την πόρτα της: «Υμείς είστε το άλας της γης. Εάν δε το άλας μωρανθεί, εν τίνι ολισθήσεται;» (Κατά Ματθαίον, 5-13). Φεβρουάριος 1936