Εξώδικο της Σπυροπούλου και απάντηση του koutipandoras.gr

Εξώδικο επέλεξε να μας στείλει η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου, για τα δημοσιεύματά μας που αφορούσαν την ανάθεση της μήνυσης Βγενόπουλου κατά Θάνου στην ίδια, αν και ο γιος της σχετίζεται επαγγελματικά με τον καταζητούμενο συνεργάτη του Βγενόπουλου.

NewsRoom 03/06/2016 | 12:33

Η κυρία Σπυροπούλου μπορούσε απλώς να μας απαντήσει ως όφειλε ως δημόσιο πρόσωπο σε όσα γράφουμε, αλλά επέλεξε τον δρόμο του εξωδίκου. Αν και η στάση της να δηλώσει κώλυμα τελικώς στην ανάληψη της μήνυσης επιβεβαιώνει το δημοσίευμά μας, θεωρεί πως τη θίξαμε με όσα γράψαμε. Παραθέτουμε λοιπόν το εξώδικο της κυρίας Σπυροπούλου και την απάντηση του koutipandoras.gr.

Το εξώδικο της Ευσταθίας Σπυροπούλου

Η απάντηση του koutipandoras.gr

Η κυρία αντεισαγγελέας κάνει αναφορά σε ανακρίβειες. Καλό θα είναι λοιπόν να δούμε αν είναι ανακρίβειες όσα γράφουμε και πολύ περισσότερο ψέματα.

Η κυρία Σπυροπούλου αναφέρεται στον τίτλο μας που γράφει «Ανέλαβε την υπόθεση Βγενόπουλου Εισαγγελέας που ο γιος της δουλεύει στον καταζητούμενο συνεργάτη του Βγενόπουλου» για να υποστηρίξει πως γράφουμε ανακρίβειες, αφού όπως λέει η υπόθεση, της ανατέθηκε και δεν την ανέλαβε.

Η κυρία Σπυροπούλου για κάποιον λόγο που η ίδια ξέρει παραλείπει πως αυτό ακριβώς γράφει το ρεπορτάζ και συγκεκριμένα: «Η πολυδιαφημισμένη μήνυση του Βγενόπουλου κατά της Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου, ανατέθηκε στην αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου».

Είναι γνωστό άλλωστε πως η ανάληψη δικογραφιών από εισαγγελείς γίνεται με ανάθεση από προϊσταμένους τους και όχι με οικειοθελή επιλογή. Δεν κατανοούμε λοιπόν την προσπάθεια εμφάνισης του αυτονόητου ως ανακρίβεια.

Φανταζόμαστε επίσης πως η κυρία Σπυροπούλου δεν έχει στείλει εξώδικα σε δεκάδες sites που έχουν ορθά γράψει όπως και εμείς πως αναλαμβάνει την υπόθεση της μήνυσης Βγενόπουλου κατά Θάνου.

Ας πάμε όμως σε αυτό που η κυρία Σπυροπούλου δεν σχολιάζει ιδιαίτερα. Σύμφωνα με την παραδοχή της, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου της ανέθεσε τη μήνυση Βγενόπουλου στις 18 Μαΐου 2016 και δήλωσε κώλυμα στις 24 Μαΐου. Όπως είναι γνωστό η ανάθεση αυτή συνοδεύεται συνήθως με φυσική επαφή της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου με τον εισαγγελέα στην οποία αναθέτει την υπόθεση. Το ερώτημα είναι, αν υπήρξε αυτή η συνάντηση, γιατί η κυρία Σπυροπούλου δεν αρνήθηκε να αναλάβει την υπόθεση αυτομάτως; Γιατί χρειάστηκε να περάσει μια ολόκληρη εβδομάδα για να κάνει δήλωση αποχής και αφού είχε σχολιαστεί δυσμενώς στην Εισαγγελία η μη δήλωση αποχής της;

Το δεδομένο ότι ο γιος της εργαζόταν σε επιχείρηση του Φόρου δεν το έμαθε στις 24 Μαΐου αλλά το γνώριζε όταν της ανατέθηκε η υπόθεση.

Η κυρία Σπυροπούλου η οποία υποστηρίζει πως της ανατέθηκε η υπόθεση (κατ’ άρθρο 29, παρ. 4, ΚΠΔ) επειδή είναι υπεύθυνη για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων που φέρονται να έχουν τελεστεί από Ανώτατους Δικαστικούς Λειτουργούς, γνωρίζει επίσης πως θα μπορούσε να ανατεθεί και στους αναπληρωματικούς αντεισαγγελείς Καραγιάννη και Ζαΐρη, αλλά η κυρία Κουτζαμάνη επέλεξε την ίδια.

Η κυρία Σπυροπούλου, αναφερόμενη στη σχέση της με την υπόθεση του Βατοπεδίου μας αποδίδει πως την κατηγορούμε για τις καθυστερήσεις στη δικογραφία. Το δημοσίευμα όμως λέει άλλο πράγμα. Πως η ανάθεση της δικογραφίας στην ίδια αντί της διαβίβασής της στη Βουλή όπως είχαν αποφασίσει οι συνάδελφοί της Κολιούσης και Σωτηροπούλου, καθυστέρησε τη δικογραφία και εξυπηρέτησε πολιτικά κάποιους. Γράφει το ρεπορτάζ συγκεκριμένα: «Η ανάληψη της δικογραφίας από τη Σπυροπούλου σύμφωνα με δημοσιεύματα, εξυπηρετούσε εκείνη την εποχή την καθυστέρηση της διαδικασίας και την προσπάθεια να μην πάει η δικογραφία στη Βουλή όπου θα αναδεικνυόταν η ευθύνη των τριων υπουργών». Είναι προφανές πως αναφερόμαστε σε αυτούς που επέλεξαν να συνεχίσουν την «έρευνα» αντί να στείλουν τη δικογραφία με τα ονόματα των υπουργών στη Βουλή, δηλαδή στον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδά και στον προϊστάμενο της κυρίας Σπυροπούλου, Καρούτσο. Και το κάνουμε αναφέροντας δημοσιεύματα της εποχής, στα οποία τότε η κυρία Σπυροπούλου δεν είχε αντιδράσει.

Παρ’ όλα αυτά, η κυρία Σπυροπούλου δεν είναι εκτός κριτικής για τις καθυστερήσεις. Όπως η ίδια παραδέχεται κράτησε τη δικογραφία δέκα μέρες. Μία δικογραφία για την οποία είχαν ήδη αποφανθεί υπηρσιακά δύο συνάδελφοί της, οι οποίοι μάλιστα είχαν τη γεναιότητα να παραιτηθούν όταν υπήρξαν άνωθεν παρεμβάσεις. Συνεπώς ο καθένας μπορεί να πει πως η κυρία Σπυροπούλου έπρεπε αυτομάτως να διαβιβάσει τη δικογραφία στη Βουλή, σεβόμενη μάλιστα τους συναδέλφους της και τη στάση τους. Οι εφημερίδες της εποχής είναι γεμάτες με άρθρα που την εμφανίζουν να ευθυγραμίζεται με την απαίτηση όσων επιχειρούσαν παρέμβαση και όχι με τους συναδέλφους της. Να σημειώσουμε επίσης πως η διαβίβαση της δικογραφίας έγινε μέσα σε ένα κλίμα κοινωνικής κατακραυγής και απαίτησης να σταματήσουν οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη.

Η κυρία αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εμφανίζει επίσης τον εαυτό της να μη σχετίζεται παρά με την έρευνα ενός κομματιού του σκανδάλου και συγκεκριμένα με τις ανταλλαγές και όχι τις δανειοδοτήσεις της Μονής (άρα με τα δάνεια που έδωσε η Marfin). Η κυρία Σπυροπούλου, γνωρίζει καλά πως κάθε εισαγγελέας και μάλιστα ανώτερος όπως ήταν αυτή, δεν περιορίζεται κατά την έρευνα σε «εντολές και οδηγίες» προϊσταμένων, αλλά σκοπός της είναι η διερεύνηση κάθε παράνομης πτυχής της υπόθεσης. Η άποψη που εκφράζει η κυρία Σπυροπούλου περί στενότητας της έρευνας, είναι η άποψη του τότε προϊσταμένου της κ. Καρούτσου πως οι εισαγγελείς «είναι όργανα όπως ο πταισματοδίκης και ο αστυνομικός!» Αυτή η υποτιμητική για εισαγγελικούς λειτουργούς άποψη, έχει δεχθεί την κοινωνική κατακραυγή και την απόρριψη από τον νομικό κόσμο.

Η κυρία Σπυροπούλου παραδέχεται επίσης πως η εντολή για την έρευνα περιείχε και την διερεύνηση της διακίνησης μαύρου χρήματος. Μα υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα έρευνας έπρεπε να τεθεί ο δανεισμός της Μονής κυρίως, πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε.

Εμείς αναγνωρίζουμε στην κυρία Σπυροπούλου και κάθε ανεξάρτητο εισαγγελέα το υψηλό καθήκον να διερευνά την παρανομία πέρα από την αστυνομική διάσταση Καρούτσου. Διαφορετικά ο Εισαγγελέας θα μοιάζει με τον τροχονόμο εκείνο που μπροστά του γίνεται πολλαπλό φονικό αλλά αυτός θεωρεί πως υποχρέωσή του είναι να διευθετεί την κίνηση και απέχει.

Η κυρία αντεισαγγελέας παραδέχεται πως ο γιος της προσελήφθη στον Όμιλο Χανδρή τον Οκτώβριο του 2015. Δηλαδή σε έναν Όμιλο σχετιζόμενο με τη MIG και τον Βγενόπουλο (υπήρξε επενδυτής Όμιλος) υπό τη διεύθυνση μάλιστα του καταζητούμενου Μάρκου Φόρου. Όταν δηλαδή η υπόθεση Βγενόπουλου και χειρισμού από τη Δικαιοσύνη, ήταν στο ζενίθ. Η κυρία Σπυροπούλου το εμφανίζει ως αποτέλεσμα αξιοκρατίας. Ορθά κάνει, πόσο μάλλον όταν είναι μητέρα. Αυτό όμως δεν αναιρεί πως κάποιοι μπορεί να είχαν σκοπιμότητες με την πρόσληψη αυτή. Συμφωνούμε πως τα παιδιά των δικαστών και των εισαγγελέων πρέπει κάπου να εργάζονται. Είναι μάλιστα αλήθεια πως πολλά από αυτά τα παιδιά, άξια και με προσόντα, αδικούνται εξαιτίας των επαγγελματικών επιλογών των γονιών τους και την ευθυξία τους. Αλλά και η κοινή γνώμη, πόσο μάλλον οι δημοσιογράφοι, έχουν δικαίωμα να αναρωτιούνται τι συμβαίνει όταν τα παιδιά αυτά εργάζονται σε επιχειρήσεις που οι παράγοντές τους εμπλέκονται σε υποθέσεις που ερευνά η Δικαιοσύνη.

Η απαίτησή της κυρίας Σπυροπούλου να κατέβουν τα δημοσιεύματα τα οποία μόνο αληθή και πραγματικά στοιχεία παραθέτουν, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ζούμε σε ένα κράτος, όπου θεωρητικά τουλάχιστον, η ελευθερία του Τύπου και της γνώμης προστατεύονται συνταγματικά. Η αντεισαγγελέας, ως δημόσιο πρόσωπο, είναι αντικείμενο με βάση τη νομολογία, σκληρής ακόμη και άδικης κριτικής. Θα έπρεπε η κυρία Σπυροπούλου να αποζητά αυτή την κριτική, αλλά κυρίως να προστατεύει νομικά όσους έχουν τον συνταγματικό ρόλο να την κάνουν. Αν η υπερβολή της απαίτησής της είναι αποτέλεσμα προσωπικής πικρίας, τότε πρέπει να σκεφτεί πως αυτό στο οποίο απολογούνται οι κατέχοντες τέτοιες θέσεις, είναι η απονομή Δικαίου και όχι το προσωπικό συναίσθημα. Και αφού η κυρία Σπυροπούλου είναι υπεύθυνη σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΚΠΔ, για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων από ανώτατους δικαστικούς, τις θέτουμε μερικά ερωτήματα των οποίων η διερεύνηση θα εξυπηρετήσει τη Δικαιοσύνη που κατά γενική ομολογία νοσεί. Η κυρία Σπυροπούλου θα προσφέρει μεγαλύτερο καλό διερευνώντας (από καθήκον πάντα) αυτά τα ερωτήματα παρά γράφοντας εξώδικα.

1. Είναι αλήθεια ότι ο διευθυντής της εταιρείας όπου εργάζεται ο υιός σας, εδώ και ένα εξάμηνο, δηλαδή ο στενός συνεργάτης Βγενόπουλου, κ. Μάρκος Φόρος, είναι φυγόδικος, εξαιτίας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών;

2. Έχει υποπέσει στην αντίληψή σας ότι το τελευταίο τουλάχιστον εξάμηνο έχουν συμβεί πραξικοπηματικές ενέργειες από συναδέλφους σας, που ευνοούν ευθέως και κατ’ αποτέλεσμα τον κ. Βγενόπουλο;

3. Τι άποψη εκφράζετε για την απόσπαση της δικογραφίας Βγενόπουλου από την κ. Τσατάνη και την αρχειοθέτησή της, για την οποία έχει διωχθεί πειθαρχικώς;

4. Τι άποψη εκφράζετε για τους υπηρεσιακούς χειρισμούς του κ. Σταμάτη Δασκαλόπουλου στην υπόθεση Βγενόπουλου;

5. Τι άποψη εκφράζετε για τους υπηρεσιακούς χειρισμούς της κ. Αθηνάς Θεοδωροπούλου στην υπόθεση Βγενόπουλου;

6. Τι άποψη εκφράζετε για το ότι η κ. Κουτζαμάνη σε ό,τι αφορά αιτήματα συγκεκριμένων επιχειρηματιών, που εκπροσωπούνται από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, τα προωθεί αναλόγως με συγκεκριμένες εισαγγελικές παραγγελίες, εν αντιθέσει με τα αιτήματα άλλων άσημων πολιτών;

7. Τι άποψη εκφράζετε για την αίτηση αναίρεσης του κ. Παρασκευαΐδη υπέρ του κ. Βγενόπουλου, η οποία πρόσφατα απορρίφθηκε;

8. Τι άποψη εκφράζετε για το ότι οι συνάδελφοί σας, κ. Ντογιάκος και κ. Τσατάνη, κρύβουν τη δικογραφία Βγενόπουλου από όσους έχουν έννομο συμφέρον να την πληροφορηθούν, ακόμη και από συναδέλφους σας εισαγγελείς, ακόμη και από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής;

9. Τι άποψη εκφράζετε για το ότι ο συνάδελφός σας, κ. Νικόλαος Παντελής, διέταξε άτυπη διοικητική έρευνα (εάν γνωρίζετε τον όρο), προκειμένου να νομιμοποιήσει την παράνομη αφαίρεση της δικογραφίας Βγενόπουλου από την κ. Τσατάνη;

10. Τι άποψη εκφράζετε για το ότι η συνάδελφός σας κ. Τσατάνη δήλωσε αποχή από δική μου υπόθεση, και η δήλωση αποχής της έγινε δεκτή μονομερώς από τον κ. Ντογιάκο, χωρίς να εισαχθεί στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών, όπως προφανώς συνέβη με τη δική σας δήλωση αποχής, επί της οποίας προφανώς θα προτείνει κάποιος εισαγγελικός λειτουργός που δεν έχει κώλυμα;

11. Συνεχίζετε να δηλώνετε δημόσια και να μας διαβεβαιώνετε, μάλιστα, ότι εκτός από εσάς και όλοι οι συνάδελφοί σας εισαγγελείς ασκούσαν και ασκούν ευόρκως τα καθήκοντά τους;

Όταν μας απαντήσετε στα παραπάνω ερωτήματα, για τα οποία, μάλιστα, θα μπορούσατε να διατάξετε έρευνα τουλάχιστον για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, -μην ξεχνάτε ότι είστε η τακτική εισαγγελέας για τη διερεύνηση τέτοιων αδικημάτων- τότε με παρρησία θα σας δηλώσουμε κι εμείς ότι χαιρόμαστε που δεν είμαστε μόνοι στην πάταξη των αδικημάτων διαφθοράς, είτε αφορούν τη μονή Βατοπεδίου, είτε όλους τους εγκληματίες του λευκού κολάρου, στους οποίους συμβουλεύουμε να αποφεύγουν να εργάζονται τα τέκνα των έντιμων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, όπως να αποφεύγουν να εργάζονται και σε δικηγορικά γραφεία που εμπλέκονται με τις υποθέσεις που χειρίζονται οι γονείς τους.