Επτά νομά σ’ ένα κελί

Την τελευταία φορά που κλείστηκαν εκδότες στη φυλακή, γλιτώσαμε τουλάχιστον από έναν Μητσοτάκη

Νίκος Παπαδογιάννης 14/01/2022 | 14:00

Αγαπητοί αναγνώστες, ιδίως εσείς οι νεότεροι που χαζεύετε στα πίσω θρανία, επιτρέψτε μου να σας πω μια ιστορία, από την εποχή του Μητσοτάκη. Όχι του υιού, αλλά του πατρός. Το ίδιο κάνει. Ή και χειρότερο. Δεν έχει σημασία. Ο λύκος δεν αλλάζει προβιά και ο Έλλην ψηφοφόρος δεν βάζει μυαλό. Αυτό είναι που έχει σημασία. Κλείστε για λίγο την τηλεόραση που παιανίζει την πρωινή ειδησεογραφία όπως την αντιλαμβάνονται οι οσφυοκάμπτες και αργυρώνητοι, και δώστε βάση. Στο τέλος θα σας κάνω και αιφνιδιαστικές ερωτήσεις.

Όταν ο πατήρ Μητσοτάκης είδε ως πρωθυπουργός τις εφημερίδες της εποχής να δημοσιεύουν προκηρύξεις της «17 Νοέμβρη», έφερε στη Βουλή στον διαβόητο νόμο 1916/90, «για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα». 

Οι διατάξεις του απαγόρευαν τη δημοσίευση προκηρύξεων και γενικά υλικού που «προήγαγε την τρομοκρατία», με ποινή προσωποκράτησης και κάθειρξης για τους κατά νόμο υπεύθυνους των –ακόμη παντοδύναμων, αφού η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση βρισκόταν στα σπάργανα- εφημερίδων. Ο «τρομονόμος», όπως εύστοχα βαπτίστηκε, φιλοτεχνήθηκε και υπερψηφίστηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας την επαύριο της δολοφονίας του Παύλου Μπακογιάννη (26 Σεπτεμβρίου 1989).

Ο δημοκρατικός Τύπος θεώρησε από την πρώτη στιγμή τον «τρομονόμο» ως καμουφλαρισμένη νάρκη ενάντια στην ελεύθερη δημοσιογραφία και μοχλό για την εγκαθίδρυση αστυνομικού κράτους, όμοιου με αυτό που χτίζει μέρα με τη μέρα ο υιός Μητσοτάκης τρεις δεκαετίες αργότερα.

Λίστα Πέτσα δεν υπήρχε τότε, ούτε αργυρώνητη δημοσιογραφία σαν τη θλιβερή σημερινή. Όταν λοιπόν τα τρομοκρατικά γκρουπούσκουλα εξέδωσαν προκηρύξεις για να δικαιολογήσουν τα φονικά αδικαιολόγητα τον χειμώνα του 1990-91, επτά εκδότες κορυφαίων εφημερίδων αποφάσισαν να αντισταθούν μαζικά στη θεσμοθετημένη φίμωση.

Ήταν οι Σεραφείμ Φυντανίδης (Ελευθεροτυπία), Χρήστος Θεοχαράτος (Έθνος),  Κώστας Παπαϊωάννου (Ποντίκι),  Κώστας Γερονικολός (Δημοκρατικός Λόγος), Σπύρος Καρατζαφέρης (48 Ώρες), Κώστας Κοντοπάνος (Αυριανή) και ο Δημήτρης Μαρούδας (Νίκη), που είχε πολυετή θητεία ως εκπρόσωπος Τύπου των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο Μητσοτάκης δεν ανέχθηκε την ανταρσία των δημοσιογράφων που τόλμησαν να κάνουν δημοσιογραφία. Η Αστυνομία έσπευσε βραδιάτικα στα σπίτια τους και τους μπουζούριασε όλους εν μία νυκτί, με εξαίρεση τον Φυντανίδη, που έλειπε στο εξωτερικό και συνελήφθη λίγες μέρες αργότερα. Τον έπιασαν μάλιστα την ώρα που μιλούσε στον ραδιοσταθμό Sky (έναν Σκάι μιας άλλης εποχής).

Αντιμέτωποι με ποινή φυλάκισης 5-10 μηνών, οι εκδότες διανυκτέρευσαν σε κελί της υποδιεύθυνσης Μεταγωγών και στη συνέχεια οδηγήθηκαν στον Κορυδαλλό. Οι επτά είχαν δικαίωμα έφεσης, αλλά αποφάσισαν ομόφωνα να μη το ασκήσουν, οπότε κλείστηκαν στα κάγκελα. Ναι, πήγαν στη φυλακή, κανονικά και με τον (τρομο)νόμο.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα συνδικάτα, οι νεολαίες, οι φοιτητικές παρατάξεις, έβγαλαν κόσμο στους δρόμους . Η κατακραυγή υπήρξε –ας πούμε- ομόφωνη, με τους καλλιτέχνες να πρωτοστατούν και να δίνουν συναυλίες συμπαράστασης έξω από τα ντουβάρια και τα συρματοπλέγματα των φυλακών Κορυδαλλού: Θάνος Μικρούτσικος, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργος Νταλάρας, Λουκιανός Κηλαηδόνης, νομίζω ότι ήταν και η Αφροδίτη Μάνου.

Οι έγκλειστοι εκδότες έμειναν στο κελί 13 ολόκληρες ημέρες, ώσπου αποφάσισαν ότι το μήνυμα είχε περάσει. Το ποσό της εγγύησης πληρώθηκε από τις Ενώσεις Ιδιοκτητών και Συντακτών, τις ίδιες που σήμερα κωφεύουν, εκτοξεύουν τη μπάλα στην εξέδρα ή σιωπούν εκκωφαντικά. Όταν οι επτά αποφυλακίστηκαν, αντιμετωπίστηκαν ως ήρωες από την κοινή γνώμη και από τον κλάδο.

Ο επαίσχυντος «τρομονόμος» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη καταργήθηκε το 1993, χωρίς να αντικατασταθεί από άλλον παρόμοιο, αν και αργότερα ακούστηκαν φωνές (από τον ίδιο τον εμπνευστή του, απόμαχο στο μεταξύ) για επαναφορά του, μετά την επανεμφάνιση της «17 Νοέμβρη». Οι βασικές διατάξεις του ήταν οι εξής:

*­ Το πλημμέλημα, κατά τις κοινές διατάξεις, της σύστασης και συμμορίας, που
αποτελεί παρεπόμενο αδίκημα μιας ομαδικής εγκληματικής πράξης, αντιμετωπιζόταν ως κακούργημα.

­* Οι υπεύθυνοι ΜΜΕ που δημοσίευαν προκηρύξεις τιμωρούνταν με φυλάκιση έως 6 μηνών και χρηματικά πρόστιμα έως 50 εκατ. δρχ., εφόσον ο εισαγγελέας απαγόρευε τη δημοσίευση.

­* Κάθε κατηγορούμενος για αδίκημα που είχε θεωρηθεί ως «τρομοκρατικό»
δικαζόταν σε πρώτο βαθμό από πενταμελές εφετείο και σε δεύτερο βαθμό από επταμελές, χωρίς τη συμμετοχή ενόρκων. Η σύνθεση του δικαστηρίου κληρωνόταν τρεις ημέρες πριν από τη δίκη και οι προβλεπόμενες ποινές ήταν αυστηρότερες από αυτές που προβλέπονται για τα ίδια αδικήματα, όταν αντιμετωπίζονται ως κοινά ποινικά αδικήματα.

*­ Οι καταδικασθέντες βάσει του νόμου δεν μπορούσαν να τύχουν ευεργετημάτων όπως η αποφυλάκισης υπό όρους, η εργασία στη φυλακή και άλλα παρόμοια.

*­ Προβλεπόταν αμοιβή 25.000.000 δρχ. για όποιους συνέδραμαν στη σύλληψη δραστών για τα εγκλήματα στα οποία αναφερόταν ο νόμος.

­* Μέλος ομάδας με εγκληματική δραστηριότητα όπως την περιέγραφε ο νόσμος μπορούσε να απαλλαγεί από κάθε κατηγορία, εφ’ όσον αποχωρούσε από αυτήν και έδινε πληροφορίες για τη δράση της, προτού ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη.

Δεν έχει πια νόημα να ψειρίσουμε άλλο τον «τρομονόμο» 1916/90, αφού η τρομοκρατία πόλεων στην Ελλάδα έχει ουσιαστικά πεθάνει. Ούτε ενδιαφέρει σε αυτή τη φάση η άποψη των νοικοκυραίων για όλα αυτά. Η ουσία είναι, ότι το μέτωπο που άνοιξε ο μπαμπάς Μητσοτάκης ενάντια στη δημοσιογραφία ήταν η αρχή του πολιτικού τέλους του, υπό το βάρος και των σκανδάλων που ακολούθησαν (ΑΓΕΤ/Καλτσεστρούτσι, βασιλική περιουσία κ.α.). Μιλάμε για την κυβέρνηση του Κατσίκη και των 150+2 βουλευτών.

Η καρέκλα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κλυδωνιζόταν επί 1-2 χρόνια, ώσπου τον έριξε από μέσα ο Σαμαράς, τον Σεπτέμβριο του 1993. Ουσιαστικά, εκεί τελείωσε και η πολυετής –αλλά εφιαλτική για τον τόπο, παρά τον όψιμο ρεβιζιονισμό- πολιτική καριέρα του.

Θα γίνει άραγε μπούμερανγκ και για τον σημερινό «Μωυσή» η εκδικητικότητα, το κυνήγι μαγισσών, η στρεψοδικία και η εργαλειοποίηση της ανεκδιήγητης Δικαιοσύνης; Μήπως η υπόθεση Βαξεβάνη γίνει αφετηρία του γκρεμοτσακίσματος, όπως διαβάζω ότι προβλέπουν ορισμένοι αναλυτές; Ακόμα και ψηφοφόρος με πολιτική σκέψη νηπίου αποκλείεται να δεχθεί την ενοχοποίηση αυτών που παλεύουν να αποκαλύψουν τα σκάνδαλα, έτσι δεν είναι; Ε; Ε;

Έπιασα δουλειά στην Ελευθεροτυπία τον Νοέμβριο του 1991, ενάμιση  μήνα μετά την αποφυλάκιση του Σεραφείμ Φυντανίδη, και έμεινα στις ταραγμένες επάλξεις μέχρι τον άδοξο θάνατο της εμβληματικής εφημερίδας. Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να ζήσω τα γεγονότα από μέσα. Θυμάμαι όμως τον ξεσηκωμό και τα πρωτοσέλιδα, αφού ξεκοκκάλιζα τις δημοκρατικές εφημερίδες καθημερινά (και το «Ποντίκι» τις Παρασκευές).

Τριάντα χρόνια αργότερα, βιώνω στο σκληραγωγημένο πετσί μου την απόπειρα κατατρομοκράτησης και κατασυκοφάντησης του Documento, από την πρώτη κιόλας μέρα της …μεταπολίτευσης του Ιουνίου 2019. Όχι μόνο του Documento και του Κώστα Βαξεβάνη  (και της προερχόμενης από την Ελευθεροτυπία Γιάννας Παπαδάκου), αλλά της δημοσιογραφίας συνολικά, ώστε να εκλείψει ο αντιπολιτευτικός λόγος.

Τα πρωινά αισθάνομαι ντροπή για την επαίσχυντη στάση των πετσωμένων συναδέλφων μου, τα βράδια οργή. Για τους δικαστάδες, που υπογράφουν αυτές τις αποφάσεις του αίσχους, καλύτερα να μη γράψω αυτά που σκέφτομαι, διότι φοβάμαι ότι θα καταλήξω στο ίδιο κορμί με τον Φυντανίδη και τον Μαρούδα. Χρειάζεται άραγε να οδηγηθεί ο Βαξεβάνης στον Κορυδαλλό για να υψώσει φωνή ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος; Aυτή είναι η αιφνιδιαστική ερώτηση που σας υποσχέθηκα.

Και σε αυτή την περίπτωση όμως, με δεδομένη τη διαρκή δολοφονία του χαρακτήρος του ανδρός, φοβάμαι ότι θα είναι περισσότερα τα «καλά του έκαναν» και τα «ας μη προκαλούσε», παρά τα «Γητσοτάκη μαμιέσαι» και τα «δικό σας συνάδελφοι». Ο Θάνος Μικρούτσικος δεν ζει πια, ενώ ο Σαββόπουλος και άλλοι σαν αυτόν πήγαν με τους απέναντι.

Ακόμα και αν βρεθούν κάποιοι ακοίμητοι καλλιτέχνες  να στήσουν τις κιθάρες τους έξω από τον Κορυδαλλό και από την Ευελπίδων, θα βάλει ο Μπακογιάννης τον Ρουβά να πει δυό άσματα με δικά μας λεφτά και θα φύγουν όλοι τρέχοντας, για να σωθούν από τα φάλτσα.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr