Τα ξημερώματα του Σαββάτου 18 Απριλίου 2026, αστυνομικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας και της ΟΠΚΕ πραγματοποίησαν συντονισμένες επιχειρήσεις σε έξι κατοικίες στην Αθήνα, στο πλαίσιο έρευνας για υπόθεση φθοράς δημόσιας περιουσίας που φέρεται να σημειώθηκε πριν από πέντε μήνες.
Οι επιχειρήσεις έγιναν κατόπιν μήνυσης του Δήμου Αθηναίων και με εισαγγελική εντολή, παρότι, όπως προκύπτει, δεν υπάρχουν κατηγορούμενοι αλλά μόνο ύποπτοι.
Σύμφωνα με καταγγελίες, οι αστυνομικοί εισέβαλαν σπάζοντας πόρτες, με προτεταμένα όπλα, ακινητοποιώντας τους ενοίκους, ενώ προχώρησαν σε εκτεταμένες κατασχέσεις ηλεκτρονικών συσκευών και έντυπου υλικού πολιτικού περιεχομένου. Οι προσαχθέντες οδηγήθηκαν στη ΓΑΔΑ και στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθεροι, με εξαίρεση ένα άτομο, το οποίο συνελήφθη για οπλοκατοχή λόγω κατοχής σουγιά τύπου κάμπινγκ.
Η δικογραφία παραμένει ανοιχτή και αφορά το άρθρο 187 παρ. 3 περί «εγκληματικής οργάνωσης» σε βαθμό πλημμελήματος, χωρίς ωστόσο να έχουν απαγγελθεί κατηγορίες ή να έχει δοθεί πρόσβαση στο περιεχόμενό της στους εμπλεκόμενους.
Η υπόθεση σχετίζεται με παρέμβαση με μπογιές σε δημοτικό κτίριο τον Νοέμβριο, στο πλαίσιο δράσεων ενάντια στον εξευγενισμό και υπέρ των καταλήψεων. Παρά τη χαμηλή ποινική απαξία της πράξης, η αντιμετώπιση φαίνεται να έλαβε χαρακτηριστικά ευρείας αστυνομικής επιχείρησης.
Σε ανακοίνωσή της, η Ανοιχτή Συνέλευση Υπεράσπισης του Λόφου Στρέφη καταγγέλλει ότι η επιχείρηση συνιστά «κατασταλτική αναβάθμιση» και αποσκοπεί στη δημιουργία κλίματος φόβου. Παράλληλα, αποδίδει ευθύνες στον Δήμο Αθηναίων και τον δήμαρχο Χάρη Δούκα, κάνοντας λόγο για σύμπλευση δημοτικών αρχών και κατασταλτικών μηχανισμών.
Η ανακοίνωση συνδέει την επιχείρηση με ευρύτερες κοινωνικές και δικαστικές εξελίξεις, όπως υποθέσεις που εκκρεμούν σε δικαστικό επίπεδο, αλλά και με κινητοποιήσεις σε γειτονιές της Αθήνας, καθώς και με τον αγώνα του απεργού πείνας Αριστοτέλη Χαντζή.
Τελικά ποιος μοιάζει με τρομοκρατική οργάνωση;
Η εικόνα που προκύπτει δεν αφορά απλώς μια αστυνομική επιχείρηση, αλλά εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τα όρια της κρατικής παρέμβασης και τη χρήση του ποινικού δικαίου. Η προσφυγή σε διατάξεις περί «εγκληματικής οργάνωσης», ακόμη και στη πλημμεληματική τους εκδοχή, για πράξεις χαμηλής ποινικής απαξίας και με εμφανή πολιτικό χαρακτήρα, συνιστά μια τάση διεύρυνσης του ποινικού πλαισίου προς πεδία που παραδοσιακά ανήκαν στη σφαίρα της πολιτικής έκφρασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ποινικοποίηση πολιτικής δράσης δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως εργαλείο. Η υπόθεση του Νίκου Ρωμανού, άλλωστε, είχε αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο το κράτος μπορεί να κινηθεί πέρα από τα όρια της αποδεδειγμένης ενοχής, βασιζόμενο σε ενδείξεις, συσχετισμούς ή πολιτική ταυτότητα.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να διερευνώνται πράξεις φθοράς ή παραβατικότητας, αλλά με ποια μέσα και με ποιες εγγυήσεις. Όταν η έρευνα μετατρέπεται σε επίδειξη ισχύος, όταν η υποψία εξισώνεται με την ενοχή και όταν πολιτικά χαρακτηριστικά εντάσσονται σε ποινικές κατηγορίες, τότε το κράτος δικαίου δοκιμάζεται.
Το διακύβευμα, συνεπώς, δεν περιορίζεται στη νομιμότητα μιας επιμέρους αστυνομικής επιχείρησης, αλλά γίνεται βαθιά πολιτική καθώς αφορά τη διατήρηση των θεσμικών εγγυήσεων που διαχωρίζουν την ποινική καταστολή από την πολιτική διαχείριση της διαφωνίας.
Και η συγκεκριμένη υπόθεση δείχνει πόσο εύκολα αυτή η γραμμή μπορεί να μετακινηθεί.
Διαβάστε επίσης:
Έκρηξη στους Αμπελοκήπους: Πρόταση για απαλλαγή του Νίκου Ρωμανού και άλλων 2
Θεσσαλονίκη: Μήνυμα 112 για την φωτιά σε εταιρεία ανακύκλωσης – «Κλείστε πόρτες και παράθυρα»
Open: Παραίτηση-βόμβα μετά το χαμό Κυρανάκη – Καραμήτρου στον «αέρα» – Στο φως ο διάλογος
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια