Εθισμένοι στα κοινωνικά δίκτυα;

Τον τελευταίο καιρό, η εξάρτηση από τα κοινωνικά δίκτυα αποτελεί πολυσυζητημένο όρο, μιας που όλο και περισσότερες έρευνες διεξάγονται πλέον γύρω από το ζήτημα. Μάλιστα, σύμφωνα με αυτές, η εξάρτηση αυτού του είδους ενδέχεται να έχει να κάνει με παθολογικά αίτια και κατατάσσεται στην κατηγορία των ψυχικών διαταραχών.

NewsRoom 24/01/2018 | 15:30

Της Ναταλίας Πετρίτη

Υπάρχουν δύο καθιερωμένοι Οργανισμοί που κατατάσσουν σε κατηγορίες τις ψυχικές διαταραχές: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση. Οποιοσδήποτε φερόμενος ως εθισμός πρέπει να ανταποκρίνεται σε ορισμένα κριτήρια πριν θεωρηθεί παθολογική συμπεριφορά και πρέπει να διεξαχθεί πρώτα μεγάλη έρευνα που να το επιβεβαιώνει. Μόλις τον Ιανουάριο του 2018, ανακοινώθηκε πως ο εθισμός στα βιντεοπαιχνίδια θα θεωρείται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως διαταραχή.

Αυτό που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για αυτή τη νέα ταξινόμηση είναι ότι ένας από τους εμπειρογνώμονες που διεξάγει έρευνες εδώ και δεκαετίες, ο Mark Griffiths στο Πανεπιστήμιο Nottingham Trent, που έχει διερευνήσει τον εθισμό στα τυχερά παιχνίδια, στον εθισμό στο διαδίκτυο και τώρα στην υπερβολική χρήση των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook, το Twitter και το Instagram, καταλήγει στο συμπέρασμα πως είναι δυνατό για ένα άτομο να παραμελεί πολλές πτυχές της ζωής του και να είναι εθισμένος στα κοινωνικά δίκτυα.

Στην έρευνά του διαπίστωσε ότι ο «εθισμός των κοινωνικών μέσων» παρουσιάζει όλα τα συμπεριφορικά σήματα που συνηθίζουμε να συσχετίζουμε με εθισμούς σε χημικές ουσίες, όπως το κάπνισμα ή το αλκοόλ. Αυτές οι εξαρτήσεις συνήθως περιλαμβάνουν αλλαγές στη διάθεση, κοινωνική «απόσυρση», συγκρούσεις με άλλους ανθρώπους και υποτροπή.

Ο σημαντικότερος παράγοντας βρίσκεται στο αν ένα άτομο μπορεί να διαφοροποιήσει στο μυαλό του την υγιή χρήση των κοινωνικών δικτύων από μια σχέση με αυτά που επηρεάζει αρνητικά τη ζωή του. Όσο η ενασχόληση με τα κοινωνικά δίκτυα και γενικά το διαδίκτυο δεν επηρεάζει τη δουλειά ενός ατόμου ή τις προσωπικές του σχέσεις, τότε δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ο καθορισμός ενός χρονικού ορίου για τη χρήση των κοινωνικών μέσων είναι για τον Griffiths πολύ σημαντικός παράγοντας, που δεν παύει όμως να πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με το πως είναι δομημένη γενικά η ζωή ενός ανθρώπου.

Για τους περισσότερους πολίτες, 2 ή 3 ώρες πλοήγησης στα κοινωνικά δίκτυα την ημέρα θεωρείται υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, όμως στατιστικά δεν παύει να είναι τόσος ο χρόνος που αφιερώνει ο μέσος άνθρωπος. Η πλειοψηφία των χρηστών του διαδικτύου δεν έχουν παθολογικές σχέσεις με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, πράγμα που σημαίνει ότι δύο ή τρεις ώρες πιθανώς δεν είναι πάρα πολλές. Γνωρίζουμε ότι πάνω από το ένα τρίτο των παιδιών ηλικίας 15 ετών στη Βρετανία χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για έξι ή περισσότερες ώρες την ημέρα, με μεγάλο μέρος του χρόνου αφιερωμένο σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης. Παρά τη μεγάλη κατανάλωσή τους, αυτή η εκτεταμένη χρήση δεν σημαίνει ότι οι νέοι άνθρωποι υποφέρουν. Ο χρόνος που δαπανάται στο διαδίκτυο είναι μόνο ένας παράγοντας. Υπάρχουν σαφώς άλλα πράγματα που πρέπει να εξεταστούν.

Ο Griffiths και η συνάδελφός του, Daria Kuss, δημοσίευσαν το πρώτο επιστημονικό άρθρο τους σε σχέση με τον «εθισμό SNS» (SNS= social networking sites) το 2011, σε μια εποχή που υπήρχαν μόνο τρία αντίστοιχα για το θέμα. Διαπίστωσαν ότι οι εξωστρεφείς άνθρωποι φαίνεται να χρησιμοποιούν αυτούς τους ιστότοπους για ενίσχυση της κοινωνικότητάς τους, ενώ οι εσωστρεφείς άνθρωποι τους χρησιμοποιούν σαν κοινωνικό υποκατάστατο. Διαπίστωσαν επίσης ότι ο περισσότερος χρόνος που δαπανάται σε αυτούς τους χώρους συνεπάγεται μικρότερη εμπλοκή με τις πραγματικές κοινότητες ανθρώπων. Το 2014, σε ένα άλλο έγγραφο, πρόσθεσαν ότι η χρήση των κοινωνικών δικτύων παρέχει συνεχείς ανταμοιβές: οι χρήστες ενδέχεται να ανακουφίσουν τον εαυτό τους από καταστάσεις που τους προκαλούν δυσφορία, γεγονός που οδηγεί μερικές φορές σε ψυχολογική εξάρτηση.

Μια ακόμη μεγάλη έρευνα του 2017 διαπίστωσε ότι όσοι εμφανίζουν συμπεριφορές εθισμού είναι πιο πιθανό να είναι γυναίκες, νέοι άνθρωποι και δεν βρίσκονται σε κάποιου είδους ερωτική σχέση. Τείνουν επίσης να έχουν χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης, εισοδήματος και αυτοεκτίμησης.

Σύμφωνα με το Griffiths, «Το θέμα της κοινωνικής δικτύωσης είναι ότι είναι μια κοινωνική συμπεριφορά. Όσον αφορά τις γενικές διαφορές φύλου, ο γυναικείος πληθυσμός τείνει να είναι πιο κοινωνικός από ό, τι ο αρσενικός».

Όπως σημειώνει ο Griffiths, ο εθισμός στα κοινωνικά δίκτυα έγκειται στο περιεχόμενο και το πλαίσιο της υπερβολικής χρήσης και όχι στον χρόνο που δαπανάται. Ωστόσο, σε ένα συνέδριο σχετικά με τα κοινωνικά μέσα και την ψυχική υγεία της Royal Society of Medicine, ο επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι πίσω από έναν τέτοιο εθισμό εξακολουθούν να είναι ασαφείς. Ένας λόγος μπορεί να είναι το λεγόμενο «fomo», που σημαίνει «fear of missing out» και περιγράφει τη διαδικασία στην οποία μπαίνει ο άνθρωπος που σκέφτεται ότι αν δεν χρησιμοποιεί συχνά τα κοινωνικά δίκτυα θα «χάσει» ειδήσεις και άλλα νέα από τους φίλους του. Δεν θα συμμετέχει σε μια κοινή δράση, δηλαδή. Ο εθισμός στα «έξυπνα τηλέφωνα» μπορεί επίσης να αποτελεί μέρος αυτού του προβλήματος, καθώς και ο φόβος του να μην έχουμε το τηλέφωνό μας μαζί ανά πάσα στιγμή. Τα πιο σημαντικά δεδομένα σχετικά με την έρευνα είχαν να κάνουν με το Facebook, ενώ λίγα στοιχεία είναι διαθέσιμα σχετικά με τις πλατφόρμες που βασίζονται σε φωτογραφίες όπως το Instagram και το Snapchat.

Αυτό σημαίνει ότι ο εθισμός SNS απέχει πολύ από το να χαρακτηρίζεται ως ψυχική διαταραχή. Η Amy Orben, ψυχολόγος κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, λέει ότι αυτή τη στιγμή έχει έντονες επιφυλάξεις για τον ορισμό των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης ως εθιστικών.

Είναι σαφές ότι υπάρχουν μειονεκτήματα στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η έρευνα έχει δείξει ότι οι νέοι που περνούν περισσότερες από δύο ώρες την ημέρα σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης είναι πιο πιθανό να δηλώσουν πως έχουν ζητήματα κακής ψυχικής υγείας. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το Instagram χαρακτηρίστηκε ως η χειρότερη πλατφόρμα κοινωνικών μέσων ενημέρωσης για την ψυχική υγεία των νέων σε μια βρετανική έρευνα, αφού η φιλτραρισμένη «πραγματικότητα» που παρουσιάζει κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πολύ άσχημα για τη ζωή τους που απέχει φυσικά από αυτή. Ωστόσο, το «ακροατήριό» του συνεχώς αυξάνεται, ενώ υπάρχουν πλέον πάνω από 800 εκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως.

Επίσης, γνωρίζουμε ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της χρήσης των κοινωνικών μέσων και της κατάθλιψης, αλλά άλλες έρευνες δείχνουν ότι η χρήση τους δεν είναι πάντοτε αρνητική. Μια μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι η σχέση μεταξύ του χρόνου μπροστά σε μια ψηφιακή οθόνη και της ψυχικής ευεξίας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε μέχρι ένα σημείο θεωρείται θετική, ενώ από ένα άλλο σημείο και μετά θεωρείται αρνητική. Σε κάθε περίπτωση, το κλειδί για υγιή χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, του smartphone και κατ' επέκταση των social media, δεν είναι άλλο από το μέτρο, κάτι που φυσικά είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται από την παιδική ηλικία του ανθρώπου.

πηγή: tvxs.gr

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.