Η κατοικία εξελίσσεται στη μεγαλύτερη πάγια δαπάνη για τα ελληνικά νοικοκυριά, με την Ελλάδα να καταγράφει τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, τα 36 ευρώ κατευθύνονται σε έξοδα στέγασης, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 19%.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το αυξανόμενο κόστος κατοικίας, το οποίο απορροφά σημαντικό μέρος των εισοδημάτων, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων πολιτών, παρά τις αυξήσεις που έχουν καταγραφεί στους μισθούς τα τελευταία χρόνια.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι ενδεικτικά της κατάστασης. Το 28,9% των Ελλήνων δαπανά περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται μόλις στο 8,2%. Πρακτικά, σχεδόν τρεις στους δέκα πολίτες βρίσκονται πάνω από το όριο που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί χαρακτηρίζουν ως υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση.
Οι μισθολογικές αυξήσεις δεν αρκούν
Παρά τη σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, το κόστος στέγασης αυξάνεται με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς, εξανεμίζοντας μεγάλο μέρος των εισοδηματικών ενισχύσεων.
Από το 2019 έως σήμερα ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί περίπου κατά 39%, ωστόσο οι τιμές των ενοικίων στις μεγάλες αστικές περιοχές έχουν κινηθεί σημαντικά υψηλότερα. Σε πολλές συνοικίες της Αθήνας οι αυξήσεις κυμαίνονται μεταξύ 55% και 70%, ενώ στη Θεσσαλονίκη ξεπερνούν το 50%. Μόνο μέσα στο 2025 τα ενοίκια στην Ελλάδα κατέγραψαν ετήσια αύξηση 10,1%, μία από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ασφυκτικές πιέσεις στους ενοικιαστές. Ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό λαμβάνει περίπου 780 ευρώ καθαρά, όταν η μίσθωση ενός μικρού διαμερίσματος σε πολλές περιοχές της Αθήνας κυμαίνεται πλέον από 500 έως 650 ευρώ τον μήνα. Σε αρκετές συνοικίες, ακόμη και ένα δυάρι ξεπερνά τα 700 ευρώ, με αποτέλεσμα το ενοίκιο να απορροφά πάνω από το 60% του μηνιαίου εισοδήματος.
Το στεγαστικό πλήττει πλέον και τη μεσαία τάξη
Εάν πριν από λίγα χρόνια το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στους νέους που αναζητούσαν την πρώτη τους κατοικία, σήμερα επεκτείνεται σταδιακά και στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα.
Οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται πλέον στις περιοχές υψηλής ζήτησης ή στους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Συνοικίες όπως το Περιστέρι, το Αιγάλεω, ο Κορυδαλλός, η Νίκαια, το Ίλιον, η Καλαμαριά και οι δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις, επηρεάζοντας χιλιάδες οικογένειες που καλούνται να ανανεώσουν τα μισθωτήριά τους με αισθητά υψηλότερα ενοίκια.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές, αλλά τα εισοδήματα
Παρότι η Ελλάδα δεν διαθέτει τα ακριβότερα ενοίκια στην Ευρώπη, εμφανίζει από τα χαμηλότερα διαθέσιμα εισοδήματα στην Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό βάρος της κατοικίας είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τους μισθούς.
Σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία οι ενοικιαστές μπορεί να πληρώνουν υψηλότερα ποσά, όμως διαθέτουν σημαντικά μεγαλύτερα εισοδήματα. Στην ελληνική περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά το ύψος του ενοικίου, αλλά η αναλογία του σε σχέση με τις αποδοχές, γεγονός που διατηρεί τη χώρα στις πρώτες θέσεις των ευρωπαϊκών δεικτών στεγαστικής επιβάρυνσης.
Υποχωρεί η ιδιοκατοίκηση
Η Ελλάδα αποτελούσε διαχρονικά μία από τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη. Ωστόσο, η πολυετής οικονομική κρίση, η μείωση των εισοδημάτων και οι δυσκολίες πρόσβασης σε στεγαστικό δανεισμό έχουν αλλάξει σημαντικά την εικόνα.
Ενώ πριν από δύο δεκαετίες περισσότερο από το 80% των νοικοκυριών κατοικούσε σε ιδιόκτητη κατοικία, σήμερα το ποσοστό έχει υποχωρήσει κάτω από το 70%, αυξάνοντας διαρκώς τον αριθμό όσων εξαρτώνται από την αγορά ενοικίου.
Παράλληλα, η μετάβαση από την ενοικίαση στην αγορά κατοικίας γίνεται ολοένα δυσκολότερη, καθώς οι υψηλές τιμές ακινήτων, το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και η συνολική επιβάρυνση του κόστους ζωής περιορίζουν τις δυνατότητες των νέων νοικοκυριών.
Οι αιτίες της ανόδου
Η ισχυρή ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων μετά το 2018, οι ξένες επενδύσεις, το πρόγραμμα Golden Visa, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η περιορισμένη κατασκευή νέων κατοικιών δημιούργησαν συνθήκες έντονης ανόδου των τιμών.
Την ίδια στιγμή, η οικοδομική δραστηριότητα δεν κατάφερε να καλύψει τη συσσωρευμένη ζήτηση που δημιουργήθηκε κατά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, οδηγώντας σε περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών και έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των ενδιαφερόμενων ενοικιαστών.
Ένα πρόβλημα με ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις
Αν και ο δημόσιος διάλογος για την ακρίβεια επικεντρώνεται κυρίως στις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, η κατοικία αναδεικνύεται πλέον στον σημαντικότερο παράγοντα πίεσης για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η υψηλή στεγαστική επιβάρυνση δεν επηρεάζει μόνο το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και την κατανάλωση, την αποταμίευση, τη δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας, καθώς και την κινητικότητα των εργαζομένων. Πρόκειται για μια πρόκληση με έντονες οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις, η οποία αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε επίσης:
Πάτρα: Γυναίκα που έχασε τα παιδιά της σε τροχαίο δώρησε ασθενοφόρο στο ΕΚΑΒ
Πάτρα: Εντοπίστηκε 12χρονη που είχε εξαφανιστεί από τα Εξάρχεια – Συνελήφθη 23χρονος
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια