Ένας φοιτητής κινηματογράφου περιγράφει την πρώτη κινηματογραφική του απόπειρα

Ο 22χρονος Δημήτρης Θεοχαρίδης σπουδάζει σκηνοθεσία κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο και η αφήγηση του έχει όλη την ηδύτητα ενός νέου καλλιτέχνη με όνειρα, προοπτική, παιδεία και αλληλεγγύη

Δημήτρης Θεοχαρίδης 02/12/2018 | 14:58

Ονομάζομαι Θεοχαρίδης Δημήτρης και είμαι φοιτητής του Τμήματος Κινηματογράφου του Α.Π.Θ., στο τελευταίο έτος των σπουδών. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1996. Έχει φτάσει 2018 και βρίσκομαι ακόμη στην Θεσσαλονίκη. Στο διάστημα που μεσολάβησε, μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες, μου διάβασαν και διάβασα βιβλία, είδα πολλές ταινίες και, δεν θα πω ψέματα, έπαιξα αρκετά ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Για το ότι ασχολούμαι με τον κινηματογράφο και θέλω να ζήσω από αυτόν και «μέσα» σε αυτόν, κύριοι υπαίτιοι είναι δύο άνθρωποι. Από την μια είναι ο πατέρας μου, ο οποίος μου μιλούσε για Φιλοσοφία, Τέχνες, Ιστορία και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς, και με έβαζε να ακούω από Ραβί Σανκάρ, μέχρι Καζαντζίδη, από 0 χρονών. Από την άλλη είναι η μητέρα μου, η οποία μου έμαθε έμπρακτα τι είναι το ήθος, η ευγένεια και πώς να αντιμετωπίζεις τα πρακτικά προβλήματα γύρω σου. Επίσης, φταίνε και ο Kubrick, ο Fellini, ο Bergman, ο Coppola, ο Αγγελόπουλος, ο Hitchcock, ο Scorsese και άλλοι πολλοί. Ο βασικός λόγος για να ασχοληθεί κάποιος με τον κινηματογράφο, θεωρώ πως είναι γιατί θέλει να πει μια ιστορία ή να συμμετέχει στη δημιουργία της. Από τότε που υπάρχει ο άνθρωπος, κάθεται γύρω από την φωτιά και λέει ιστορίες. Πόσο μάλλον στην σημερινή εποχή, που παντού γύρω «τρέχουν» πληροφορίες, ειδήσεις, βίντεο και εικόνες. Κάτι από όλα σου κάνει εντύπωση ή σου γεννά μια ιδέα, την οποία θέλεις να μοιραστείς.

Μικρογραφία

Όσον αφορά το πώς παίρνει σάρκα και οστά αυτή η ταινία - αφήγηση, είναι μια ιστορία με ιδρώτα, αίμα και κούραση. Το θεωρητικό κομμάτι του «Α! Έχω μια ιδέα, ας την κάνουμε ταινία», από το πρακτικό κομμάτι, που όντως κάθεσαι να κάνεις μια ταινία, απέχει πολύ και είναι ένας μακρύς δρόμος που μόνο αν αρχίσεις να τον περπατάς καταλαβαίνεις περί τίνος πρόκειται. Ένας φίλος μου με πείραζε πάντα, λέγοντας μου «Δηλαδή οι εργασίες που έχετε να κάνατε στη σχολή, είναι να δείτε ταινίες και να κάνετε και καμιά εσείς; Έλα ρε τώρα, σιγά το πράμα». Μια μέρα, λοιπόν, τον έφερα σαν βοηθητικό ηθοποιό σε μια ταινία που γυρίζαμε. Μετά από 12 ώρες γύρισμα, την πρώτη κιόλας μέρα του προγράμματος, γυρίζει και μου λέει «Συγγνώμη ρε συ, τώρα κατάλαβα τι λούκι περνάτε». Γεγονός είναι, ότι το κινηματογραφικό μέσο έχει πλέον ανοίξει τις πόρτες του σε ένα μεγαλύτερο κοινό, τόσο δημιουργών, όσο και θεατών.

Πριν μερικά χρόνια, ήθελες φιλμ, ειδικό στούντιο μοντάζ και χίλια δυο άλλα. Τώρα χρειάζεσαι ένα σκληρό δίσκο, μια κάμερα και ένα λάπτοπ. Φυσικά και υπερβάλλω λίγο, όμως πλέον, χάρη στην τεχνολογία, είναι που μπορούν να υπάρξουν τόσες αξιόλογες ανεξάρτητες παραγωγές. Χωρίς να θέλω ούτε να τρομάζω κανέναν, ούτε να απομυθοποιώ την τέχνη του σινεμά, το να κάνεις κινηματογράφο στην Ελλάδα και δη στην Θεσσαλονίκη, χωρίς να έχεις μια εταιρεία παραγωγής ή έστω μια χρηματοδότηση να σε στηρίζει, κακά τα ψέματα, είναι δύσκολο. Γιατί το λέω αυτό. Η δημιουργία μιας ταινίας, όπως αυτές που βλέπουμε όλοι στην τηλεόραση και στο σινεμά, είναι ούτως ή άλλως μια τρομερά απαιτητική, πολυδάπανη και χρονοβόρα διαδικασία. Φαντάσου το όλο αυτό, σε μια ανεξάρτητη παραγωγή, χωρίς το κεφάλαιο, χωρίς όλον αυτό τον τεχνικό εξοπλισμό και χωρίς την ευχέρεια να έχεις τόσες επιλογές και εναλλακτικές. Αμέσως, στρέφεσαι σε διαφορετικές σταθερές για να καταφέρεις τον στόχο σου.

Μικρογραφία

Τα στοιχεία της ανεξάρτητης κινηματογραφικής παραγωγής, που αντικαθιστούν όλες αυτές τις δικλίδες ασφαλείας, μιας «κανονικής» - χρηματοδοτούμενης παραγωγής, είναι η αστείρευτη εμπιστοσύνη στους συναδέλφους σου, το πείσμα που όλοι μαζί δείχνουν, ο κοινός στόχος, οι καλόψυχοι άνθρωποι, οι οποίοι καταλαβαίνουν τι κάνετε και βοηθούν με κάθε τρόπο και το να μην φοβάσαι να φας τα μούτρα σου. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση πως αυτά δεν υπάρχουν στις παραγωγές που έχουν χρηματοδότηση. Όταν όμως τα μέλη μιας ομάδας που ξεκινάει ένα νέο σχέδιο, γνωρίζουν πως όλα τα έξοδα, από τα σκηνογραφικά, μέχρι τους καφέδες και τα φαγητά που πρέπει να έχει στο γύρισμα, θα τα βάλουν από την τσέπη τους, τότε καταλαβαίνει κανείς πως τα στοιχεία που προανέφερα, είναι η βενζίνη και το λάδι στην μηχανή της ανεξάρτητης κινηματογραφικής παραγωγής.

Παρ ’όλες τις δυσκολίες, το να βλέπεις, μετά από δουλειά μηνών, εάν όχι χρόνων, την ιδέα που είχες γραμμένη στο χαρτί, να βρίσκεται ζωντανή μπροστά σου, είναι ένα συναίσθημα που πολύ δύσκολα μπορείς να νιώσεις μακριά από τις Τέχνες. Νιώθεις πραγματικά, ότι δημιουργείς, ότι παράγεις έργο, νιώθεις ζωντανός και ικανοποιημένος βαθύτατα. Προσωπικά, όταν κάθομαι και βλέπω το τελικό ή ακόμη και το πρώιμο υλικό, από τα γυρίσματα, καταλαβαίνω ότι αξίζει το κάθε 10ωρο γύρισμα, το κάθε άγχος και κούραση που έχουμε περάσει. Είναι απίστευτο, όταν δουλεύεις με αξιόλογους επαγγελματίες, το πώς μια ταινία, μπορεί να οπτικοποιηθεί ακόμη καλύτερα στην πραγματικότητα, από ότι την είχες δημιουργήσει στο μυαλό σου. Όσο κλισέ και να ακουστεί, θεωρώ πραγματικά, ότι μέσα του, ο κάθε κινηματογραφιστής, νιώθει τις ταινίες που κάνει σαν τα μικρά του παιδιά. Ή έστω σαν τα αγαπημένα του κατοικίδια.

Μικρογραφία
«Ο λογιστής», μια ταινία του Δ. Θεοχαρίδη

Το πώς δημιουργείται μια ταινία μικρού μήκους από το μηδέν, χωρίς μπάτζετ, πιστεύω ότι είμαι σε θέση να το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Αυτή την περίοδο συγκεκριμένα, τρέχουμε την πιο πρόσφατη μας δουλεία σαν ομάδα. Το project μας ονομάζεται «Λογιστής» και είναι ένα μικρού μήκους δράμα, το οποίο έχει ως στόχο την σκιαγράφηση και αναπαράσταση της σύγχρονης κοινωνίας της χώρας μας. Βασικοί του άξονες, είναι η πτώση των αξιών και η αμφίβολη ηθική των ανθρώπων, στοιχεία που έχουν προέλθει από μια γενικότερη ύφεση της οικονομίας και του πνεύματος, των τελευταίων ετών στην Ελλάδα. Στην ταινία, συγκεκριμένα, ο Νίκος, ένας φαινομενικά φιλήσυχος και τίμιος βοηθός λογιστή σε μια ασφαλιστική εταιρεία, έρχεται αντιμέτωπος με τις αξίες του, όταν η επιβίωσή του γίνεται όλο και δυσκολότερη στη ρευστή πραγματικότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Η όλη διαδικασία ξεκίνησε, όταν μπόρεσα να μετατρέψω μια ιδέα που είχα, σε ένα όσο το δυνατόν πιο καλογραμμένο σενάριο. Αυτό το σενάριο, αφού το διαβάσαμε με όλους τους συνεργάτες – φίλους μου, το αξιολογήσαμε και αποφασίσαμε ότι είχαμε μια έξυπνη ιστορία με αξιώσεις. Έτσι, χωρίς λεφτά να μας υποστηρίζουν, αλλά έχοντας ένα καλό σενάριο, επιλέξαμε να μην κάνουμε casting για τους ρόλους, αλλά να απευθυνθούμε κατευθείαν σε επαγγελματίες ηθοποιούς που εκτιμούσαμε το έργο τους και πιστεύαμε ότι θα αναβάθμιζαν την ταινία μας με την πείρα και το ταλέντο τους. Για καλή μας τύχη, οι άνθρωποι αυτοί, ήταν τόσο ένθερμοι και βοηθητικοί με το εγχείρημά μας, που κατάλαβαν τους σκοπούς μας και βοήθησαν πιστεύοντας σε εμάς και την ιδέα μας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να έχω την τιμή να δουλέψω για πρώτη φορά με τόσο σπουδαίους ηθοποιούς, όπως ο πρωταγωνιστής μας, ο Γιάννης Βαρβαρέσος, καθώς και ο Γιώργος Κολοβός, η Πολυξένη Σπυροπούλου και ο Σταύρος Παρχαρίδης. Ακολούθησαν πρόβες, προετοιμασίες γυρισμάτων, συναντήσεις με ανθρώπους που αγαπούν να κάνουν την δουλειά τους, τόσο μπροστά, όσο και πίσω από την κάμερα, κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμων. Την παραγωγή της ταινίας έχει αναλάβει η Ίλμα Τυρμπετάρι, την διεύθυνση φωτογραφίας ο Παύλος Λύγουρης, τον ηχητικό σχεδιασμό και την ηχοληψία ο Ηλίας Φλούδας, το μοντάζ ο Ανέστης Εραλίδης, την σκηνογραφία – ενδυματολογία η Αντζέλικα Μουχσιάδου και η Ινώ Πικιώνη, το μακιγιάζ η Ελπινίκη Αγγέλου και τέλος το σενάριο και τη σκηνοθεσία εγώ.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα «μαγικό» συμβάν που είχε συμβεί στα γυρίσματα μιας προηγούμενης μας ταινίας. Κάναμε γύρισμα, μέρα μεσημέρι, σε μια παρατημένη καλύβα που είχαμε ανακαλύψει, πάνω σε ένα λόφο, στην μέση του πουθενά. Έχουμε σχεδόν τελειώσει το γύρισμα, όταν από τον μόνο κοντινό δρόμο, περνάνε τρεις μηχανές ΔΙΑΣ. Ένας συνεργάτης, φοβούμενος ότι θα μας κάνουν παρατήρηση που βρισκόμαστε εκεί, φωνάζει «Μπάτσοι!» και σκύβει αντανακλαστικά. Οι αστυνομικοί μας βλέπουν και στρίβουν για να ανέβουν. Όσο εμείς τους περιμένουμε να έρθουν από το δρομάκι και κατευθυνόμαστε προς τα εκεί, ακούμε ξαφνικά μια φωνή από πίσω μας. Γυρίζουμε και βλέπουμε έναν αστυνομικό, να έχει ξεπροβάλει από τα αγριόχορτα. Τα χάνουμε και απορούμε πως ανέβηκε από εκείνη την μεριά, καθώς είχε γκρεμό. Ο επίδοξος Ράμπο – αστυνομικός, βγάζει το όπλο από την θήκη και μας ρωτάει τι κάνουμε εκεί. Όλο το συνεργείο, απαντάει με μια φωνή «Ταινία!». Ο αστυνόμος, ανταπαντά ειρωνικά, κουνώντας το όπλο στον αέρα «Έχω και όπλο, να παίξω;». Εν τω μεταξύ, οι υπόλοιποι αστυνομικοί φτάνουν από την μπροστινή μεριά και μας περικυκλώνουν. Είχανε καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο για να μην τους ξεφύγουμε. Αρχίζουν να ψάχνουν την καλύβα για στοιχεία και να μας κάνουν ερωτήσεις. Με τα πολλά τους εξηγούμε και το θέμα λήγει ειρηνικά. Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή, σε επαγγελματικό επίπεδο, με την...αστυνομία.

Μικρογραφία

Όταν διάφοροι με ρωτάνε τι σπουδάζω και απαντάω «Κινηματογράφο», σχεδόν πάντα η αντίδρασή τους είναι να χαμογελάσουν και να πούνε με ενθουσιασμό, πόσο ενδιαφέρον και δημιουργικό πρέπει να είναι, κάτι για το οποίο τους διαβεβαιώνω πάντα. Η αμέσως επόμενη ερώτηση που κάνουν, είναι εάν πιστεύω ότι θα καταφέρω να ζήσω από αυτό. Εδώ συνήθως γελάω και τους λέω ότι όποιος δουλεύει και το αγαπάει θα τα καταφέρει. Αυτοί, τότε, με κοιτάνε με ένα ανάμεικτο βλέμμα, κάτι μεταξύ οίκτου και ελπίδας. Όπως και να έχει, το τι θα γίνει στο μέλλον δεν το ξέρω. Γι' αυτό που είμαι σίγουρος πάντως, είναι πως δεν θα βρω κάτι άλλο τόσο δημιουργικό, που να με γεμίζει. Αυτό αρκεί για να «κυνηγάω» τον κινηματογράφο, όσο μπορώ.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.