Ένας συγκινητικός αποχαιρετισμός στον Μανώλη Γλεζο

Για σήμερα δεν υπάρχει κανένας κορονοϊός. Τον νίκησαν τα δικά σου σωματίδια της ύπαρξης που σκορπίστηκαν στην ατμόσφαιρα και στον αέρα που αναπνέουμε.

Αντώνης Μποσκοΐτης 30/03/2020 | 19:03

Όταν είσαι 45 ετών πια, απ' τη μια νοσταλγείς την πρώτη νιότη σου, τη χρυσή δεκαετία μεταξύ 20 και 30, τότε που συνήθως ξόδευες τις δυνάμεις σου όλες για το αύριο. Κι ας μην το αντιλαμβανόσουν με την άγνοια της συγκεκριμένης ηλικίας. Φυσικό κι επόμενο είναι να μετράς απώλειες καθώς ο χρόνος περνάει. Των δικών σου, των φίλων σου, ακόμη και κάποιων που μπορεί να μη γνωρίζεις προσωπικά. Όμως αυτό δε λέει τίποτα. Προφανώς επειδή αυτοί οι «κάποιοι» δεν είναι απλά «κάποιοι», έχουν ήδη πάρει τη θέση τους στην ιστορία και θεωρούνται σύμβολα! Ο Μανώλης Γλέζος ήταν ένας απ' αυτούς τους ανθρώπους, ευγενικός, αφού οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί, μεσ' στα κοινά και στους αγώνες ως το βιολογικό του τέλος. Ίσως - δεν υπάρχει ίσως, σίγουρα δηλαδή - ήταν ο τελευταίος αυθεντικός ήρωας όλων των Ελλήνων, ανεξαρτήτως πολιτικών τοποθετήσεων και ιδεολογιών. Θα εξαιρούσα τους ναζήδες, αλλά δεν θα ήθελα να χαραμίσω αράδα γι' αυτούς μέσα στα λίγα που'χω να πω εις μνήμην του. 

Τον θυμάμαι, τελευταία φορά που τον είδα, στην κηδεία του Μάνου Ελευθερίου. Ήρθε, παρακολούθησε με σεβασμό τη νεκρώσιμη ακολουθία κι ύστερα αποχώρησε μόνος του, γρήγορα, αεράτα. «Κοίτα να δεις το θηρίο» είπαμε με την ομήγυρη κι ένα χαμόγελο αντικατέστησε πρόσκαιρα τη θλίψη για το χαμό του ποιητή. Διότι ο Γλέζος με πατημένα τα 96 τότε, παραδόξως έμοιαζε ανέγγιχτος απ' τη φθορά του χρόνου. Τόσο σωματικά, όσο και πνευματικά! 

Το καλοκαίρι του 2012, Αύγουστος μήνας, τον είχα συναντήσει σε μια παραλία της Πάρου. Εγώ ήμουν με τη φίλη μου, την ποιήτρια Μαρία Λαγγουρέλη, κι εκείνος με τη Τζόρτζια, τη σύντροφο της ζωής του. Η Τζόρτζια έβγαινε απ' τη θάλασσα, με το μαγιό της και τα μαλλιά της να στάζουν. Εκείνος καθόταν σ' ένα τραπεζάκι απ' αυτά τα παλιά των καφενείων, που άρεσαν του Νίκου Εγγονόπουλου. Καθίσαμε παρέα για λίγη ώρα, προτού αρχίσουν νά'ρχονται τα φαγητά στο τραπέζι: Η χωριάτικη σαλάτα, τα καλαμαράκια, το φρέσκο ψωμί. Διαβάζω σήμερα πως σπάνια μιλούσε για τον αγαπημένο αδερφό του, τον Νίκο. Να θεωρώ τύχη, λοιπόν, που σε εκείνες τις σύντομες στιγμές μαζί του, γι' αυτόν μίλησε! Η αλήθεια είναι πως σε τόσα χρόνια ζωής, θα'χε κουραστεί να μιλάει για το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας απ' την Ακρόπολη και την αντικατάσταση της με την ελληνική. Αυτό το γνώριζα ή μάλλον το υπέθεσα, εξ ου και προτίμησα να του πιάσω κουβέντα για τον αδερφό του. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε πέσει στα χέρια μου η έκδοση του βιβλίου «Νίκος Νικ. Γλέζος» από το «Ίδρυμα Νίκος Γλέζος», με τις παπαρούνες στο εξώφυλλο του. Χρωστάω ευγνωμοσύνη γι' αυτό στην άλλη καλή μου φίλη και αγωνίστρια της Αριστεράς, Λιάνα Μαλανδρενιώτη, στην κατοχή της οποίας βρισκόταν το βιβλίο.

Ο Μανώλης Γλέζος πάνω απ' όλα ήταν ένας ιδιαίτερα συναισθηματικός άνθρωπος. Κι αν για μια χώρα ολόκληρη αντιμετωπιζόταν ως σύμβολο, για εκείνον σημασία μεγαλύτερη είχαν κάποιες πολύ προσωπικές του μνήμες με τη μητέρα του και τον αδερφό του. Ακούγεται παράξενο για έναν άνθρωπο που ενέπνευσε έως και τον Πικάσο με την πράξη στην ηρωική εφηβεία του και που έγινε ως και γραμματόσημο στην πρώην Σοβιετική Ένωση τα επόμενα χρόνια! Να έχει επίγνωση δηλαδή του μεγέθους του, της κοσμοϊστορικής κίνησης του, αλλά να μην κομπάζει, να μην επαναλαμβάνεται, να μη θέλει να «εξαφανίσει» τους συνομιλητές του υπό το βάρος της σαρωτικής προσωπικότητας του. Το λέω και το υπογράφω αυτό, έχοντας την τύχη να συνυπάρξω λίγο ή πολύ με πολλούς «μεγάλους» Έλληνες, με τους οποίους όμως μία μόνο συνάντηση έφτανε και περίσσευε μαζί τους. Διότι, το «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις» δεν αρέσουν σε κανένα κατά βάθος, πιστέψτε με. 

Η μορφή του Νίκου ήταν βαθιά χαραγμένη στο μυαλό του Μανώλη. Παιδί 19 χρονών ήταν όταν τον εκτέλεσαν στην Καισαριανή οι Γερμανοί, τον Μάιο του 1944. Κι αυτό το σημείωμα του που κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο και που  δε γίνεται να μη σου φέρει δάκρυα στα μάτια: «Αγαπητή μητέρα σας φιλώ, χαιρετισμούς, σήμερα πάω για εκτέλεση. Πάω. Πέφτοντας για τον ελληνικό λαό»...

Το συγκλονιστικό χειρόγραφο σημείωμα του 19χρονου Νίκου Γλέζου λίγο πριν εκτελεστεί, μπήκε στο οπισθόφυλλο της έκδοσης «Νίκος Νικ. Γλέζος» (Ίδρυμα Νίκος Γλέζος, 2008)

Το θάρρος αυτό του αδικοσκοτωμένου ήταν για τον Μανώλη το δεύτερο κεφάλαιο του ηρωισμού και του πατριωτισμού στην προσωπική του μυθολογία. Ένα νέο παιδί που σχεδόν χαίρεται που θα χάσει τη ζωή του «για τον ελληνικό λαό», ήταν η συνέχεια της δικής του πράξης τρία χρόνια πριν. Ιδού ένα συγκλονιστικό ποίημα του ποιητή Μανώλη Γλέζου, γραμμένο το Μάιο του 1949 και αφιερωμένο στον Νίκο:

Το ποίημα βρίσκεται στην ποιητική συλλογή του Μανώλη Γλέζου, «Νέκυιαι Ωδαί» (εκδόσεις σοφία, 2013)

Τελικά του Μανώλη του άρεσε να μιλάει για την Ακρόπολη. «Άκου να δεις» θυμάμαι τα λόγια του, «δεν ήταν μια πράξη δική μου και του Σάντα. Ήταν μια πράξη του ελληνικού λαού, που αμέσως μετά το ελληνοαλβανικό μέτωπο έδινε ένα ισχυρό ράπισμα στον Γερμανό κατακτητή. Έτσι το βλέπαμε, αυτό ήτανε και έτσι θέλω να το θυμούνται όλοι: Μία νίκη του λαού και όχι του Γλέζου και του Σάντα»

Αγαπούσε πολύ τις τέχνες ο Γλέζος. Τη μουσική, τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, τον ήχο της φυσαρμόνικας του φίλου του, Λεωνίδα Κύρκου. Αγαπούσε ακόμη και το ροκ. «Όταν κυνηγούσαν τους μαλλιάδες» μου'χε πει, «δεν μπορούσα παρά να'μαι με τους μαλλιάδες και με ότι επαναστατικό υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν σαν νέοι κι αυτοί». Δοθείσης ευκαιρίας, έμαθα και για τη συμμετοχή του στις περιβόητες καταλήψεις του Χημείου το '85, γεγονότα και μνήμες που επίσης ανέσυραν σήμερα η ακτιβίστρια Πάολα Ρεβενιώτη και η ραδιοφωνική παραγωγός Θέκλα Τσελεπή. Επρόκειτο για μία άτυπη διαδήλωση που έστησε τελευταία στιγμή ο ίδιος θέλοντας να γλιτώσει κυριολεκτικά τους, κλεισμένους στο Χημείο, αναρχικούς και αντιεξουσιαστές! Πως θα γινόταν αυτό και πως το πέτυχε τελικά; Με το να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του και πολλοί άλλοι που δεν βρίσκονταν μεσ' στο Χημείο, «επαναστάτες, αναρχικοί, φρικιά, όλοι μαζί» όπως ακριβώς τό'χε πει ο Νικόλας Άσιμος. «Ήταν στην ουσία μία κίνηση, την οποία στηρίξαμε με τον Λεωνίδα Κύρκο, με μοναδικό σκοπό τα παιδιά να μπορέσουν να βγουν έξω, να ανακατευτούν με τον υπόλοιπο κόσμο και να μη συλληφθούν ή δαρθούν από τους πάνοπλους αστυνομικούς, που είχαν εντολή να βαρέσουν στο ψαχνό»...Εκείνες τις μέρες ο Γλέζος συνάντησε και την Κατερίνα Γώγου, χωρίς να θυμόταν αν ήταν η πρώτη γνωριμία τους. Δικά του τα παρακάτω λόγια: «Χρωστάμε πολλά σ' αυτό το άτυχο κορίτσι. Ότι εμείς κάναμε, εκείνη τα έλεγε». Και σαν τον ρώτησα τη διαφορά μεταξύ του να κάνεις και του να λες πως θες να κάνεις, μου απάντησε: «Όχι μεγάλη διαφορά. Ειδικά αν στο τέλος περνάς την κόκκινη γραμμή και περνάς απέναντι»...Αυτό το «απέναντι», γαμώτο, είναι που πήρε τόσο γρήγορα από κοντά μας κι άλλα πλάσματα απαραίτητα στην κοινωνία όσο ποτέ άλλοτε! 

Κάτι που δεν γνωρίζει πολύς κόσμος και που το μεταφέρω, έτσι όπως τ' άκουσα από τη Λιάνα Μαλανδρενιώτη, ήταν το εξής πολύ χαριτωμένο: Όταν βρέθηκε στις Βρυξέλλες ως ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, το 2014, παρά την προχωρημένη ηλικία του, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ζητούσαν να φωτογραφηθούν μαζί του. Ζητούσε ένα ευρώ για την κάθε φωτογραφία κι άμα τον ρωτούσαν για ποιο λόγο, απαντούσε πως το ένα τους ευρώ θα πάει στη Βιβλιοθήκη της Απειράνθου στην αγαπημένη του Νάξο. Και πάλι στη μνήμη του αδερφού του, εφόσον έφερε το όνομα του: Βιβλιοθήκη «Νίκος Γλέζος»

Μου φαίνεται πως ο κόσμος, έτσι όπως τον γνωρίσαμε, τελειώνει. Τελείωσε...Χαίρομαι μόνο που δεν είμαι σήμερα 20 ετών, αλλά 45, για να μπορώ να λέω ότι αυτός ο άνθρωπος, ο ήρωας, ο επαναστάτης, το εθνικό σύμβολο πέρασε από δίπλα μου και πρόφτασα να τον «αγγίξω» τουλάχιστον. 

Όσο για σένα, λιοντάρι μας, εθνική μας ομορφιά, δυστυχώς θα στερηθείς μία κηδεία πάνδημη, μία κηδεία με τιμές αρχηγού κράτους, όπως σου έπρεπε και σου άξιζε. Με τσακίζει η σκέψη αυτή, το ομολογώ. Σήμερα, όμως, στη δυσκολότερη κατάσταση που βιώνει ο πλανήτης απ' το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά πώς μας λένε, δεν υπάρχει κορονοϊός. Τον νίκησαν τα δικά σου σωματίδια της ύπαρξης που σκορπίστηκαν στην ατμόσφαιρα και στον αέρα που αναπνέουμε. Έχε γεια, Μανώλη Γλέζο!