«Μέσα στους κλώνους µιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάµισο να στεγνώνει/ Πάρ’το σηµαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο» έγραφε ο Γκάτσος στην «Αµοργό», ένας ποιητής που άφησε την τελευταία του πνοή στις 12/05/1992. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, την ηµέρα επετείου του θανάτου του δύο 17χρονα κορίτσια επέλεξαν να ακολουθήσουν έναν διαφορετικό δρόµο από αυτόν που προέτρεπε ο ποιητής και έκτοτε παρακολουθούµε µία κοινωνία, εν είδει λυσσασµένου ζώου, να επιδίδεται στην παραγωγή διαδικτυακού θορύβου και «θετικών» συµβουλών παιδικής επιβίωσης.
Οµολογουµένως τέτοια γεγονότα δεν είναι εύκολο να τα διαυγάσουµε καθότι «ἐν βυθῷ γάρ ἡ ἀλήθεια» που θα έλεγε και ο Αβδηρίτης φιλόσοφος, παρ’ όλα αυτά όµως είµαστε σε θέση να θίξουµε, έστω και ακροθιγώς, κάποια ζητήµατα. Γνωρίζουµε ότι η κοινωνία δεν µπορεί να αναχθεί στην ψυχή και ότι η ψυχή ήδη από την παιδική ηλικία απωθεί µετά βδελυγµίας το κοινωνικό έως ότου στο τέλος υποκύψει στις πιέσεις του πολιτισµού για να επέλθει και ο εξανθρωπισµός της. Σε ποια κοινωνία και σε ποιο πολιτισµό λαµβάνουν χώρα όλα αυτά;
Ζούµε στην ύστερη νεωτερικότητα, σε αυτό που ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν ορίζει µε ακρίβεια ως «κοινωνία της κόπωσης». Εδώ ο σύγχρονος πολιτισµός πέρασε από την πειθαρχική κοινωνία των απαγορεύσεων και των ορίων στην τυραννική κοινωνία της απόλυτης θετικότητας και του «µπορείς». Το σύγχρονο υποκείµενο δεν εξαναγκάζεται πλέον από έναν εξωτερικό, ορατό κυρίαρχο· αντίθετα, αυτο-εξαναγκάζεται και αυτο-εκµεταλλεύεται οικειοθελώς τον εαυτό του, θεωρώντας µάλιστα αυτή την υποδούλωση ως την ύψιστη πράξη ελευθερίας.
Αναγάγοντας τα πάντα στο στενά ατοµικό επίπεδο, ο πολιτισµός µας µετατρέπει τον άνθρωπο σε ένα αποµονωµένο, φοβικό και εντέλει δυστυχισµένο ον. Η επιτυχία, η ευτυχία, η οµορφιά, αλλά και η ίδια η αποτυχία νοούνται πλέον ως αποκλειστική ευθύνη του εκάστοτε υποκειµένου. Όταν λοιπόν το κοινωνικό φαντασιακό παύει να προσφέρει συλλογικά νοήµατα και µεταβάλλεται σε ένα απέραντο, ψηφιακό πεδίο ανταγωνισµού και διαρκούς βελτιστοποίησης, η ψυχή µπορεί και να λυγίσει κάτω από το βάρος της υποτιθέµενης ανεπάρκειάς της.
Όλη αυτή η ακραία ψευτο-ατοµικικότητα και η απαίτηση για αέναη παραγωγικότητα οδηγούν σε µια βαθιά ναρκισσιστική και υπαρξιακή αποµόνωση. Ο άλλος δεν υφίσταται πλέον ως καταφύγιο, παρά µόνο ως µέτρο σύγκρισης ή ως εµπόδιο. Έτσι η αποτυχία δεν βιώνεται ποτέ ως µια κοινωνική αδικία ή ως ένα συστηµικό σφάλµα, αλλά ως ένα βαθύ και ατοµικό όνειδος.
Το υποκείµενο, εγκλωβισµένο σε έναν παραµορφωτικό καθρέφτη όπου οφείλει να είναι πάντα «επαρκές», λειτουργικό και χαµογελαστό, στρέφει τελικά όλη τη βία που δέχεται από το σύστηµα ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό. Η κατάθλιψη, το burnout και, στην έσχατη και πιο τραγική τους απόληξη, η αυτοκτονία δεν αποτελούν απλώς ιδιωτικές, ψυχολογικές παθολογίες, παρότι πάντα έχουν και τα µοναδικά ατοµικά τους χαρακτηριστικά. Είναι τα οργανικά συµπτώµατα ενός πολιτισµού που καταβροχθίζει τα παιδιά του, αδυνατώντας να τους προσφέρει µια ζεστή εστία νοήµατος και µέλλοντος. Η αυτοχειρία γίνεται, εντέλει, η τελευταία, απεγνωσµένη πράξη ενός υποκειµένου που, συντετριµµένο από την επιταγή της ατοµικής επιβίωσης, επιλέγει να σαβανώσει τη ζωή, αντί για τον θάνατο.
Πηγή: Documento
Διαβάστε επίσης:
Το σχέδιο του ESF: Πώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ελέγξει το Άμπου Ντάμπι
Γιατί οι άνθρωποι εξαντλήθηκαν από το αφήγημα της προόδου
Η Αριστερά και η πραγματικότητα
Τεχνητή Νοημοσύνη: Ο Λεβιάθαν που φοράει προσωπείο ενσυναίσθησης
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια