Ένας θάνατος είναι τραγωδία. Ένα εκατομμύριο θάνατοι είναι στατιστική.

Αφιερωμένο στη μνήμη όλων αυτών που χάθηκαν στον καιρό της πανδημίας

Αλέκος Λεοντόκαρδος 30/12/2020 | 14:34

Ένα θάνατος είναι τραγωδία. Ένα εκατομμύριο θάνατοι είναι στατιστική.

Αυτή η φράση, που αποδίδεται στο Στάλιν χωρίς ωστόσο να έχει αποδειχτεί πότε και πού την ξεστόμισε, θα μπορούσε να είναι η φράση-κλειδί που συμπυκνώνει το έτος που αφήνουμε πίσω μας. Το 2020.

Μέσα σε αυτή τη χρονιά, πληροφορηθήκαμε μέσα από τα δελτία των ειδήσεων το χαμό -άδικο ή αναμενόμενο-, πολλών διάσημων προσωπικοτήτων ή προσώπων που έμελε να γίνουν διάσημα ακριβώς λόγω του αδικοχαμού τους. Από το Kobe Bryant μέχρι το George Floyd, τον Ντιέγκο Μαραντόνα ή το Μανώλη Γλέζο, το Σον Κόνερι, τον Έννιο Μορικόνε, το Τζον Λεκαρέ, τον Κιμ Κι Ντούκ, το Robert Fisk, το Γιώργο Δελαστίκ..

Ωστόσο, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο επίσημος παγκόσμιος  απολογισμός των “ανώνυμων” νεκρών που πέθαναν λόγω κορονοϊού μετράει στα 1,787, 758 άτομα. 

Δυστυχώς οι  μαζικοί ενταφιασμοί που γνώρισαμε και στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη συγκεκριμένα,  δεν ήταν πρωτόγνωροι. Νωρίτερα μέσα στο 2020  σε πολλές χώρες του κόσμου, οι αρχές προετοίμαζαν μαζικούς ταφούς για τα θύματα του κορονοϊού. “Τα φέρετρα σφραγίζονταν και θάβονταν ή αποτεφρώνονταν βιαστικά, οι επικήδειες τελετές με τη συμμετοχή φίλων και συγγενών αποκλείονταν, η επιτέλεση του πένθους έγινε αδύνατη”

Από τη Νέα Υόρκη, την Αργεντινή, τη Γουατεμάλα, τη Χίλη και το Ιράν,  αρχής γενομένης στο Μπέργκαμο της Ιταλίας με τα φορτηγά του στρατού που αναλάμβαναν τη μεταφορά των αριθμημένων σωρών στα κοντινά νεκροταφεία, οι μαζικοί ενταφιασμοί  πραγματοποιούνταν με την απαγόρευση παρουσίας συγγενών και φίλων. 

Όλοι μας, είτε είχαμε κάποιο συγγενή ή φίλο που απεβίωσε είτε όχι, γίναμε μάρτυρες μια πρωτοφανούς αδυναμίας να πενθήσουμε ενόσω έπρεπε πάση θυσία να προστατευτούμε από μια μεταδοτική εν δυνάμει θανατηφόρα ασθένεια.  

Οι προσωπικές ιστορίες της πλειοψηφίας των 1,787,758 ανθρώπων στριμώχτηκαν σε ψηφιακά δεδομένα των επιδημιολογικών μελετών. Ένας ολόκληρος άνθρωπος στριμώχτηκε σε ένα ψηφίο ενός excel και σε μια κουκκίδα μιας διαγραμματικής καμπύλης που έπρεπε να επιπεδωθεί. Την ίδια ώρα που όλη η υφήλιος έπαυσε κάθε ενσώματη ανθρώπινη αλληλεπίδραση προκειμένου να περιορίσει τη διασπορά του ιού. 

Συγκλονισμένοι είδαμε έξω από τις ΜΕΘ σε νοσοκομείο της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ να βρίσκονται παρατεταγμένα tablets, στηριγμένα σε υποπόδια, που θα επέτρεπαν  στους συγγενείς των ετοιμοθάνατων από covid-19 να μπορέσουν να πουν το στερνό αντίο. Τα τελευταία λόγια δεν ανταλλάχθηκαν με βλέματα ή με δέρματα. Αλλά επαφίονταν σε μια ιντερνετική σύνδεση που κατέληγε σε ανθρωποειδή μηχανηματάκια. 

Μαζί με το πάγωμα της κοινωνικής ζωής λόγω της καραντίνας, αποκλείστηκε και κάθε κοινωνική έκφραση του θρήνου και του πένθους. Οι επικήδειες τελετές, που κάθε κοινωνία ανά ιστορική περίοδο τις διανθίζει πολιτισμικά, είναι αυτές που δίνουν νόημα στην απώλεια του αγαπημένου προσώπου. Και νοηματοδοτώντας το θάνατο, αποκτά νόημα και η ζωή. Είναι οι ίδιες τελετές και ψυχικές διεργασίες που μπορούν να επιφέρουν τη συμφιλίωση με το τέλος. Διαφορετικά, οι εν ζωή αρκούμαστε σε μια εντεταλμένη επιβίωση που εξαντλείται στη μετακίνηση Β6. 

Η ανθρώπινη αξία που αποδίδεται στην επιτέλεση του πένθους αποτυπώνεται ακόμα και στο Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο (Δίκαιο του Πολέμου), όπου κατά τη διάρκεια εκεχειρείας η παύση των εχθροπραξιών γίνεται για τη συλλογή των τραυματιών και τον ενταφιασμό των νεκρών. Ακόμα δηλαδή και εν μέσω πολέμου, οι εχθροπραξίες σταματούν για ένα σύντομο ορισμένο χρονικό διάστημα για να τιμηθούν με τα δέοντα οι θανόντες. Ίσως αυτό να είναι μια ένδειξη που συνηγορεί στο ότι δε βρίσκομαστε σε πόλεμο με έναν αόρατο εχθρό, (όπως τόσο αλαζονικά ισχυρίζονται οι στρατιωτικές και ιατρικές στολές στα τρομοκρατικά δελτία ειδήσεων) αλλά στην ουσία έχουμε μια εφ'όλης της ύλης αναμέτρηση με την έννοια του ανθρώπου. “Τα ανθρώπινα όντα θάβουν τους νεκρούς τους, τα ζώα όχι”. 

Στην αρχαία ελληνική γραματεία, υπάρχουν δύο γυναικείες προσωπικότητες που είναι εμβληματικές της αξίας του θρήνου και του πένθους. Από τη μία, υπάρχει ο μύθος της Νιόβης,  που δε μπορούσε να  θάψει τα  δεκατέσσερα νεκρά παιδιά της επειδή ο Δίας μετέτρεπε σε πέτρα όποιον επιχειρούσε να τα θάψει. Εκείνη πέρασε 9 μέρες δίπλα στις σωρούς των παιδιών της και τελικά πέτρωσε από τον πόνο, πέτρωσε και ο θρήνος της ώσπου έγινε πέτρα απ΄όπου αναβλύζουν νύχτα μέρα τα δάκρυά της. 

Η άλλη περίπτωση είναι η αρχαία τραγωδία του Σοφοκλή. Η Αντιγόνη ήταν αποφασισμένη να θάψει και να πενθήσει τον άταφο αδελφό της, παραβιάζοντας τους νόμους του Κρέοντα και βάζοντας τον ίδιο της τον εαυτό σε κίνδυνο να φυλακιστεί ή να την σκοτώσουν. 

Σήμερα, με την υγειονομική απειλή της πανδημίας που κρέμεται σα μεταφυσική τιμωρία του Δία πάνω από τα κεφάλια μας, γινόμαστε όλοι πετρωμένες μουδιασμένες Νιόβες από το πένθος, την απώλεία, και φυσικά το πολύμηνο λοκνταουν. Να θυμόμαστε όμως και το παράδειγμα της Αντιγόνης, που αψήφισε τους  αυταρχικούς κανόνες για να αποδώσει σε αυτόν που έχει πεθάνει αυτό που του οφείλουμε. 

Αφιερωμένο στη μνήμη όλων αυτών που χάθηκαν στον καιρό της πανδημίας 

*Με πληροφορίες από το βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα: Το αδύνατο πένθος στον καιρό της πανδημίας, Εκδ. Άγρα 2020