Ένα οδοιπορικό στην άδεια Αθήνα με το φακό της Αγγελικής Παπαϊωάννου

Έξι φωτογραφίες + έξι ποιήματα των Τ. Λειβαδίτη, Γ. Χρονά, Ε. Πορτάλιου, George Le Nonce, Γ. Γκανέλη, Μ. Δέλτα 

Αντώνης Μποσκοΐτης 31/03/2020 | 14:09

Νύχτα. Μονάχα τ' άστρα. Και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα -

εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματα τους. 

Τάσου Λειβαδίτη, «Απαγορεύεται η έξοδος»

Και τι μ' αυτό, δεν είναι λόγος ν' αναβληθεί η εκδρομή

Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός

Εμείς

απ' άλλους τόπους χωρίς δουλειά

μπορούμε ν' αποκλείσουμε

Αυτούς

που σ' άλλους συλλόγους ξενυχτάνε

Και τι νομίζετε, εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα;

Τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς;

Και τα χωράφια μας με ξένους

Καλώ τους οπαδούς ν' ακολουθήσουν

Δε μας φοβίζουνε τα κύματα

Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί

Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα

Την όχθη θα την περάσουμε

πεζή

Γιώργου Χρονά, «Η εκδρομή»

Σε λίγο θα περάσει το λεωφορείο

Ο θάνατος με δίπλωμα οδήγησης

στην πόρτα θ' αφήσει ένα γράμμα

Κάποια παιδιά θα το διαβάσουν

εγώ θα τρέξω να σε συναντήσω

θα σε βρω σε μια στάση να κλαις

μετά θα μπούμε στο λεωφορείο

θα καθίσουμε δίπλα στον οδηγό

μοναδικοί επιβάτες του εμείς

θα έχεις χρόνο να μ' αγαπήσεις

και περισσότερο να με μισήσεις

θα ανοίξω όλα τα παράθυρα

να μπούνε τα μαύρα πουλιά

ο δρόμος για την άβυσσο μακρύς

δυστυχώς τελειώνει κι η βενζίνη

Κι ήθελα τόσο να πεθάνουμε μαζί. 

Γιώργου Γκανέλη, «Το λεωφορείο»

Τίτλος δανεισμένος από παλιά φονικά

δρομολόγια μεταγωγικών σε κρύες νύχτες

ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει

ακίνητος στο σκοτάδι ο χρόνος

οι εποχές έρχονται και φεύγουν

απαράλλαχτες.

Δε σταμάτησαν ποτέ οι μετακινήσεις

στα νησιά της άγονης γραμμής

πάλι φτάνουν σπασμένα καράβια

κι η μνήμη αναμαλλιασμένη

φέρνει παλιά κουρέλια

να ντύσει τα παγωμένα σώματα,

φαντάσματα των δικών μας 

που επιστρέφουν.

Λίγος ο ύπνος του κόσμου

κι ο αγώνας των ανθρώπων να ζήσουν

μοναδικό πιστοποιητικό ύπαρξης

Ελένη Πορτάλιου, «Εποχή Νομάδων»

Χτυπάει το τηλέφωνο. Επιτέλους. 

Χαμογελώ στο σκιάχτρο θριαμβευτικά,

σαν να είχαμε βάλει στοίχημα

πως ποτέ δεν θα ξαναχτυπούσε το τηλέφωνο

και μόλις το κέρδισα.

Αλλά το σκιάχτρο είναι απλώς ένα σκιάχτρο

δεν υπήρξε στοίχημα και δεν κέρδισα τίποτα.

Που είσαι; Πέθανα από την ανησυχία μου.

Δεν με πήρες τηλέφωνο. Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο, ένα τηλέφωνο μόνο;

Έρχεσαι; Τι εννοείς; Με ποιον;

Όχι, δεν σου κάνω ανάκριση αλλά ανησύχησα, δεν το καταλαβαίνεις;

Σε πήρα δύο φορές. Δεν άκουσες; Δεν είδες τις κλήσεις μου;

Σε πόση ώρα; 

Εδώ από κάτω! Λες αλήθεια;

Εντάξει λοιπόν. Ανέβα.

Όχι, δεν είμαι θυμωμένος. Απλώς ανησύχησα.

Ναι, σε περιμένω.

Φυσικά δεν είμαι θυμωμένος! Ανακουφισμένος είμαι. 

Που είσαι καλά. Ναι, ναι. Εντάξει, σε αγαπώ.

Άσε τα λόγια τώρα και ανέβα, μωρό μου. Όλα καλά.

George Le Nonce, «Κανένα στοίχημα»

Για πόση ώρα αντέχεις να κλείσεις την αναπνοή σου;

Πες μου, πες μου τι βλέπεις καθώς μεγαλώνεις;

Η καθιερωμένη βόλτα στον κήπο τις Κυριακές.

Τα σιωπηλά δέντρα, τα ζώα μέσα στα κλουβιά.

Ναι, έχεις δίκιο.

Μόνοι μας είμαστε.

Όπως όλοι οι γενναίοι.

Μιχάλης Δέλτα, «Βόλτα στον κήπο»

* Φωτογραφίες: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Επιλογή ποιημάτων: Αντώνης Μποσκοΐτης