Ένα μεγάλο αφιέρωμα στη μνήμη του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (1956 - 2019)

Η αγάπη μαζί με την οδύνη που νικάει το θάνατο

Αντώνης Μποσκοΐτης 12/09/2019 | 15:03

Βρισκόμουν στον Βόλο από την περασμένη Κυριακή, όταν ένα τηλεφώνημα από τον συνάδελφό Γιάννη Καφάτο, ξημερώματα Δευτέρας, με τίναξε από τον ύπνο. «Πέθανε ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας» τον άκουσα να μου λέει. Και μετά: «Ισχύει; Τσέκαρε το, σε παρακαλώ, και πες μου»...Άρχισαν τα τηλεφωνήματα. Τη δυσάρεστη είδηση μου επιβεβαίωσε ο Άγγελος Σφακιανάκης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του «Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου», στο οποίο ο Μαχαιρίτσας, μαζί με τον Νίκο Πορτοκάλογλου, έμελλε να δώσει τις τελευταίες του παραστάσεις στην Αθήνα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω και, όπως αποδείχτηκε, δεν ήμουν ο μόνος...Το διαδίκτυο κατακλύστηκε από μηνύματα και σχόλια ανθρώπων που έδειξαν να πενθούν με την ψυχή τους έναν όχι απλά αγαπημένο, αλλά λατρεμένο θα έλεγα, καλλιτέχνη! Τα τηλεοπτικά κανάλια, όσα συνήθως τις αναχωρήσεις καλλιτεχνών του διαμετρήματος του Μαχαιρίτσα, τις περνάνε στα «ψιλά γράμματα», αυτή τη φορά φιλοξένησαν εκτενή αφιερώματα και ρεπορτάζ. Τηρουμένων των αναλογιών, γυρίσαμε πίσω στη δεκαετία του 1990, τότε που οι αναγγελίες θανάτου προσωπικοτήτων σαν τη Μελίνα Μερκούρη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, σκορπούσαν ρίγη συγκίνησης και κλάματα στο πανελλήνιο. Ούτε που θα το φανταζόταν ο Λαυρέντης αν - μία στο τρισεκατομμύριο - μπορούσε να δει από κει πάνω τις εκδηλώσεις του πένθους για το απρόσμενο φευγιό του!

Θέλω να μείνω λίγο στα κανάλια και να κάνω, όσο μου επιτρέπεται, ένα μικρό πολιτικό σχόλιο: Και ο πιο απονήρευτος θα μπορούσε να σκεφτεί πως αμέσως μετά την κακή εμφάνιση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, χρειαζόταν ένα τέτοιο «δραματικό event» προς αξιοποίηση από τα συστημικά κανάλια και, εν προκειμένω, προς ξεκάθαρο αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης κατά την επαίσχυντη λογική «Ρίξε έναν γκράντε θάνατο, πουλάει». Αυτή την ώρα, δηλώνω με πάσα ειλικρίνεια και επίγνωση πως στην περίπτωση του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, δεν θα μπορούσε να ισχύει. Ήταν, είναι και θα είναι τόσο δημοφιλές το έργο που αφήνει πίσω του, ώστε δεν αφήνει και περιθώρια αμφισβήτησης μιας αίσθησης πένθους, η οποία κορυφώθηκε χθες, μεσημέρι Τετάρτης, που κηδεύτηκε παρουσία πολλών ομότεχνών του και απλού κόσμου. Το ίδιο επιφυλακτικός θα μπορούσε να είναι κανείς και με την παρουσία του πρωθυπουργικού ζεύγους στην κηδεία, αν υποτεθεί πως ο Μητσοτάκης θυμίζει περισσότερο ήρωα κουτσομπολίστικων εκπομπών παρά Πρωθυπουργό. Υπάρχει, όμως, μια μικρή λεπτομέρεια που δεν γνωρίζουν πολλοί: Η κόρη του θανόντος και η κόρη του Μητσοτάκη γνωρίζονταν από μικρά κοριτσάκια, αφού πήγαιναν στην ίδια σχολή μπαλέτου. Εξίσου θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και η παρουσία του Γιώργου Βουλγαράκη στο κοιμητήριο Ζωγράφου. Η κόρη του πολιτευτή της ΝΔ, η Παυλίνα Βουλγαράκη, είναι μια αξιόλογη νέα τραγουδίστρια, η οποία συνεργαζόταν με τον Μαχαιρίτσα τα τελευταία χρόνια. Για του λόγου το αληθές, η τελευταία φορά που συνάντησα τον Λαυρέντη ήταν μαζί με την Παυλίνα και τον Γιώργο Λιάνη στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάιο του 2017, όταν καθόμασταν κι οι τρεις κι ακούγαμε τον κορυφαίο συνθέτη να αφηγείται τις ωραίες ιστορίες του. Κατά τα άλλα, διάφορα «χιψτερικά» έντυπα προσπάθησαν να μας πείσουν ότι ο Μαχαιρίτσας ήταν ένας απολιτίκ καλλιτέχνης, πράγμα ολότελα ψευδές, καθώς ο ίδιος είχε επιλέξει πολιτική τοποθέτηση και ιδεολογικό στρατόπεδο. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ήταν ένας βαθύτατα αριστερός και δεν θα μπορούσε να μην είναι, δεδομένου του οικογενειακού του δέντρου, το οποίο θα δούμε παρακάτω. 

Το ότι η είδηση του θανάτου του με βρήκε στον Βόλο, το μέρος που ο Μαχαιρίτσας γεννήθηκε και πέθανε, έχει επίσης σημασία για το παρόν αφιέρωμα. Καθόμουν σε καφέ της παραλίας μόνος μου και είχα στήσει αυτί στις συζητήσεις των ανθρώπων που δεν είχαν άλλο θέμα εκτός από το θάνατο του Λαυρέντη... Δύο ηλικιωμένες κυρίες κουβέντιαζαν για τον πατέρα του και το πόσο σπουδαίος μουσικός ήταν, μια άλλη παρέα εφήβων θυμόντουσαν τις αμέτρητες επιτυχίες του, ενώ από τα μαγαζιά και τα ταξί όλο και θ' άκουγες τη φωνή του να τραγουδάει «Εκεί στον Νότο» ή «Δεν ειν' αγάπη αυτή που ζούμε»...Υπήρχε, εν ολίγοις, αυτό το αίσθημα πένθους και στενοχώριας διάχυτο απ' άκρη σ' άκρη της πόλης του Παγασητικού. Σεβαστό. Και κατανοητό, επίσης. Ο Λαυρέντης γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία, την κατεξοχήν προσφυγική συνοικία του Βόλου, στις 5 Νοεμβρίου του 1956 και έφυγε από τη ζωή στο χωριό Πτελεός του Νομού Μαγνησίας, στο σπίτι της μητέρας του, στις 9 Σεπτεμβρίου του 2019. Σε δύο μήνες θα γινόταν 63 ετών. Έπρεπε να πιάσω δουλειά κατευθείαν, να βρω παλιούς φίλους και συνοδοιπόρους του από τη γενέτειρα του. Το έκανα και οι μαρτυρίες κάποιων ανθρώπων, που τους ευχαριστώ κι από δω, αποτελούν τώρα τις «πηγές» μου γι' αυτό το αφιέρωμα.

Ο παππούς του Μαχαιρίτσα, Λαυρέντης, απ' τον οποίο πήρε και το όνομα του, δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Επρόκειτο για μέλος του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, που εργαζόταν ως μηχανικός στο οπλοστάσιο του ΕΛΑΣ, φροντίζοντας τα όπλα και συμβάλλοντας με τις εξειδικευμένες γνώσεις του στην παραγωγή χειροβομβίδων. Κι αν το '44, αμέσως μετά την απελευθέρωση, διατέλεσε δημοτικός σύμβουλος στο πρώτο δημοτικό συμβούλιο Παγασών, η τύχη του, ελέω Εμφυλίου, δεν ήταν καθόλου καλή. Το 1949 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί και με άλλους κομμουνιστές εξ αιτίας ενός προχειροστημένου προβοκατόρικου κατηγορητηρίου. Ο παππούς Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, λέει η ιστορία, συνελήφθη, αφού - βάσει αποδεικτικών στοιχείων - παρακινούσε τον κόσμο σε αποχή από το δημοψήφισμα του '46. Η εκτέλεση του έλαβε χώρα στις 4 Απριλίου του '49 και όποιος επισκεφτεί σήμερα το παλιό νεκροταφείο του Βόλου μπορεί να δει το όνομα του στο μνημείο με τα ονόματα όλων των εκτελεσμένων.

Ενώ για τον πατέρα του Μαχαιρίτσα γνωρίζουμε αρκετά πράγματα, πολλά απ' τα οποία φανέρωνε και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, για τη μητέρα του δεν έχουμε στοιχεία. Απ' άλλους άκουσα ότι επρόκειτο για τραγουδίστρια του ρετρό τραγουδιού της δεκαετίας του 1950, πράγμα που το αποκλείω (όποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω ας μας το παραθέσει) και απ' άλλους ότι ήταν αρχιτεκτόνισσα, ένα είδος ντεκορατρίς της εποχής κλπ. Σίγουρα, πάντως, η γυναίκα είχε σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο κι αυτή, πέραν του γάμου της με έναν εξαίρετο μουσικό, τον πατέρα του Λαυρέντη. Για ένα μεγάλο διάστημα, μάλιστα, διατηρούσε μαγαζί με χειροποίητα κοσμήματα και κοχύλια στο Μοναστηράκι, τα οποία κάποτε ξεπούλησε και πολλά χρόνια αργότερα, ο Λαυρέντης θα έδινε μια μικρή περιουσία για να ξανάρθουν στα χέρια του μόνο κάποια απ' αυτά τα κοχύλια. Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο, η μητέρα του δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως τις μουσικές του ανησυχίες, αλλά παρόλα αυτά εκείνη ήταν που του αγόρασε την πρώτη του κιθάρα, όταν πήγαινε στο Γυμνάσιο.

Στο Βόλο ο Λαυρέντης έζησε ουσιαστικά για ένα χρόνο, αφού γεννήθηκε το 1956, όπως είπαμε, αλλά το '57 μετακόμισε με τους γονείς του και τον αδερφό του στην Αθήνα. Ο πατέρας του διορίστηκε διευθυντής της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και η οικογένεια έπρεπε να τον ακολουθήσει. Ήταν τότε που ενόσω ο πατέρας του έπαιζε πιάνο, αλλά και βιολί σύμφωνα με άλλη πηγή, ή συνέθετε σονάτες, ο μικρός Λαυρέντης ενδιαφερόταν περισσότερο για τη μπάλα και τα ξένα τραγούδια της εποχής του. Η ρήξη μεταξύ κλασικής και μοντέρνας μουσικής επήλθε σχετικά νωρίς: Ξεκινάει μαθήματα πιάνου σε ηλικία έξι ετών, τα οποία παρατάει ύστερα από ένα χρόνο. Στα εννιά του, με λεφτά που βγάζει από τα κάλαντα στη γειτονιά, αγοράζει το «Help» των Beatles - όχι ότι σκαμπάζει στην ηλικία αυτή από ποπ, αλλά έχει και έναν μεγαλύτερο αδερφό που τον μυεί στα ξένα ακούσματα. Λεπτομέρεια: Το 1964, σε ηλικία 8 ετών, ο Λαυρέντης συνθέτει το πρώτο του παιδικό τραγούδι, το οποίο μάλιστα γνωρίζουμε ότι ηχογραφήθηκε με ερμηνευτή τον νεαρό τότε Κώστα Χατζή. Η ηχογράφηση είχε πραγματοποιηθεί εξ αιτίας του «περήφανου» μπαμπά του για μια ραδιοφωνική εκπομπή δικής του επιμέλειας. Δυστυχώς, ο πατέρας Μαχαιρίτσας πεθαίνει νεότατος, στα 36 του χρόνια, και ο Λαυρέντης βιώνει την πρώτη μεγάλη απώλεια το 1969, στην τρυφερή ηλικία των 13 ετών, μαθητής της έκτης δημοτικού. Η δεύτερη απώλεια που θα τον συγκλονίσει, είναι αυτή του αγαπημένου του αδερφού, που αρκετά χρόνια μετά θα χάσει τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα στο Βόλο.

Τα γυμνασιακά χρόνια στην Αθήνα δεν είναι και τα καλύτερα για τον Λαυρέντη, που αρχίζει να «αλητεύει». Είναι μάλλον κακός μαθητής, δεν έχει έφεση στα διαβάσματα και ο τσακωμός του με έναν καθηγητή, τον χρίζει απόβλητο απ' όλα τα Γυμνάσια! Κάνει διάφορες δουλειές, πότε παρκαδόρος και πότε μπάρμαν, ενώ δεν στεριώνει καν ως αποθηκάριος στη δισκογραφική ΜΙΝΟΣ - αργεί να ξυπνήσει τα πρωινά και τον διώχνουν σύντομα! Σχεδόν σουρεαλιστικό, αν σκεφτούμε πως οι πιο επιτυχημένοι από εμπορικής άποψης δίσκοι του κυκλοφόρησαν πολλά χρόνια αργότερα από την ίδια εταιρεία! Το 1974 απολύεται και από τις τάξεις του στρατού, υπηρετώντας για είκοσι μήνες - τους δεκατέσσερις ως προστάτης οικογένειας και τους άλλους έξι από φυλακές από ποινές φυλάκισης. Τότε είναι που αρχίζει να εμφανίζεται ως επαγγελματίας τραγουδιστής δίπλα στον Πάνο Τζαβέλλα στην Πλάκα.

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ερμηνεύει τον «Μπεζεντάκο» του Πάνου Τζαβέλλα από σύγχρονη ηχογράφηση

Ακολουθεί η μαρτυρία του Σπύρου Ποδάρα, στενού φίλου του Μαχαιρίτσα και ενός από τους ιδρυτές του περίφημου «Καφέ Σαντάν» στο Βόλο: «Εγώ είμαι γεννημένος το 1952, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από τον Λαυρέντη. Τη σαιζόν τέλη '74 - αρχές '75, δούλευα στις ''Εσπερίδες'' του Γιάννη Αργύρη. Υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι στη Μνησικλέους και κάθε Πέμπτη βράδυ ακούγονταν αντάρτικα με τον Τζαβέλλα. Ήρθε ένας και μου πρότεινε να μπω στο σχήμα του μεγάλου μαγαζιού που θα άνοιγε πάνω από το ''Athens by night'' και που τελικά θα ονομαζόταν ''Λημέρι''. Πήγα με τη σύμφωνη γνώμη και τις ευχές του Γιάννη Αργύρη. Χαρακτηριστικά μου είχε πει: ''Πήγαινε και νά'ρχομαι να τραγουδάω κι εγώ με τόσα λεφτά''. Το ''Λημέρι'' άνοιξε με τον Τζαβέλλα και τη Νατάσσα Παπαδοπούλου, τη σύντροφό του. Εγώ έπαιζα πιάνο. Τα Χριστούγεννα του '74 αρχίζει να έρχεται από κει ο Λαυρέντης. Κάτι γίνεται, όμως, με τον Τζαβέλλα που αποχωρεί από το μαγαζί και τον αντικαθιστά ο Ηλίας Λογοθέτης, ο εξαίρετος ηθοποιός. Έτσι ο Πάνος Τζαβέλλας έφτιαξε λίγο παραπέρα το δικό του ''Αντάρτικο λημέρι'' και στο πρώτο ''Λημέρι'' ήρθε ο Λογοθέτης. Στο μεταξύ, ο Πάνος είχε ένα όμορφο δώμα με μια μεγάλη τζαμαρία, θυμάμαι, όπου μαζευόμασταν όλα τα φιλαράκια με τις γνωστές πολιτικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Στην παρέα αυτή ήταν ακόμη ο Παύλος Κικριλής, ο Δημήτρης Βασαλάκης, ο Τόλης Σκαματζούρας και ο Λαυρέντης, οι μετέπειτα δηλαδή Τερμίτες. Την άνοιξη του '75, λίγο πριν φύγω για στρατό, μαθαίνω ότι ο Τζαβέλλας έχει πάρει μαζί του τον Λαυρέντη στο ''Αντάρτικο λημέρι''. Δεν έτυχε, επομένως, να δουλέψουμε ποτέ στο ίδιο πατάρι εκείνη την περίοδο, αλλά απλά να γνωριστούμε και να ξεκινήσει η φιλία μας». Στο σχήμα του Τζαβέλλα, ο Μαχαιρίτσας εργαζόταν ως τραγουδιστής. Έλεγαν παραδοσιακά αντάρτικα, όλο το ρεπερτόριο του Τζαβέλλα και περιστασιακά Θεοδωράκη. Αυτά, στο «Αντάρτικο λημέρι», διότι στο δώμα του Τζαβέλλα ο Μαχαιρίτσας με την παρέα «ξεσήκωναν» τα ξένα τραγούδια των Rolling Stones, του Eric Burdon και του Bob Dylan. Διόλου τυχαίο που το παρατσούκλι του Λαυρέντη στις μπουάτ με τα αντάρτικα ήταν «Dylan», ενώ ο Πάνος Τζαβέλλας συνήθιζε να τον προλογίζει ως εξής: «Τώρα να βγει ο Dylan να μας πει τα δικά του». Από εκείνη την περίοδο στην Πλάκα, ο Μαχαιρίτσας γνωρίζεται με τον Γιάννη «Bach» Σπυρόπουλο, κατοπινό μέλος των Τερμιτών, όπως και με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου

Το οπισθόφυλλο του «Gaspar», του πρώτου σπάνιου επτάιντσου single των PLJ Band (1979)

Με τις rock αναζητήσεις να φτάνουν στο απόγειο τους όσο η δεκαετία του 1970 οδεύει προς το τέλος της, ο Κικριλής, ο Μαχαιρίτσας και ο Βασαλάκης γίνονται αντιστοίχως ο Lary, ο Paul και ο Jimmy! Το 1979 το συγκρότημα των PLJ Band - από τα αρχικά των ονομάτων τους - είναι γεγονός. Με την προσθήκη του Τόλη Σκαματζούρα στα ντραμς, ηχογραφούν ως ανεξάρτητη παραγωγή ένα επτάιντσο σινγκλάκι με τέσσερα αγγλόφωνα κομμάτια, το οποίο πάει κυριολεκτικά άπατο. Την ίδια περίοδο, ο Λαυρέντης εργάζεται στη δισκογραφική Polygram ως παρκαδόρος - κατά τη μαρτυρία του φίλου του, Σπύρου Ποδάρα - και γνωρίζει τον Γιάννη Δουλάμη, ο οποίος έμελλε να πιστέψει στους PLJ Band και να γίνει ο παραγωγός των συνολικά δύο μεγάλων δίσκων τους. Στο μεταξύ, ο Κικριλής φέρνει στο συγκρότημα και τον κιθαρίστα Αντώνη Μιτζέλο. Επηρεασμένοι από τους Aphrodite's Child, οι PLJ Band ευελπιστούν σε μια μεγάλη καριέρα στη Γαλλία των αρχών του 1980, έχοντας κυκλοφορήσει το αγγλόφωνο progressive rock «Armageddon», ένα άλμπουμ - concept στα πρότυπα των Pink Floyd και των Genesis. Όπως θα δηλώσει πολλά χρόνια μετά ο Μαχαιρίτσας, οι σύντομες σπουδές του στη βυζαντινή μουσική, στη Μονή Πετράκη, μαζί με κάποιες νεανικές θρησκειολογικές αναζητήσεις, ήταν η αιτία που το «Armageddon» βασιζόταν στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και στην Παλαιά Διαθήκη. Βρισκόμαστε όμως στα 1982, ο ήχος έχει αλλάξει και γίνεται σαφές πως αν ο συγκεκριμένος δίσκος έβγαινε μια δεκαετία νωρίτερα, πιθανώς να αποθεωνόταν από την κριτική και το κοινό. Έτσι, στον καιρό του, θάβεται από τους Έλληνες κριτικούς και πουλάει μετά βίας 400 αντίτυπα. Άλλο, βέβαια, αν σήμερα θεωρείται κάτι σαν το χαμένο αριστούργημα του ελληνικού rock με την τιμή του να χτυπάει τρελά νούμερα στα διαδικτυακά δισκοπάζαρα του εξωτερικού.

Ένα χρόνο αργότερα οι PLJ Band γίνονται PLJ (σκέτο) και στρέφονται στον ελληνικό στίχο, κυκλοφορώντας ένα δεύτερο μεγάλο άλμπουμ με τίτλο «Τερμίτες», έτσι όπως τελικά θα μετονομάζονταν κι οι ίδιοι και θα γίνονταν ευρέως γνωστοί. Στο σχήμα ο Φίλιππος Σπυρόπουλος αντικαθιστά τον Σκαματζούρα στα ντραμς, ενώ ο αδερφός του, ο Γιάννης, γνωστός και ως «Bach», γνώριμος όπως είπαμε του Μαχαιρίτσα από τις ανταρτομπουάτ της Πλάκας, συμμετέχει ως στιχουργός και συνθέτης. Το άλμπουμ «Τερμίτες» που σηματοδότησε την έναρξη της συνεργασίας του Μαχαιρίτσα με τον ποιητή Μιχάλη Μαρματάκη, κατά προσωπική μου εκτίμηση επρόκειτο για την κορυφαία δουλειά τους με αποκορύφωμα πολύ δυνατά κομμάτια σαν το ψυχεδελικό «Η πόλη κοιμάται», το πιο ρυθμικό «Τις τρύπες στο τηλέφωνο» και το «Φέγγεις σαν άστρο», σύνθεση του Γιάννη «Bach» Σπυρόπουλου.

Και πάλι τίποτα δεν γίνεται, ώσπου ο «Bach» που γνώριζε τον Γιώργο Νταλάρα επίσης από τα χρόνια στην Πλάκα, πείθει τους υπόλοιπους να τον καλέσουν για συμμετοχή στον επόμενο δίσκο τους. Το άλμπουμ «Η αμαρτωλή Μαρία» κυκλοφορεί το 1984 και είναι επίσης μια ξεχωριστή εργασία των Τερμιτών, η οποία συναντά επιτέλους την αποδοχή του μεγάλου κοινού εξ αιτίας φυσικά της παρουσίας του Νταλάρα σε δύο υπέροχα τραγούδια, στη «Σκόνη» και τις, αφιερωμένες στον Κ. Π. Καβάφη, «Αρκούδες». «Η αμαρτωλή Μαρία» ηχογραφείται με παραγωγό τον Δουλάμη, ηχολήπτη τον Άκη Γκολφίδη, ενώ τους Τερμίτες πλαισιώνουν εξαιρετικοί μουσικοί, σαν τον συχωρεμένο Γιώργο Φιλιππίδη στο μπάσο και τον Φίλιππο Τσεμπερούλη στα πνευστά. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Λαρέντης Μαχαιρίτσας θα δήλωνε σε συνέντευξη του στον γράφοντα πως ο Γιώργος Νταλάρας είχε σώσει δύο φορές κυριολεκτικά την καριέρα του: Τη μία με τη συμμετοχή του στους Τερμίτες και την άλλη με το «Διδυμότειχο Blues» στις αρχές των 90s! Οφείλουμε να πούμε, ωστόσο, πως η συμβολή του Γιάννη «Bach» Σπυρόπουλου ως κιμπορντίστας πλέον - και όχι μόνο - υπήρξε καθοριστική για την καλλιτεχνική επιτυχία της «Αμαρτωλής Μαρίας»

Ο Γιώργος Νταλάρας ερμηνεύει τη «Σκόνη» από τη συναυλία με τους Τερμίτες στον Λυκαβηττό

Το 1986 κυκλοφορούν τα «Τσιμεντένια Τραίνα», επίσης ένα αριστούργημα κατά υποκειμενική εκτίμηση, μόνο και μόνο για τη συμμετοχή της Φλέρυς Νταντωνάκη στο συγκλονιστικό «Τραγούδι της νύχτας» σε ποίηση του Μιχάλη Μαρματάκη. Οι Τερμίτες έχουν διευρύνει τον κύκλο τους και στην παρέα τους, για τις ανάγκες του εν λόγω δίσκου, προστίθενται η Σοφία Βόσσου, ο Σάκης Μπουλάς, ο Γιάννης Γιοκαρίνης και τα μέλη των Νορμάλ, της τότε μπάντας του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Σε ένα άλλο κομμάτι, τη μπαλάντα «Ούτε με γνωρίζεις, ούτε σε γνωρίζω» με τα μοναδικά φωνητικά της Βόσσου, οι στίχοι είναι του Κάτου Σεληνόπουλου (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του παραγωγού και στιχουργού Πάνου Ηλιόπουλου). Ο Σπύρος Ποδάρας, που τότε έπαιζε στους Νορμάλ, θυμάται με πόσο ενθουσιασμό του είχε ανακοινώσει ο Μαχαιρίτσας πως η Νταντωνάκη θα συμμετείχε στον επερχόμενο δίσκο των Τερμιτών! Αλλά και η ίδια η Φλέρυ, ύστερα από ένα μεγάλο διάστημα αποχής, δεν παραλείπει να δηλώνει σε συνεντεύξεις της εκείνη την εποχή πώς μόνο με τους Τερμίτες θέλει να συνεργάζεται.

Χωρίς να έχουν σημειώσει την επιτυχία της προηγούμενης δουλειάς, της «Αμαρτωλής Μαρίας», οι Τερμίτες προχωρούν στην ηχογράφηση του επόμενου στούντιο άλμπουμ, του «Περιμένοντας τη βροχή», το 1988. Εκεί μέσα αυξάνονται οι λογοτεχνικές αναφορές στον Μπρεχτ, τον Φρανσουά Βιγιόν και τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, υπάρχουν ακόμη οι συμμετοχές του Κώστα Θωμαΐδη στο μαντολίνο και του Γιώργου Γαβαλά στην τρομπέτα, υπάρχει όμως και το ερωτικό «Πόσο σε θέλω», μια σύνθεση που συνυπογράφουν ο Γιάννης «Bach» Σπυρόπουλος και οι Τερμίτες. Μέχρι σήμερα, το «Πόσο σε θέλω» με τη συμβολή και του Conrad Ayers στο σαξόφωνο, θεωρείται η μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος, απόλυτα διαχρονική, αφού δεν έχει πάψει να επανεκτελείται και από άλλους καλλιτέχνες. Σημαντική λεπτομέρεια: Πριν την ηχογράφηση του «Περιμένοντας τη βροχή», είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ «Τσιμεντένιο Κονσέρτο» το 1986, ζωντανή ηχογράφηση από συναυλία των Τερμιτών στο θέατρο του Λυκαβηττού. Ήταν η περίοδος που ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας είχε τραγουδήσει μαζί με τους Κατσιμιχαίους και τον Αντώνη Βαρδή το κομμάτι «Σχήμα λόγου (Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα)» σε μουσική του Βαρδή και στίχους του Κώστα Τριπολίτη, ενώ μαζί με τον Σάκη Μπουλά είχαν γράψει τα τραγούδια «Μπανάκι Μανάκι» και «Το φλασάκι» για τον προσωπικό δίσκο του Μπουλά με τίτλο «Μπουλάς Ελλάς». Πάντως, στη συναυλία εκείνη, όπως και στο δίσκο, πρωτακούστηκε και ηχογραφήθηκε το «Πόσο σε θέλω» με την ερμηνεία του Μαχαιρίτσα και της Σοφίας Βόσσου, καθώς το stage μοιράστηκαν μαζί με τους Τερμίτες οι φίλοι τους, Γιώργος Νταλάρας, Αντώνης Βαρδής, Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Σάκης Μπουλάς και Γιάννης Γιοκαρίνης.

Το εξώφυλλο του πρώτου προσωπικού δίσκου του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, «Ο Μαγαπάς κι η Σαγαπώ» (1989)

Ακολουθεί μία περίοδος αμηχανίας για το επόμενο βήμα που οδηγεί στη διάλυση των Τερμιτών και στην επιθυμία των μελών τους για ξεχωριστές σόλο καριέρες - όπως συνηθίζεται με όλα τα συγκροτήματα, είτε ελληνικά, είτε ξένα, πάνω στην πιο δημιουργική φάση τους. Εκείνο ακριβώς το διάστημα ο Σπύρος Ποδάρας θυμάται σήμερα τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να σκέφτεται σοβαρά την ένταξη του στους Νορμάλ του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ο Λαυρέντης ψάχνεται. Συμμετέχει ως ερμηνευτής στους δίσκους του Βασίλη Γκίνου, «Ταξίδι απ' το παράθυρο» και του Σπύρου Παπαναστασίου, «Περιμένω σινιάλο», αμφότεροι του 1988, συνεργαζόμενος με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά κ.α. Το 1989, στη MINOS πλέον, ηχογραφεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο με τίτλο «Ο Μαγαπάς κι η Σαγαπώ», ένα άλμπουμ που ακόμα μυρίζει...Τερμίτες, σε στίχους του Μιχάλη Μαρματάκη και σε ενορχηστρώσεις του δημιουργού και του «Bach». Ύστερα από την εμπορική αποτυχία του δίσκου, ο Μαχαιρίτσας απογοητεύεται και σκέφτεται να τα παρατήσει. Σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου, προτίθετο να φύγει από την Αθήνα και να μετοικήσει στο Βόλο, ανοίγοντας ένα Ωδείο για νέους μουσικούς. Χαρακτηριστική είναι η σχετική μαρτυρία του παραγωγού Ηλία Μπενέτου, του ανθρώπου που συνέδεσε το όνομα του με όλες τις μεγάλες στιγμές του Μαχαιρίτσα στη MINOS: «Ήταν τόση η αποτυχία του ''Ο Μαγαπάς κι η Σαγαπώ'' που ο Μάτσας ήθελε να μας διώξει και τους δύο»! Κι εκεί είναι που ο Γιώργος Νταλάρας σώζει και πάλι την καριέρα του, χάρις το ένστικτο του Μπενέτου αυτή τη φορά: «Ο Λαυρέντης και ο ''Bach'' ήθελαν τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου για το ''Διδυμότειχο Blues'', γνώμη μου όμως ήταν πως δεν θα υπήρχε καμία πρωτοτυπία, στο πλαίσιο των πιο αντισυμβατικών πραγμάτων που εκπροσωπούσε, ας πούμε, ο Παπακωνσταντίνου. Η πρωτοτυπία και η ιδέα μου, λοιπόν, ήταν να το έλεγε ο Νταλάρας, όπως και έγινε»!

Το «Διδυμότειχο Blues» με τη συμμετοχή του Νταλάρα στο ομότιτλο τραγούδι, σε στίχους του «Bach», κυκλοφορεί στα 1991 και σαρώνει κυριολεκτικά ολόκληρη την Ελλάδα! Πιστεύω πως και τίποτα άλλο να μην είχε γράψει ο πολυσχιδής Μαχαιρίτσας, το «Διδυμότειχο Blues» έφτανε για να τον καθιερώσει ως έναν από τους πιο ταλαντούχους τραγουδοποιούς της δεκαετίας του 1990. Η μουσική γράφτηκε από τον ίδιο, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του «Bach» από τη στρατιωτική του θητεία στον Έβρο. Και πάλι ο λόγος στον Ηλία Μπενέτο: «Η αρχική διάρκεια του κομματιού ήταν τεσσεράμισι λεπτά σε ενορχήστρωση του Χάρη Ανδρεάδη. Ακούγαμε το master στη FABEL και ο Νταλάρας με είδε κάπως αμήχανο...Με ρώτησε το λόγο. Του είπα ευθαρσώς ότι δεν μου άρεσε το αποτέλεσμα, αφού το έβρισκα τρομερά ''καθωσπρέπει''. Εισακούστηκα. Ξαναμπήκαμε στούντιο και το γράψαμε απ' την αρχή με την τελική γνωστή διάρκεια, τα έξι λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα. Θυμάμαι τον Νταλάρα να ξενυχτάει με τους μπαγλαμάδες του στο στούντιο. Λίγοι θα έχουν καταλάβει πως το ηλεκτρικό σόλο στην κιθάρα, που το έπαιξε ο αριστερόχειρας Μπότσας, συνεργάτης του Λαυρέντη, βασιζόταν σε ένα riff των Thin Lizzy, που αγαπούσε ο Λαυρέντης»! Το «Διδυμότειχο Blues» στην ουσία ήταν ένα από τα πιο «επεισοδιακά» τραγούδια που κυκλοφόρησαν ποτέ στη χώρα μας, αν λάβουμε υπόψιν και την ακόλουθη αφήγηση του, πολιτογραφημένου Βολιώτη, Δραμινού ζωγράφου Λάκη Μουρατίδη: «Δεν θυμάμαι ακριβώς τη χρονολογία, αλλά βρισκόμαστε στο φεστιβάλ του Άρδα. Έχει πάρα πολύ κόσμο και στη σκηνή ετοιμάζονται να ανέβουν ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας μαζί με τον Διονύση Τσακνή, ενώ θ' ακολουθούσε ο Σωκράτης Μάλαμας. Οι διοργανωτές έχουν καταλάβει πως πολύς κόσμος από το Τυχερό, ένα από τα πιο ''εθνικόφρονα'' χωριά του Έβρου, έχει προσέλθει στη συναυλία με σκοπό να δημιουργηθούν επεισόδια για το ''Διδυμότειχο Blues'', που ''δυσφημεί την περιοχή τους''! Ανεβοκατεβαίνουν στη σκηνή και προσπαθούν να πείσουν τον Λαυρέντη να μην πει το τραγούδι αυτό, που ήταν και η μεγαλύτερη επιτυχία του! Ο Λαυρέντης, ανένδοτος! Υπάρχει ένταση που όλο και αυξάνεται. Με το που ξεκινάει να τραγουδάει το ''Διδυμότειχο Blues'', γίνεται ο κακός χαμός! Πέφτουν μπουκάλια, ακούγονται βρισίδια και αναγκαστικά το τραγούδι μένει στη μέση. Εμείς έχουμε αποχωρήσει από το κοινό μπροστά και έχουμε πάει πιο πίσω, γιατί τα πράγματα είναι επικίνδυνα για την ασφάλεια μας. Ζητάνε να μην ανέβει ούτε ο Μάλαμας στη σκηνή, αλλά εκείνος φυσικά αρνείται. Βγαίνει μόνος του με την κιθάρα του, κάθεται στο μικρόφωνο και λέει στο εξαγριωμένο κοινό: ''Σσσσσς, ησυχάστε, πουλάκια μου»...Και τους ησύχασε! Κρατάμε, βέβαια, το ότι ο Λαυρέντης είχε αρνηθεί να διαπραγματευτεί το τραγούδι του και καλά έκανε».

Μετά την καθολική αποδοχή του «Διδυμότειχου Blues», μέσα από το οποίο ξεπήδησε ακόμη μια διαχρονική επιτυχία, το «Σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε», ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας συμμετέχει ως ερμηνευτής σε τρεις δίσκους άλλων συνθετών: Του Τάκη Μπουρμά, του Μιχάλη Κουμπιού και του πρώην Τερμίτη, Δημήτρη Βασαλάκη. Το 1993 η ανοδική πορεία του συνεχίζεται με το «Ρίξε κόκκινο στη νύχτα», σε παραγωγή πάντα του Ηλία Μπενέτου. Εκεί συνεργάζεται με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά και την καλή στιχουργό Λίνα Δημοπούλου, όπως και με τους ερμηνευτές Βασίλη Παπακωνσταντίνου (εκκρεμούσε η συνεργασία τους από το «Διδυμότειχο Blues») και Ελευθερία Αρβανιτάκη. Προκύπτουν ορισμένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια του: Το «Μκρασιάτικο» σε στίχους της Δημοπούλου και τα «Να δεις τι σού'χω για μετά», «Μικρός Τιτανικός» και «Στα Καμμένα» σε στίχους του Γκανά. Μεγάλη επιτυχία γίνεται και το ομότιτλο κομμάτι, που αποτελεί εξελληνισμό από τη Δημοπούλου του «You are the voice», αν και για μένα άλλη υπέροχη στιγμή είναι και το κλασικοροκάδικο «Tango στον καθρέφτη μου», σε στίχους μάλιστα του Άκου Δασκαλόπουλου!

Από κει και πέρα, ο Μαχαιρίτσας βγάζει τον κάθε του δίσκο πιο επιτυχημένο από τον προηγούμενο! Ξεκινάει συνεργασία με τον στιχουργό Ισαάκ Σούση και μαζί γράφουν επίσης τη μεγάλη επιτυχία «Ένας Τούρκος στο Παρίσι». Η ιστορία λέει πως ο Σούσης, ηθοποιός και στιχοπλόκος, είχε αφήσει κάποτε στίχους του στον Μαχαιρίτσα, οι οποίοι ξεχάστηκαν, μέχρι που άκουσε τυχαία στο ραδιόφωνο να παίζεται ένα κομμάτι με τη φωνή του Λαυρέντη σε δικά του λόγια. Εδώ να πούμε πως ο Μαχαιρίτσας δεν ήταν ένας ολοκληρωμένος τραγουδοποιός, songwriter με τη σημασία του αγγλικού όρου, εφόσον ουδέποτε έγραψε δικούς του στίχους. Στη μακρά πορεία του, συνεργάστηκε με πάρα πολλούς στιχουργούς και ποιητές, σαν τον Μιχάλη Γκανά και προς το τέλος με τον Μάνο Ελευθερίου, ενώ ταυτίστηκε ως δημιουργός με τον Γιάννη «Bach» Σπυρόπουλο, τον Μαρματάκη, τον Σούση, τη Δημοπούλου, τον Γιάννη Μαύρο, τον Βασίλη Γιαννόπουλο, όπως και λιγότερο με τον Άλκη Αλκαίο, τον Οδυσσέα Ιωάννου, τον Φίλιππο Γράψα και τον Νίκο Μωραΐτη. Υπέγραψε ακόμη τραγούδια σε στίχους συναδέλφων του (Αναστασία Μουτσάτσου), αλλά και ηθοποιών (Ελένη Ράντου). Στη μεγάλη μάλιστα επιτυχία του με τίτλο «Πεθαίνω για σένα», που τραγούδησε και ο Γιώργος Μαργαρίτης, οι στίχοι ήταν της Ράντου από κοινού με τον Γιάννη Μαύρο.

Οι συμμετοχές του Μαχαιρίτσα στη δισκογραφία ως guest σε δίσκους και σε συναυλίες συναδέλφων του είναι πραγματικά ένα χάος τούτη τη στιγμή! Ξεχωρίζω τη στενή - στενότατη συνεργασία του με τον Διονύση Τσακνή, με τον οποίο αποτέλεσαν αχώριστο ντουέτο στη δεκαετία του 1990 και ενθυμούμαι την εμφάνιση τους το 1991 μεσ' στο κλειστό γυμναστήριο του σχολείου μου, του 3ου Γενικού Λυκείου Κερατσινίου. Ήταν τότε με τις αναταραχές στην Παιδεία και τη δολοφονία του καθηγητή Τεμπονέρα στην Πάτρα. Ο Μαχαιρίτσας με τον Τσακνή είχαν έρθει να παίξουν, στο πλαίσιο στήριξης των μαθητικών καταλήψεων στα σχολεία της χώρας. Κι εμείς, 16 χρονών παιδιά τότε, ανακαλύπταμε έναν νέο δικό μας ροκ σταρ που έπαιρνε τα πρωτεία από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου! Για την έναρξη της συνεργασίας Μαχαιρίτσα - Τσακνή μιλάει ο Ηλίας Μπενέτος: «Ο Λαυρέντης μόλις είχε βγάλει το «Διδυμότειχο Blues», που δεν είχε ακόμη σημειώσει επιτυχία. Αντίστοιχα, ο Τσακνής είχε κάνει μόλις το «Νοέμβρης '91». Δύο τραγούδια τους με τη συμμετοχή του Νταλάρα. Ο Διονύσης προσέγγισε τον Λαυρέντη για να ξεκινήσουν μια σειρά παραστάσεων στο ''Καφεθέατρο'' της Κοδριγκτώνος, όπου το κοινό αποτελούταν από 70 άτομα, το πολύ! Η ιδιοκτήτρια, να φανταστείτε, δεν είχε καν κάβα και έφερνε τα ποτά απ' το σπίτι της. Μέσα σε πολύ λίγο καιρό, όμως, οι δυο τους απογειώθηκαν σαν ντουέτο, τα κομμάτια τους αγαπήθηκαν και η συνεργασία τους σφράγισε, πιστεύω, ολόκληρη τη δεκαετία του 1990».

Κρατώ ακόμη τη λιγότερο θορυβώδη συνεργασία του Μαχαιρίτσα με τον Νότη Μαυρουδή σε ρεπερτόριο του Μάνου Χατζιδάκι (στο άλμπουμ «Η ενοχή των αμνών» του 2010, ο Μαχαιρίτσας διασκεύασε το «Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος» των Μ. Χατζιδάκι - Ν. Γκάτσου), τους πολλούς σπουδαίους ερμηνευτές που τον τραγούδησαν (από την Κατερίνα Στανίση και τον Διονύση Σαββόπουλο - και πάλι με προτροπή του Μπενέτου - μέχρι την Τάνια Τσανακλίδου και τη Μάρθα Φριντζήλα), την επίσης στενή συνεργασία του με τον Γιάννη Κότσιρα σε ένα ολόκληρο άλμπουμ, το «Ξύλινο αλογάκι» του 2003 (και όχι μόνο), σε στίχους Ισαάκ Σούση, τη συμπόρευση του με τους WC, μια εξαιρετική μπάντα άρτιων μουσικών, τα τραγούδια που έγραψε για mainstream κινηματογραφικές ταινίες (για μια τέτοια ταινία, το «Ηθικόν ακμαιότατον» του Σταμάτη Τσαρουχά, τον είχα συναντήσει κι εγώ το 2005 και μού'χε δώσει συνέντευξη για το περιοδικό «Δίφωνο»), μα πάνω απ' όλα κρατώ το ατόφιο ροκ αίσθημα του, που παρέμεινε αναλλοίωτο σε όλα τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τους Τερμίτες: Ελάχιστοι θυμούνται ή και γνωρίζουν, λόγου χάριν, ότι ο Μαχαιρίτσας είχε διασκευάσει το «Tales of Taliesyn» των Soft Machine, όπως και το θρυλικό «Hocus Pocus» των Ολλανδών Focus με τη συμμετοχή της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου - για το τελευταίο είχα ενστάσεις, το είχα θεωρήσει σχεδόν ιεροσυλία όταν τό'χα πρωτακούσει, μα σήμερα αναγνωρίζω πως μετρούσε η πρόθεση και το βρίσκω χαριτωμένο.

Ο Λαυρέντης, ο Λάρυ όπως τον φώναζαν όλοι οι φίλοι του μέχρι το τέλος, είχε πάντα το θάρρος της γνώμης του ακόμη κι αν ήξερε ότι μπορούσε ν' ακούσει τα...σχολιανά του. Στο πρόσφατο παρελθόν είχε μιλήσει δημόσια κατά της «σχολής της Θεσσαλονίκης», αναφερόμενος προφανώς στους Γιάννη Αγγελάκα - Θανάση Παπακωνσταντίνου, σε μία περίοδο που εκείνοι ήταν οι «αντεργκράουντ», ενώ ο ίδιος θεωρείτο «mainstream». Τα ίδια και μόλις λίγες εβδομάδες πριν το χαμό του, που είχε μιλήσει απαξιωτικά για το «πυροτέχνημα» ονόματι Sin Boy. Ανατρέχω τώρα και στη δισκοπαρουσίαση του έργου «Απόπλους» του Μιχάλη Τερζή και του στιχουργού Δημήτρη Λέντζου. Είχε γίνει στον Ιανό το 2010 και ήμουν ένας απ' τους ομιλητές στο πάνελ. Ο Λαυρέντης, που συμμετείχε στο άλμπουμ με δύο τραγούδια, τον «Θίασο» και την «Κόμη της Βερενίκης», είχε σπαστεί με ένα σχόλιο μου: Είχα πει, αν θυμάμαι καλά, πως ο «Θίασος» θα μπορούσε να είχε βγει μέσα από τις «Γραμμές των Οριζόντων» των Θ. Μικρούτσικου - Ν. Καββαδία. Όταν πήρε το λόγο στο πάνελ, θεώρησε καθήκον του να απαντήσει επί του σχόλιου μου. Για να είμαι ειλικρινής, όλο αυτό μου το θύμισε ο ίδιος πριν από δύο χρόνια, στην τελευταία μας τετ α τετ συνάντηση στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη.  

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε πως ο Μαχαιρίτσας συνεργάστηκε πολύ και με τον Θάνο Μικρούτσικο, τραγουδώντας στην τρίτη live καταγραφή του θρυλικού «Σταυρού του Νότου», ενώ ιδιαίτερη σημασία για τη δισκογραφία του έχει και το άλμπουμ «Οι άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο» του 2012, στο οποίο ερμήνευσε στα ελληνικά τους βετεράνους Adamo, Christophe, Branduardi κ.α., με τη συμμετοχή των ιδίων, γεγονός που είχε θεωρηθεί μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία για την προσωπική του καριέρα. Βέβαια, μια πρώτη γεύση από την αγάπη του Μαχαιρίτσα για το πιο εξωστρεφές μεσογειακό τραγούδι είχαμε πάρει το 2001 με τον «Σουλτάνο της Βαβυλώνας και η Γυναίκα», σύνθεση του Angelo Branduardi, που έμελλε να ηχογραφήσουν και ως ντουέτο στα ιταλικά, αλλά και στα ελληνικά, με τη συμβολή της στιχουργού Λίνας Νικολακοπούλου σε μία μοναδική και εμπνευσμένη συνεργασία με τον Μαχαιρίτσα

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν ήταν αυτό που λέμε «άνθρωπος του χρήματος», άλλο ένα χαρακτηριστικό του που τον τιμάει. Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση της ηθοποιού και καλλιτεχνικής διοργανώτριας, Κωνσταντίνας Αγγελέτου: «Ο Λαυρέντης αγαπούσε πολύ τις Σποράδες και μας βρήκε μέσω κοινών γνωστών, προκειμένου να διοργανώσουμε μια σειρά συναυλιών του, οι οποίες θα ξεκινούσαν από την Αλόννησο. Το καθεστώς ήταν λίγο περίεργο, αφού εμείς φοβόμασταν το οικονομικό ρίσκο και του το είχαμε πει. Απάντησε πως ήταν διατεθειμένος να μην πληρωθεί, αν δεν πηγαίναμε καλά από εισιτήρια. Δυστυχώς η περιοδεία συνέπεσε με την τραγωδία στο Μάτι και ακυρώθηκε, εφόσον όλοι ήμασταν συντετριμμένοι. Βγάλαμε νέα ημερομηνία με το κόστος να έχει ανέβει κατά πολύ λόγω της αναβολής. Την ημέρα που, τέλος πάντων, θα ξεκινούσαμε από την Αλόννησο και ο ίδιος με τους μουσικούς του ταξίδευαν από την Αθήνα, από ένα λάθος το φορτηγό του ήχου δεν φορτώθηκε στο ίδιο καράβι από το λιμάνι του Βόλου. Έπρεπε να ακυρώσυμε ξανά, αλλά εκεί ο Λαυρέντης δήλωσε πως δεν τον νοιάζει ο τέλειος ήχος, μπορεί να βγει να παίξει ακόμη και με μόνιτορ, προκειμένου να περάσει καλά ο κόσμος. Πραγματικά, φορτώσαμε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στο νησί από ηχητικό εξοπλισμό και η συναυλία βγήκε μια χαρά παρά το μηδαμινό μπάτζετ. Στο τέλος, όταν κάναμε τον απολογισμό, διαπιστώσαμε πως είχαμε μπει μέσα για τα καλά! Ο ίδιος τότε πρότεινε να πληρωθεί το ελάχιστο, προκειμένου κι εμείς να βγάλουμε κάτι, αλλά και οι μουσικοί του να πληρώνονταν αξιοπρεπώς. Έτσι και έγινε»...

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Νίκο Πορτοκάλογλου τον περασμένο Απρίλιο στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο»

Οι τελευταίες παραστάσεις του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα πραγματοποιήθηκαν τον περασμένο χειμώνα στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» για πρώτη φορά από κοινού με τον συνάδελφό του, Νίκο Πορτοκάλογλου, ίδιας γενιάς και απόλυτα κοινής αισθητικής. Τότε στο review μου για το koutipandoras.gr είχα γράψει πως το συγκεκριμένο πρόγραμμα, ένα από τα πιο πετυχημένα της νυχτερινής Αθήνας, έμοιασε σαν ένας άτυπος διαγωνισμός για το ποιος από τους δύο έχει γράψει τις μεγαλύτερες επιτυχίες στα 40 χρόνια που δραστηριοποιούνται στο ελληνικό τραγούδι. Ο Μαχαιρίτσας με τον Πορτοκάλογλου είχαν ταιριάξει πολύ στη σκηνή, γι' αυτό και το σχήμα περιόδευσε κατά τη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού. Τελευταία συναυλία του/ τους ήταν στο Βόλο, όπου πριν λίγες μέρες έπεσε οριστικά η αυλαία και παίχτηκε η τελευταία πράξη του δράματος.

Λ. Μαχαιρίτσας - Γ. Νταλάρας - Γ. Κότσιρας

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας αφήνει πίσω του την σύζυγο του και την πολυαγαπημένη 25χρονη κόρη του, την οποία χαιρόταν να βλέπει - όπως δήλωνε κατά καιρούς - να μεγαλώνει. Αφήνει πίσω του ακόμη ένα πολύ μεγάλο κενό, αφού ποιος ξέρει πότε θα ξαναβγεί ένας τραγουδοποιός του δικού του διαμετρήματος, με συνθέσεις που ανάγονται δηλαδή στη σφαίρα του πιο δημοφιλούς λαϊκού τραγουδιού. Οι συνάδελφοί του τον λάτρεψαν για την καλή του καρδιά, το χαμόγελο του και την έλλειψη έπαρσης. Ο απλός κόσμος και η δική μου γενιά για κάποια τραγούδια του, που όλοι έχουν/ έχουμε σιγοτραγουδήσει, είτε σε συναυλίες, είτε στην καθημερινότητα τους/ μας. Ο Γιώργος Νταλάρας ακύρωσε τη χθεσινή συναυλία - αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου, στην Κύπρο, προκειμένου να παραστεί στην κηδεία και να αποχαιρετίσει τον φίλο και συνεργάτη του. Ο επίλογος στην Άννα Νταλάρα, από διάλογο μας στο facebook χθες αργά τη νύχτα: «Ήρθαμε Κύπρο για την εκδήλωση για τον Ελευθερίου. Παντού - παντού στους δρόμους, ακούγεται η φωνή του Λάρυ. Η οδύνη μαζί με την αγάπη που νικάει το θάνατο. Παυσίλυπο τα τραγούδια του, η καλοσύνη του, όλα...»

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.