Ένα βράδυ στη «Στοά» της Πατησίων με τον Γιώργο Σκούρτη

Μια απρόσμενη συνάντηση και μία ακόμη πιο απρόσμενη κουβέντα του Αντώνη Μποσκοΐτη με τον συγγραφέα που πέθανε σήμερα στα 78 του 

Αντώνης Μποσκοΐτης 19/11/2018 | 21:36

Είναι ένα βράδυ ανοιξιάτικο πριν μια δεκαετία περίπου. Έχω μόλις μετακομίσει στην πλατεία Βικτωρίας και συνηθίζω να πετάγομαι μέχρι τη «Στοά» της Πατησίων για ένα ποτό. Πηγαίνω αργά, μετά τις 12, όταν σπάει ο πολύς κόσμος. Σχεδόν πάντα είναι εκεί. Ευθυτενής, αδύνατος, αν και σκυμμένος στο σκαμπό του μπαρ. Με τα ίδια μακριά μαλλιά και το μουστάκι του, λευκά πια. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο ασκητική γινόταν η φιγούρα του, αυτός που δεν είχε καμία σχέση με ασκητισμούς. Εκείνο το βράδυ τραβάω κι εγώ σκαμπό και κάθομαι δίπλα του. «Σκούρτη, θα μ' ακούσεις» του λέω. Μία απρόβλεπτη συνάντηση - έτσι τη βλέπει και γι' αυτό σκάει ένα μεγάλο χαμόγελο, αδιαφορώντας για την καταπάτηση της μοναξιάς του.

Μικρογραφία

Τον πηγαίνω πολλά χρόνια πίσω, όταν εγώ ήμουν δέκα ετών και δεν είχα ιδέα για τίποτα. Τότε που ήταν της μόδας τα «τρελόχαρτα» από το στρατό κι εκείνος είχε πάρει το ''Ι5'' ενός μεγαλύτερου μου φίλου και τό'χε καρφιτσώσει στον τοίχο του «Dada»! Στο «Dada» των Εξαρχείων όρισε εποχή ο Σκούρτης με ομοτράπεζους άλλοτε τον Νίκο Καρούζο και άλλοτε την Κατερίνα Γώγου. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, επίσης, που τον γνώρισε καλά μέσα από τη συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. «Τσιμπάει» από την ίδια του τη μνήμη και μου εξιστορεί μια ξεκαρδιστική ιστορία με ένα ζευγάρι γκέι ψυχιάτρων που έκαναν το λάθος να αναπτύξουν οικειότητα με τον Καρούζο και να ασκήσουν κριτική σε ένα ποίημα του. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! «Τέτοια γίνονταν πολλά» τον ακούω να μου λέει περιγράφοντας το κλίμα μιας εποχής τότε που συμβίωναν στην πλατεία, «φρικιά με ποιητές, πότες με αναρχικούς και μπάτσοι με πρεζέμπορους». Καταλαβαίνω πως απέναντι μου έχω έναν άνθρωπο που δεν έχει παρεκκλίνει στο ελάχιστο από τις αρχές του.

Του μιλάω έπειτα για τον Μήτσο Ευθυμιάδη, που τον είχα καθηγητή και που έφυγε από τη ζωή το 2003 στα 58 του. «Το καλύτερο παιδί ήταν αυτός» μου λέει, τονίζοντας πόσο σημαντικοί ήταν οι «Προστάτες» του. Δεν περίμενα να ακούσω κακή κουβέντα για τον Μήτσο, ειδικά από έναν ομότεχνό του που μαζί και με τον Κεχαΐδη αποτέλεσαν την «αγία τριάδα» του ελληνικού θεάτρου από τη Μεταπολίτευση και μετά. Δεν του αρέσουν τα μεγάλα λόγια, «Πάμε γι' άλλα τώρα» μου λέει. Σαν να μη θέλει τη νοσταλγία που στερεί από τους ανθρώπους την επαφή με τη ζώσα πραγματικότητα.

Μικρογραφία
1974: Γιώργος Σκούρτης, Βίκυ Μοσχολιού, Γιάννης Μαρκόπουλος, Λάκης Χαλκιάς. Τότε που οι δίσκοι γίνονταν κλασικοί...

Του θυμίζω τους στίχους του που έγιναν ορόσημο της γενιάς του Πολυτεχνείου, μελοποιημένοι από τον Γιάννη Μαρκόπουλο: Το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί» με την εμβληματική ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη, τη «Φάμπρικα» με τη φωνή του Λάκη Χαλκιά - ένα από τα αγαπημένα μου ever ελληνικά τραγούδια - αλλά κι εκείνο το «Μιλώ για τα παιδιά μου» με μια Μοσχολιού σπαρακτική, μοναδική. «Ξέρεις, έχω αδερφό γεννημένο στη Γερμανία» τον ενημερώνω, «και μ' αυτό το τραγούδι, αν και οι δικοί μου είχαν γυρίσει στην Ελλάδα, η μάνα μου πλάνταζε στο κλάμα». Το ξέρει καλά πόσο σπουδαία είναι τα τραγούδια τους με τον Μαρκόπουλο, κοινοτοπίες του λέω μάλλον. Τραβάει μια γερή ρουφηξιά από το ποτήρι του και προτιμά να με ρωτήσει αν μου αρέσει εξίσου ο «Ανεπανάληπτος» που έγραψαν με τον Κώστα Καράλη για τον Τόλη Βοσκόπουλο. «Γιατί όχι; Τα στεγανά στην τέχνη ποτέ δεν μου άρεσαν» του απαντάω, θέλοντας στην ουσία να μου μιλήσει και για τις άλλες λιγότερο γνωστές συνεργασίες του, τους στίχους του που μελοποίησαν ο Μίμης Πλέσσας, ο Δήμος Μούτσης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Χρήστος Νικολόπουλος. Παθαίνω πλάκα όταν μαθαίνω πως μέχρι και η Ρένα Βλαχοπούλου τον είχε τραγουδήσει σε μουσική του Γιώργου Κατσαρού! Η συζήτηση για τα μουσικά κλείνει με το «Veraman bar», τελευταία δισκογραφική του κατάθεση, το 2003, από κοινού με τον Γιάννη Bach Σπυρόπουλο. Πολύ στυλάτος δίσκος ήταν αυτός! «Σου πάει ο ''Bach''» του λέω, «είστε το ίδιο μπουκοφσκικοί» και μοιραία αναπολεί την πρώτη τους γνωριμία, το μακρινό 1973, αλλά και τις παραστάσεις τους με τη Φλέρυ Νταντωνάκη που πήγαινε και τους άκουγε. Τολμώ να του πω ότι άπαξ και μπλέξουν δυο πότες, μόνο καλό θά'ναι το αποτέλεσμα, κάτι που δεν θα τού'λεγα σήμερα που ο ''Bach'' δεν πίνει σταγόνα και ασκητεύει κι αυτός πότε στο πεντάγραμμο και πότε στο καβαλέτο του.

Δεν διστάζω να τον πάω στην πρώτη δική μας γνωριμία το 1995 στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας. Τον έβλεπα να κάνει παρέα εκεί με τον ποιητή Μιχάλη Μαρματάκη που επίσης έγραψε το τελευταίο τραγούδι της Νταντωνάκη στη δισκογραφία με τους Τερμίτες. Λέω «δεν διστάζω», διότι σε εκείνο το φεστιβάλ που ήταν και η πρώτη μου επαφή με τον εξω-φοιτητικό κινηματογραφικό χώρο, ο Σκούρτης είχε κάνει κάτι σοκαριστικό: Ως πειραχτήρι, είχε δημοσιεύσει μια σεξίστικη επιφυλλίδα στην εφημερίδα του φεστιβάλ που αφορούσε φιλοξενούμενες Γιαπωνέζες καλλιτέχνιδες. Φαντάζομαι τι θα του έσερναν σήμερα που η πολιτική ορθότητα έχει χτυπήσει κόκκινο και δεν τολμάς καν να αστειευθείς με τέτοια ζητήματα. Κάτι θά'χε γίνει βέβαια τότε που δεν ήμουν σε θέση να το γνωρίζω, του δίνω όμως αφορμή να μου πει πως ουδέποτε πήρε στα σοβαρά τις σχέσεις του με τις γυναίκες, τουλάχιστον με τη λογική της «πεπατημένης». Μόνο μία γυναίκα παντρεύτηκε στη ζωή του, την ποιήτρια Αγγελική Ελευθερίου, αδερφή του Μάνου Ελευθερίου, που είχε μελοποιήσει στη «Φαίδρα» του ο Θεοδωράκης. Καρπός αυτού του γάμου ήταν ο μοναχογιός τους.

Πολλά ακόμη λέμε με τον Σκούρτη, που όσο περνάει η ώρα, αρχίζει να βαριέται. Το «πιάνω» αυτό και αποφασίζω να τον αφήσω στην ησυχία του. «Άμα περάσεις κάνα άλλο βράδυ» μου λέει, «να έρθεις νωρίτερα»...Εκείνο το άλλο βράδυ ήρθε τελικά μετά από λίγο καιρό. Στη «Στοά» ξαναπήγα με την κοινή μας φίλη, τη Σεμίνα Διγενή, που έσπευσε να τον αγκαλιάσει. Έκτοτε δεν τον ξανάδα.

Πριν μία εβδομάδα αναζήτησα την υπεύθυνη επικοινωνίας της παράστασης «Σοκ», του έργου του Σκούρτη, που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Λιβανός και έκανε πρεμιέρα μόλις προχθές. Ήταν το comeback του στο θέατρο και ήξερα πόσο θα το είχε χαρεί. Της ζήτησα το τηλέφωνο του για συνέντευξη στο koutipandoras.gr. Την άκουσα να «κομπιάζει» στο αίτημα μου, σαν να ήξερε εκείνη πως ο συγγραφέας ήταν άρρωστος. Μάλλον αυτό θα συνέβαινε, καθώς σήμερα διαβάζουμε για βαριά επιδείνωση της υγείας του.

Είναι ημέρα θλίψης για το θέατρο, το τραγούδι, τις τέχνες και τα γράμματα. Ο Γιώργος Σκούρτης πέθανε ξαφνικά και απρόσμενα για όλους όσοι τον βλέπαμε να τριγυρίζει στα σκοτεινά πεδία της νύχτας. Έχω χρόνια να περάσω από την «Στοά» και δεν νομίζω να το επιχειρήσω, δεν ξέρω καν αν παραμένει απείραχτο το εν λόγω στέκι. Πάντα όμως θα θυμάμαι εκείνη την ατάκα του από ένα έργο ομότεχνού του, τους «Κουραμπιέδες» του Χασάπογλου. «Ο Θεός μας φύλαξε και δε γίναμε κομμουνιστές» μου είπε με το πιο πλατύ του χαμόγελο την ώρα που με αποχαιρετούσε.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.