Ενα βλέμμα στα εκπαιδευτικά της μεταπολίτευσης

Από τον εκδημοκρατισμό στον εκσυγχρονισμό

Χάρης Αθανασιάδης 26/01/2020 | 09:00

Οι διαρκείς ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση παγίωσαν στη δημόσια σφαίρα την πεποίθηση πως η εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα είναι μάλλον υπουργική παρά παραταξιακή και σίγουρα όχι εθνική. Αλλωστε, τα περισσότερα από τα εθνικά συμβούλια παιδείας που κατά καιρούς θεσμοθετήθηκαν σπανίως συνεδρίασαν και ουδέποτε υπέβαλαν οιαδήποτε άξια λόγου εισήγηση στην πολιτική ηγεσία.

Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια πως αρκετοί από τους υπουργούς Παιδείας, μόλις αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους, ανακοίνωναν σαρωτικές αλλαγές φιλοδοξώντας να αφήσουν το δικό τους στίγμα στα εκπαιδευτικά πράγματα – όπως επί λέξει δήλωσε ο Γεράσιμος Αρσένης όταν το 1996 είχε διαδεχθεί τον κομματικά ομογάλακτό του Γιώργο Παπανδρέου στο υπουργείο Παιδείας.

Ωστόσο, αν απομακρυνθούμε για λίγο από τον αφρό των γεγονότων και προσπαθήσουμε να δούμε συνολικά τα εκπαιδευτικά των τεσσάρων δεκαετιών που παρήλθαν από τη μεταπολίτευση του 1974, ίσως διακρίνουμε ορισμένες γενικές τάσεις οι οποίες επιμένουν παρά τις εναλλαγές υπουργών και κυβερνήσεων, παρά τις πολλαπλές αντιφάσεις, τα άλματα ή τις παλινδρομήσεις. Αυτές οι ισχυρές τάσεις συγκροτούν και χαρακτηρίζουν την πραγματική εκπαιδευτική πολιτική της χώρας, καθώς λειτουργούν ως υπόστρωμα πάνω στο οποίο ξετυλίγονται τόσο τα σοβαρά εγχειρήματα όσο και οι κατά καιρούς ρηξικέλευθες ανοησίες. Οσες από τις εκάστοτε υπουργικές πρωτοβουλίες συνομιλούν με την κυρίαρχη τάση κάθε εποχής βρίσκουν θέση στο σύστημα· όσες την αντιστρατεύονται αποσύρονται, ακυρώνονται ή εκφυλίζονται σε θεσμικά κελύφη.

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΡΙΑ

Πρώτη ισχυρή τάση υπήρξε αναμφίβολα ο εκδημοκρατισμός των κρατικών και κοινωνικών δομών (στην προκείμενη, του εκπαιδευτικού συστήματος). Η κορύφωση του αυταρχισμού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και η άτεχνη χρήση της συντηρητικής ιδεολογίας (με συνέπεια την απαξίωσή της) δεν επέτρεπαν στη δεξιά παράταξη να λειτουργήσει πλέον ως συνέχεια του προδικτατορικού της εαυτού. Η ανανέωσή της ήταν όρος επιβίωσης. Πράγματι, κηρύσσοντας τον δημοκρατικό της αναπροσανατολισμό (προβάλλοντάς τον ακόμη και στο όνομα: Νέα Δημοκρατία αντί Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση), η δεξιά παράταξη θα προβεί σε θεαματική στροφή και στα εκπαιδευτικά πράγματα.

Θα αποδεχθεί ως ορθές τις δύο κρίσιμες πτυχές της φιλελεύθερης εκπαιδευτικής πρότασης, τις οποίες έως τότε σθεναρά αντιπάλευε: την εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες και τη θεσμοθέτηση του διπλού δικτύου (τη διάκριση ανάμεσα σε γενική και τεχνική εκπαίδευση). Ο αναβαπτισμένος στη Δύση ηγέτης της, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, θα υπογραμμίσει την ανάγκη μιας συναινετικής εκπαιδευτικής πολιτικής, συγκροτώντας μία ευρεία επιτροπή ειδικών και προεδρεύοντας ο ίδιος στις πρώτες συναντήσεις. Πρόκειται για την επιτροπή που θα χαράξει τις βασικές κατευθύνσεις της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976. Η σύνθεσή της είχε σημασία: οι ακραίοι συντηρητικοί θα αγνοηθούν, ενώ αντιθέτως θα κληθούν ορισμένοι από τους επιφανείς της φιλελεύθερης εκπαιδευτικής παράδοσης, όπως ο παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος, ο γηραιός ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και ο νεαρός τότε Αλέξης Δημαράς.

Ταυτόχρονα, δρομολογήθηκε με αρκετή επιτυχία η εκκαθάριση των πανεπιστημίων από τους συνεργάτες της δικτατορίας. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά: το φοιτητικό κίνημα με τις κορυφαίες αντιστασιακές στιγμές του στη Νομική και στο Πολυτεχνείο (1973) είχε συνεισφέρει καθοριστικά στην πολιτική απαξίωση της δικτατορίας, ενώ κατά την πρώτη δεκαετία της μεταπολίτευσης στα πανεπιστήμια θα αναπτυχθούν –ετεροχρονισμένα, αλλά με ιδιαίτερη ένταση– τα πολύμορφα κοινωνικά κινήματα που είχαν ανθίσει στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Συνεπώς, κάθε νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης στα πανεπιστημιακά ζητήματα ήταν αναγκασμένη να συνυπολογίζει ένα γενικευμένο ελευθεριακό και επαναστατικό κλίμα. Οταν σε μια επίδειξη ισχύος η κυβέρνηση Καραμανλή δοκίμασε να το αγνοήσει, ξέσπασαν οι παρατεταμένες και εξόχως συγκρουσιακές φοιτητικές καταλήψεις του 1978-79, αναγκάζοντάς τη να αποσύρει έναν νόμο (ν. 815 του 1978) που θεωρήθηκε τότε συνώνυμος του συντηρητισμού, του ελέγχου και της πειθάρχησης – αν και από τη σημερινή οπτική θα φάνταζε ενδεχομένως ως εξορθολογισμός και νοικοκύρεμα.

Στο ίδιο κλίμα θα πρέπει να κατανοηθεί και το κίνημα των βοηθών (επίσης το 1979) που αγνοήθηκε πεισματικά από τη ΝΔ, αλλά διογκώθηκε και συνέβαλε τρία χρόνια αργότερα στην κατάργηση της περιβόητης έδρας και στον εκδημοκρατισμό του ελληνικού πανεπιστημίου (ν. 1268/1982).

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Το ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας (1981-85) επαγγέλθηκε τη ριζική αλλαγή όλων των πτυχών του εκπαιδευτικού συστήματος· πράγματι, άλλαξε πολλά: ανανεώθηκαν τα σχολικά βιβλία (γνωστικά και μεθοδολογικά), επικυρώθηκε η κυριαρχία της δημοτικής με το μονοτονικό και τη διδασκαλία των αρχαίων από μετάφραση, αναβαθμίστηκαν σε πανεπιστημιακά τμήματα οι παρωχημένες σχολές των δασκάλων, καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή που είχε καταστεί συνώνυμος του παιδαγωγικού και διοικητικού αυταρχισμού, άρθηκαν περαιτέρω οι κοινωνικοί φραγμοί στη μόρφωση με την κατάργηση των προαγωγικών από το γυμνάσιο στο λύκειο και δοκιμάστηκε (με άνισα αποτελέσματα) η συμμετοχή μαθητών και γονέων σε όσα αφορούν τα καθημερινά των σχολείων. Ιδωμένα όμως με τη νηφαλιότητα που επιτρέπει η χρονική απόσταση, όλα εκείνα που προβλήθηκαν τότε ως τομές με το παρελθόν απλώς επέκτειναν και ολοκλήρωναν όσα ήδη είχαν δρομολογηθεί από το 1974.

Σε κάθε περίπτωση δεν είχαμε τομή, αλλά συνέχεια, διεύρυνση και επιτάχυνση του εκδημοκρατισμού. Από μια ακόμη ευρύτερη οπτική, θα λέγαμε ότι κατά τη δεκαετία του 1980 συντελέστηκε επιτέλους ο αστικός μετασχηματισμός του ελληνικού σχολείου. Είχε δρομολογηθεί από την εποχή του Βενιζέλου –το 1917, όταν ο Δημήτρης Γληνός με τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη ανέλαβαν για πρώτη φορά τα εκπαιδευτικά του κράτους– αλλά γνώρισε πολλαπλές διακυμάνσεις (επιταχύνσεις και πισωγυρίσματα) που μπορούν να συσχετισθούν με τις πολιτικές περιπέτειες της χώρας και εν μέρει να εξηγηθούν από αυτές. Από τις ποικίλες εκπαιδευτικές καινοτομίες που δοκιμάστηκαν έκτοτε –ανάμεσα στο 1985 και το σήμερα– αρκετές εκκινούν από τον ίδιο πυρήνα του αρχικού σχεδίου: τον εκδημοκρατισμό των δομών, της σχολικής γνώσης και της παιδαγωγικής του σχολείου.

Σε αυτή την κατηγορία για παράδειγμα μπορούν να ενταχθούν επιτυχημένα παιδαγωγικά προγράμματα όπως η Εκπαίδευση Μουσουλμανοπαίδων (1997 έως σήμερα), η οποία συνεισέφερε πολλά στη μείωση της σχολικής διαρροής στη Θράκη, ή το πρόγραμμα Μελίνα (1994-2004), που εμβολίασε τη διδακτική καθημερινότητα δασκάλων και μαθητών με τις λογικές και πρακτικές των τεχνών. Στην ίδια κατηγορία μπορούν, βέβαια, να ενταχθούν και κάμποσα αποτυχημένα εγχειρήματα που ανιχνεύουν τα όρια της εκπαιδευτικής δημοκρατίας, όπως αυτό του λεγόμενου «πολλαπλού» βιβλίου (1997), την έγκριση δηλαδή και σχολική χρήση περισσότερων του ενός εγχειριδίων για κάθε μάθημα, ώστε οι μαθητές να αναπτύξουν μια κριτική στάση απέναντι στη γνώση – το σχετικό πείραμα άντεξε μόλις ένα εξάμηνο.

Ολα τούτα βελτιώνουν, διανθίζουν, αναζωογονούν (ή προσπαθούν να το κάνουν) επιμέρους σημεία του ίδιου κεντρικού προσανατολισμού. Δεν τον αντιστρατεύονται, δεν τον ανακαθορίζουν. Από το 1990 όμως και ύστερα, παράλληλα με τούτα τα συμβατά, μπορεί κανείς να διακρίνει επίμονες πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες που επιχειρούν να χαράξουν έναν διαφορετικό δρόμο, να συντονίσουν τα εκπαιδευτικά πράγματα με τη γενικότερη τάση του λεγόμενου εκσυγχρονισμού.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Οι τρόποι και τα μέσα που προκρίνουν ορισμένες από τις εν λόγω πρωτοβουλίες εκ πρώτης όψεως μοιάζει να αντλούν από τη συντηρητική παράδοση, μα η ρητορική και η σκοποθεσία τους κινούνται σε νέες κατευθύνσεις. Επιδιώκουν για παράδειγμα να αποκαταστήσουν την τάξη στα πανεπιστήμια (η οποία –σύμφωνα με αυτή την οπτική– είχε διασαλευτεί με τα δημοκρατικά πειράματα) και την πειθαρχία στα σχολεία (η οποία είχε χαλαρώσει), μα οι λέξεις που επιστρατεύονται είναι νέες και ελκυστικές (εξορθολογισμός, λειτουργικότητα, βελτίωση, «καλές πρακτικές») και οι στόχοι που προβάλλονται δεν είναι πια η «ηθική καλλιέργεια» των νέων μα η ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους, το ανταγωνιστικό πνεύμα, η αριστεία.

Κατά τη δεκαετία του 1990, όλα τούτα δεν φαίνεται να έπειθαν στο ελάχιστο μαθητές και εκπαιδευτικούς, μα δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε το ίδιο για την ευρύτερη κοινωνία. Χαρακτηριστικές προς τούτο οι συγκρούσεις για το σύστημα διορισμού των εκπαιδευτικών, τη λεγόμενη επετηρίδα (1997), και οι μαθητικές καταλήψεις για την ένταση των εξεταστικών μηχανισμών του λυκείου (1998-99). Και οι δύο αναρρυθμίσεις ήταν μέρος του τρόπου με τον οποίο ο τότε υπουργός Παιδείας Γεράσιμος Αρσένης αντιλήφθηκε τον εκσυγχρονισμό στην εκπαίδευση. Στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια ωστόσο, οι λογικές αυτές κατίσχυσαν βήμα βήμα, δίχως τυμπανοκρουσίες. Το φανερώνουν ορισμένα διάσπαρτα μικρά γεγονότα, όπως για παράδειγμα ο ολοένα αυξανόμενος ανταγωνισμός γονέων και μαθητών για μια θέση στα 54 νεόκοπα πειραματικά σχολεία που προβλήθηκαν ως πρόμαχοι της αριστείας (2012-15). Στην ίδια δεκαπενταετία μια σειρά από εγχειρήματα και εξελίξεις προσδίδουν ολοένα περισσσότερο αγοραία αύρα στο εκσυγχρονιστικό σχέδιο.

Από πολιτική άποψη, κεντρική στιγμή ως προς αυτό το ζήτημα υπήρξαν οι αντιπαραθέσεις του 2006-07, όταν η κυβέρνηση της ΝΔ (εξασφαλίζοντας τη συναίνεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του ΠΑΣΟΚ) θέλησε να τροποποιήσει το άρθρο 16 του συντάγματος, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την αναγνώριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Οι φοιτητικές καταλήψεις, οι οποίες οδήγησαν σε αναστολή της λειτουργίας όλων των πανεπιστημίων της χώρας για περισσότερο από ένα εξάμηνο, ματαίωσαν τελικώς την ευθεία διείσδυση της αγοράς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά όχι και την έμμεση διάχυση της αγοραίας λογικής, η οποία θα κυριαρχήσει σταδιακά στον αδύναμο κρίκο του συστήματος: στις μεταπτυχιακές σπουδές. Οι μεταπτυχιακές σπουδές σε επίπεδο μάστερ θεσμοθετήθηκαν στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1990, την ίδια εποχή που η κυβέρνηση Σημίτη σηματοδοτούσε τον αναπροσανατολισμό της ελληνικής οικονομικής πολιτικής προς περισσότερο νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις.

Στο διάστημα των είκοσι ετών που μεσολάβησαν από τότε ιδρύθηκαν περισσότερα από 700 προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. Τα περισσότερα από αυτά χρηματοδοτήθηκαν αρχικά είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε (κυρίως) από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, που στη συγκυρία εκείνη έρρεαν άφθονα στη χώρα. Σταδιακά, όμως, όσο μειωνόταν η κρατική επιχορήγηση ή ολοκληρωνόταν η αρχική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τα περισσότερα από τα προγράμματα (σήμερα, περίπου 7 στα 10) συνέχισαν τη λειτουργία τους ιδίοις πόροις – με εισαγωγή διδάκτρων. Η μετακύλιση του κόστους από το κράτος στους φοιτητές εκτυλισσόταν ταυτόχρονα με μια ουσιώδη αλλαγή στον τρόπο που η πολιτική και η κοινωνία έβλεπαν την τριτοβάθμια εκπαίδευση και δη τις μεταπτυχιακές σπουδές.

Από κοινωνικό αγαθό, στο οποίο είχαν πρόσβαση όλοι οι πολίτες –όσοι ήθελαν και μπορούσαν να ανταποκριθούν στις διανοητικές απαιτήσεις αυτού του επιπέδου– γινόταν μία ακόμη υπηρεσία, η οποία απευθυνόταν πρωτίστως σε όσους είχαν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν. Καταληκτικά, παρότι στη δεύτερη αυτή περίοδο (από το 1990 έως σήμερα) το εκπαιδευτικό τοπίο παραμένει αντιφατικό, μπορούμε βάσιμα να το προσεγγίσουμε υπό το ερμηνευτικό σχήμα του εκσυγχρονισμού, ο οποίος νοηματοδοτείται αρχικά ως εξορθολογισμός, μα ανασημασιοδοτείται ολοένα περισσότερο ως νεοφιλελευθερισμός. Οι διακηρύξεις και οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της σημερινής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (2017) αποσκοπούν, ως φαίνεται, στο να αναχαιτίσουν αυτήν τη γενική τάση, μα το πιθανότερο είναι πως απλώς θα την επιβραδύνουν ή ίσως οριοθετώντας την και ρυθμίζοντάς τη θα λειάνουν τις πιο επιθετικές εκδοχές της. Ιδωμεν... 

* Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι ιστορικός της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

* Περιοδικό Hot Doc #135, «Παιδεία: Πειράματα στου μαθητή το κεφάλι...», 10/09/2017

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.