Το απόγευμα της Πέμπτης, στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» της Θεσσαλονίκης, η μητέρα που έγινε σύμβολο ενός παλλαϊκού πένθους και ξεσηκωμού για τη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών, ανέβηκε στο βήμα για να εκφωνήσει την ιδρυτική διακήρυξη ενός νέου κόμματος. Ποιες όμως είναι οι στοχεύσεις και τι είναι αυτό που συνέχει το νέο πολιτικό φορέα που φιλοδοξεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μαρίας Καρυστιανού, να διεκδικήσει την εξουσία;
Στην αρχή της ιδρυτικής διακήρυξης υπάρχει μια φράση που λειτουργεί σαν υπόγειο ρεύμα κάτω από ολόκληρο το κείμενο: το Κίνημα «γεννήθηκε αυθόρμητα, μέσα από τα ίδια τα σπλάχνα της κοινωνίας μας». Η λέξη που θα περίμενε κανείς σε ένα πολιτικό μανιφέστο είναι το ρήμα «ιδρύεται», που προϋποθέτει απόφαση, σχέδιο, ανάληψη ευθύνης. Η λέξη που επιλέχθηκε είναι το «γεννήθηκε», ένα ρήμα βιολογικό, οργανικό, άμοιρο ανθρώπινης βούλησης. Τα σπλάχνα δεν αποφασίζουν· τα σπλάχνα σπαρταρούν.
Αυτή η γλωσσική επιλογή δεν είναι απλώς ποιητική αδεία, αλλά το πρώτο βήμα μιας στρατηγικής που διατρέχει ολόκληρο το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού. Συνίσταται στην αντικατάσταση της πολιτικής από το βίωμα, της σύγκρουσης από την κατάνυξη, της επιλογής από τη μοίρα. Ό,τι ακολουθεί, από την επίκληση του Ντοστογιέφσκι από τον Αυγερινό μέχρι τους στίχους του Παλαμά που έκλεισαν την εκδήλωση, υπηρετεί τη μετάθεση πως η πολιτική δεν είναι αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που μας συμβαίνει.
Η πολιτική που αρνείται τον εαυτό της
Αυτή η σύλληψη έχει μια βαθιά αντιδιαφωτιστική ρίζα. Ολόκληρη η νεωτερική δημοκρατική παράδοση θεμελιώνεται στην ιδέα ότι η κοινωνία αυτοθεσμίζεται. Οι νόμοι και οι θεσμοί δεν είναι φυσικά δεδομένα, αλλά ανθρώπινα κατασκευάσματα που μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση και να αλλάξουν.
Η διακήρυξη της Καρυστιανού αντιστρέφει αυτή τη λογική. Εκεί η πολιτική δεν είναι το πεδίο της ελευθερίας αλλά το πεδίο της ανάγκης, και η νομιμοποίηση δεν πηγάζει από τη συλλογική βούληση αλλά από την αυθεντικότητα ενός τραύματος. Είναι μια βαθιά συντηρητική κίνηση που παρουσιάζεται ως ριζοσπαστική, και αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε την όποια γοητεία της.
Η σύνθεση του ακροατηρίου που συγκεντρώθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους και μέσα στην αίθουσα το επιβεβαιώνει. Άνθρωποι με εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές διαδρομές, που δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σε έναν κοινό πολιτικό σχηματισμό αν αυτός είχε την παραμικρή απαίτηση προγραμματικής και αξιακής συνοχής, βρέθηκαν κάτω από την ίδια στέγη. Τι τους έφερε στον ίδιο χώρο;
Η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν περιέγραψε ως ρευστή συνθήκη της ύστερης νεωτερικότητας, δηλαδή το γεγονός πως όταν οι μεγάλες αφηγήσεις καταρρέουν και οι συλλογικές ταυτότητες διαλύονται, οι άνθρωποι δεν συνασπίζονται γύρω από ιδέες, αλλά γύρω από συναισθήματα. Το συναίσθημα που λειτούργησε ως συγκολλητική ουσία στη Θεσσαλονίκη ήταν η οργή για ένα κράτος που εγκληματεί και συγκαλύπτει, καθώς και η ελπίδα ότι το τραύμα μπορεί να γεννήσει κάτι καθαρότερο από αυτό που υπήρχε πριν. Το πρόβλημα είναι ότι η οργή, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι, δεν συνιστά πολιτικό πρόγραμμα. Είναι η πρώτη ύλη της πολιτικής, όχι το τελικό προϊόν της.
Ο κατάλογος ευχών και η τέχνη της ασάφειας
Και ερχόμαστε στο ίδιο το πρόγραμμα. Τα δεκαεννέα σημεία της ιδρυτικής διακήρυξης συγκροτούν έναν κατάλογο ευχών που θα μπορούσε να είχε γραφτεί από μια επιτροπή ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν υποχρεωθεί ποτέ να συζητήσουν μεταξύ τους τις αντιφάσεις τους. Αυτή η δομική ασάφεια δεν είναι αμέλεια· είναι η ίδια η μέθοδος ενός εγχειρήματος που επιθυμεί να μιλήσει σε όλους χωρίς να αποκλείσει κανέναν, και που ίσως να το καταφέρνει ακριβώς επειδή δεν λέει τίποτα που θα μπορούσε να ενοχλήσει οποιονδήποτε από τους δυνάμει υποστηρικτές του. Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε είχε περιγράψει τη γλώσσα της προηγμένης βιομηχανικής κοινωνίας ως μια γλώσσα που αφοπλίζει την κριτική σκέψη επειδή παρουσιάζει το μερικό ως καθολικό και την επιλογή ως αναγκαιότητα.
Η διακήρυξη της Καρυστιανού χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη γλώσσα: «οι πολίτες», «η κοινωνία», «ο λαός» εμφανίζονται ως ενιαία υποκείμενα χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις, λες και η Ελλάδα κατοικείται από ένα συμπαγές σώμα που έχει τα ίδια συμφέροντα, τις ίδιες ανάγκες, τις ίδιες επιθυμίες. Η ταξική διάρθρωση, οι πολιτισμικές διαφορές, οι ιδεολογικές αντιπαλότητες, όλα εξαφανίζονται σε μια επίκληση της «πολιτικής αρετής» που δεν προσδιορίζεται ποτέ ως προς το περιεχόμενό της.
Η πολιορκημένη κοινότητα και οι εχθροί της
Υπάρχει όμως και μια πιο ανησυχητική διάσταση στο κείμενο. Η γλώσσα της εθνικής ανεξαρτησίας, της παραγωγικής αυτάρκειας, της προστασίας από τα «ξένα συμφέροντα» που αγοράζουν γη στην παραμεθόριο, της «αποτροπής της επιθετικής εξαγοράς ολόκληρων οικισμών», όλα αυτά συγκροτούν αυτό που ονομάζεται λόγος της πολιορκημένης κοινότητας. Το έθνος παρουσιάζεται ως ένα σώμα που απειλείται απ’ έξω από άρπαγες και από μέσα από προδότες.
Η «νέα τάξη πραγμάτων» που θέλει να αφανίσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η «ασύδοτη» δράση των καρτέλ, οι τράπεζες που απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης ενώ οι πολίτες χάνουν τα σπίτια τους: το αφήγημα είναι ισχυρό, συναισθηματικά φορτισμένο και μάλλον πολιτικά λειτουργικό, αλλά διαμορφώνει μια κοσμοαντίληψη όπου η σύγκρουση δεν είναι αποτέλεσμα αντίρροπων ταξικών συμφερόντων, αλλά μια συνωμοσία που πρέπει να εξαρθρωθεί.
Αυτή είναι η θεμελιώδης αποσιώπηση του κειμένου. Η διακήρυξη μιλά για «φτωχοποίηση των Ελλήνων», για «οικονομική εξαθλίωση ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων», για «αισχροκέρδεια» και «καρτέλ», αλλά δεν ονομάζει ποτέ τις ταξικές δυνάμεις που παράγουν αυτές τις συνθήκες. Δεν ρωτά ποιος πλουτίζει όταν οι μισθοί συμπιέζονται. Δεν αναφέρει ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, ποιος ελέγχει τις τράπεζες, ποιος διαμορφώνει τους όρους της αγοράς εργασίας.
Αντί για ταξική και πολιτική ανάλυση, προσφέρει ηθική καταδίκη. Αυτή η μετάθεση από το ταξικό στο ηθικό δεν είναι τυχαία. Επιτρέπει στη διακήρυξη να συσπειρώσει ταυτόχρονα τον μικροαστό που καταστρέφεται από τα funds και τον επιχειρηματία που θέλει σταθερό φορολογικό περιβάλλον, τον εργάτη που βλέπει το εισόδημά του να εξανεμίζεται και τον αγρότη που φοβάται την ξένη ιδιοκτησία γης. Όλοι αυτοί έχουν πραγματικά προβλήματα, αλλά τα προβλήματά τους δεν έχουν την ίδια ρίζα ούτε απαιτούν τις ίδιες λύσεις.
Το άρθρο 14 είναι ενδεικτικό αυτής της στρατηγικής σύμφυσης ετερόκλητων δυσαρεσκειών κάτω από μια φαινομενικά ουδέτερη διατύπωση. Η δέσμευση για «αυστηρό έλεγχο κάθε ενεργειακής παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον, όπως η ανεξέλεγκτη εγκατάσταση ανεμογεννητριών» θα μπορούσε θεωρητικά να συσπειρώσει ταυτόχρονα τον οικολόγο που ανησυχεί για τη βιοποικιλότητα, τον τοπικιστή που αντιδρά στην αλλαγή του τοπίου ή τον απλό κόσμο που βλέπει την ανεμογεννήτρια ως σύμβολο μιας παγκοσμιοποίησης που καταστρέφει την αυθεντική ζωή.
Το κείμενο δεν παίρνει θέση για το ποια από αυτές τις ανησυχίες θεωρεί βάσιμη και γιατί. Τις στεγάζει όλες, ακριβώς επειδή η ασάφεια είναι ο μόνος τρόπος να συγκατοικήσουν άνθρωποι που, αν άρχιζαν να συζητούν λεπτομέρειες, θα ανακάλυπταν ότι διαφωνούν ριζικά. Και πίσω από αυτές τις πολιτισμικές και αισθητικές διαφωνίες, υποφώσκουν ακόμα βαθύτερες ταξικές αντιθέσεις, όπως ανάμεσα σε αυτόν που θέλει φθηνή ενέργεια για να ζεσταθεί και σε αυτόν που θέλει «παρθένο» τοπίο για να το απολαύσει· ανάμεσα στον εργάτη που δουλεύει στις εγκαταστάσεις και στον αγρότη που βλέπει τη γη του να αλλάζει χρήση.
Το φάντασμα της ομοιογένειας
Αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι απλώς η επιτυχία ή η αποτυχία ενός νέου κομματικού σχηματισμού. Είναι κάτι βαθύτερο, που αφορά την ίδια τη φύση της δημοκρατικής πράξης. Η Χάνα Άρεντ, αναλύοντας την αθηναϊκή πόλη, επέμενε ότι η πολιτική σφαίρα είναι ο χώρος όπου οι άνθρωποι εμφανίζονται ως διακριτά όντα με διαφορετικές οπτικές, και μέσα από τον λόγο –όχι τη βία ούτε τη συγκίνηση– συνθέτουν έναν κοινό κόσμο.
Η δημοκρατία δεν είναι η απουσία σύγκρουσης. Είναι η θεσμοποίησή της, η μετατροπή της αντιπαράθεσης από απειλή διάλυσης σε μηχανισμό παραγωγής πολιτικής. Το εγχείρημα της Καρυστιανού αντιστρέφει αυτή τη σχέση. Η σύγκρουση παρουσιάζεται ως παθολογία, ως το «ψευδοδίλημμα» και ο «ψευδοδιχασμός» που οι παλιές δυνάμεις επιβάλλουν για να διαιρούν τον λαό. Η ενότητα δεν είναι το αποτέλεσμα μιας σύνθεσης μέσα από την αντιπαράθεση· είναι η προϋπόθεση, το προαπαιτούμενο που δεν πρέπει να παραβιαστεί. Και όποιος το παραβιάζει δεν αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος αλλά ως εχθρός.
Σε αυτό το σημείο το κείμενο της διακήρυξης συναντά μια μακρά και προβληματική παράδοση. Ο Καρλ Σμιτ, ο θεωρητικός του αποφασισιοκρατικού ολοκληρωτισμού, είχε ορίσει την πολιτική μέσα από τη διάκριση φίλου και εχθρού, και είχε υποστηρίξει ότι η δημοκρατία προϋποθέτει την ομοιογένεια του λαού και τον αποκλεισμό του διαφορετικού. Δεν υπονοώ, προφανώς, ότι η Καρυστιανού ασπάζεται συνειδητά τον σμιτιανό ολοκληρωτισμό. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι η δομή του λόγου της, η επίκληση ενός ενιαίου λαού που απειλείται από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, η άρνηση της νομιμότητας της εσωτερικής αντιπαράθεσης, η μετατροπή της πολιτικής σε ηθική σταυροφορία, όλα αυτά συνιστούν ένα μοτίβο που η δημοκρατική σκέψη έχει μάθει να αναγνωρίζει –και να φοβάται– ανεξαρτήτως των προθέσεων των φορέων του. Και εκείνο που κάνει το μοτίβο αυτό ιδιαίτερα ανθεκτικό είναι ακριβώς η άρνησή του να δει την κοινωνία ως πεδίο ταξικής πάλης. Διότι όταν αυτό το στοιχείο απαλείφεται, ο χώρος αδειάζει για να γεμίσει με συνωμοσίες.
Η ηθική του φρονήματος και η άρνηση της αυτοκυβέρνησης
Ωστόσο, αυτό που η διακήρυξη αρνείται πιο επίμονα να δει δεν είναι μόνο η ταξική σύγκρουση ούτε μόνο η δομική συγγένεια του λόγου της με αντιδημοκρατικές παραδόσεις. Είναι η ίδια η φύση του πολιτικού υποκειμένου που ισχυρίζεται ότι εγκαθιδρύει. Και εδώ βρίσκεται η πιο λεπτή, αλλά και η πιο αποκαλυπτική, αντίφαση του εγχειρήματος.
Η Καρυστιανού ανεβαίνει στο βήμα και δηλώνει: «Δεν είμαστε επαγγελματίες πολιτικοί που τρέχουν να χάσουν τις καρέκλες τους». Η φράση αυτή, που ακούστηκε ως αυτονόητη αλήθεια μέσα στην αίθουσα, συμπυκνώνει μια δυσαρέσκεια υπαρκτή και δικαιολογημένη.
Οι επαγγελματίες πολιτικοί, στη μακρά πορεία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δεν υπήρξαν απλώς διαχειριστές των κοινών· υπήρξαν ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι πολίτες απαλλοτριώθηκαν από την ίδια τους την ικανότητα να αυτοκυβερνιούνται. Ο Καστοριάδης το είχε θέσει με απόλυτη σαφήνεια υποστηρίζοντας ότι η αντιπροσώπευση δεν είναι μια πρακτική διευκόλυνση της δημοκρατίας, αλλά η άρνησή της. Όταν ο πολίτης εκχωρεί την απόφαση στον επαγγελματία εκπρόσωπο, παύει να είναι πολίτης και μετατρέπεται σε «ιδιώτη», δηλαδή σε ένα ον που ασχολείται αποκλειστικά με τις υποθέσεις του οίκου του και αφήνει την πόλη σε άλλους.
Το πρόβλημα με το εγχείρημα της Καρυστιανού δεν είναι λοιπόν ότι αντιπαρατίθεται στους επαγγελματίες πολιτικούς· αυτό θα ήταν όχι απλώς θεμιτό αλλά και αναγκαίο. Το πρόβλημα είναι ότι αντιπαρατίθεται σε αυτούς στο όνομα μιας άλλης, ακόμα πιο ανέλεγκτης μορφής εκπροσώπησης. Διότι τι σημαίνει να λες «δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός» όταν ταυτόχρονα ιδρύεις κόμμα, καταρτίζεις ψηφοδέλτιο, διεκδικείς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και θέτεις τον εαυτό σου επικεφαλής; Σημαίνει ότι κι εσύ επιδιώκεις να βρεθείς σε μια θέση και σε έναν ρόλο που πριν από λίγο αρνιόσουν.
Με την ειδοποιό διαφορά ότι εκεί που ο παλαιός επαγγελματίας πολιτικός χρειαζόταν το κόμμα ως μηχανισμό νομιμοποίησης και αναπαραγωγής της εξουσίας του, ο νέος αυτόκλητος σωτήρας χρειάζεται μόνο το βίωμά του. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αυταπάτης. Η κριτική στην επαγγελματική πολιτική τάξη, για να είναι γνήσια και χειραφετητική, οφείλει να οδηγεί στην επέκταση της λαϊκής συμμετοχής, στην οικοδόμηση θεσμών άμεσης δημοκρατίας, στην επιστροφή της εξουσίας σε συλλογικά σώματα που αποφασίζουν και λογοδοτούν. Αντί αυτού, η διακήρυξη της Καρυστιανού προτείνει την αντικατάσταση του επαγγελματία πολιτικού από την ηθική «αυθεντία», ένα υποκείμενο που δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει, γιατί ο πόνος του το έχει καταστήσει άτρωτο στην κριτική.
Σύμπτωμα της εποχής
Το εγχείρημα της Καρυστιανού είναι ένα σύμπτωμα της εποχής του, μιας εποχής όπου η δυσπιστία προς τους θεσμούς έχει γίνει τόσο διάχυτη, ώστε οποιοσδήποτε βρίσκεται φαινομενικά έξω από αυτούς να θεωρείται αυτομάτως καταλληλότερος να τους διαχειριστεί. Είναι μια πολιτική της παρηγοριάς, που υπόσχεται να γιατρέψει το τραύμα χωρίς να περάσει από την επίπονη διαδικασία της διάγνωσης. Και η παρηγοριά μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη όταν μετατρέπεται σε οργανωτική αρχή. Γιατί το κράτος δεν είναι μια κοινότητα πένθους· είναι ένας μηχανισμός κυριαρχίας.
Η αληθινή τομή θα ήταν να αμφισβητηθεί η ίδια η ανάγκη για τέτοιου τύπου ηγεσία, να οικοδομηθούν μορφές άμεσης συμμετοχής όπου οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται εν ονόματι κανενός λαού αλλά από τον ίδιο τον λαό, οργανωμένο σε συνελεύσεις, επιτροπές και ανακλητά όργανα. Τίποτα από αυτά δεν βρίσκεται στη διακήρυξη του νέου πολιτικού εγχειρήματος. Αυτό που βρίσκεται είναι η υπόσχεση ότι κάποιος άλλος, πιο αγνός, πιο πονεμένος, πιο αληθινός, θα αναλάβει να καθαρίσει τον στάβλο του Αυγεία για λογαριασμό μας. Και αυτή η υπόσχεση, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, δεν ονομάζεται δημοκρατία. Λέγεται εκχώρηση της διακυβέρνησης σε μια ολιγαρχία.
Η ιδρυτική διακήρυξη μιλά για «σανίδα σωτηρίας» και για ένα κίνημα που προβάλλει «μπροστά στα φαινόμενα αδιαφάνειας και διαφθοράς». Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο δεν είναι αν υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα. Το ερώτημα είναι αν η σωτηρία μπορεί να έρθει από έναν πολιτικό φορέα που αρνείται να αναγνωρίσει ότι η ίδια η συγκρότησή του αναπαράγει τις αντιφάσεις που υπόσχεται να θεραπεύσει. Οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι ηθικές αδυναμίες· είναι δομικές, είναι ταξικές, είναι η ίδια η υφή μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να γιατρευτεί με επίκληση της ενότητας. Διότι η ενότητα αυτή, αν υπήρχε, θα σήμαινε απλώς ότι κάποια συμφέροντα επικράτησαν σιωπηλά ή μη πάνω σε κάποια άλλα. Η πολιτική δεν είναι ιατρική, και τα σπλάχνα της κοινωνίας δεν γεννούν από μόνα τους τη δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι μια ανθρώπινη κατασκευή, εύθραυστη, ατελής και απαιτητική.
Διαβάστε επίσης:
Ασλανίδης εναντίον Καρυστιανού: «Στο Μαξίμου άνοιξαν σαμπάνιες όταν είπε ότι θα κάνει κόμμα»
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια