Έλλη Λαμπέτη: «Κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού στον κόσμο αυτό...»

Κορυφαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983.

NewsRoom 03/09/2020 | 15:15

 

Θεωρείται το πιο όμορφο θλιμμένο χαμόγελο που πέρασε ποτέ από την ηθοποιία και έφυγε από τη ζωή σε νέα ηλικία μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο. Ο παθιασμένος έρωτας της με τον Δημήτρη Χορν έμεινε στην ιστορία, όπως και το μελαγχολικό Σ' Αγαπώ προς το πρόσωπο του στην ταινία η Κάλπικη Λίρα.

Μαζί έγραψαν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκρότησαν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι», «Το παιχνίδι της Μοναξιάς», κ.α. Στη μεγάλη οθόνη, υπήρξαν συμπρωταγωνιστές στην «Κάλπικη Λίρα» (1956) του Γιώργου Τζαβέλα. Άλλες κινηματογραφικές επιτυχίες της Έλλης Λαμπέτη, αυτής της περιόδου, είναι το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και «Το τελευταίο ψέμα» (1957) του Μιχάλη Κακογιάννη.

Αποσπάσματα από τους ανθρώπους που τη γνώρισαν και την αγάπησαν, από τους ανθρώπους που έπαιξαν μαζί της στο θέατρο, που έζησαν την αύρα και τη μαγεία της. 

Το 1948 η Έλλη Λαμπέτη έπαιζε στο θίασο της κυρίας Κατερίνας…

…που είχε την κακή συνήθεια στην πρόβα να ξεχνάει τα ονόματα των ηθοποιών και να αναφέρεται σ’ αυτές με βάση το χρώμα του φορέματος που φορούσαν. “Εσύ η μπλε, ξαναπές την ατάκα σου” είπε κάποια στιγμή στην ηρωίδα μας. Και αυτή φυσικά δεν δέχτηκε ν’ ακούσει. Η έκκληση επαναλήφθηκε ξανά και ξανά σε υψηλότερους τόνους με την Λαμπέτη εν κατακλείδι να απαντά: “Σ’ εμένα μιλάτε; Ξέρετε πάσχω από αχρωματοψία”.

Όταν την κάλεσαν με τον Κακογιάννη στα γραφεία της Φοξ και της πρότειναν συμβόλαιο ενός χρόνου αρνήθηκε. Της αντιπρότειναν πολυετές, δεύτερη άρνηση. Τότε ακριβώς στράφηκε προς τον σκηνοθέτη και του ζήτησε να φύγουν. “Έχω θέατρο στην Ελλάδα”, του είπε, “το ξέχασες;”

Χρήστος Σφιάκος από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ

----------------------

Όταν η Έλλη ανακοίνωσε στην οικογένειά της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός, ο δίδυμος αδελφός της, ο Τάκης της είπε:

“Έλλη, φοβάμαι”. Κι επειδή η αδερφή του τον κοίταζε ξαφνιασμένη: “Μεγάλωσες σε ένα σπίτι γεμάτο από αγάπη. Πώς θ’ αντέξεις τώρα σε ένα επάγγελμα που δεν θα σ’ αγαπάει κανείς;”

“Γιατί δεν θα μ’ αγαπάει κανείς;” ρώτησε η Έλλη.

Ο Τάκης την κοίταξε ήρεμα: “Γιατί θα ‘σαι η πρώτη”, της είπε.

“Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.

Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:

“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα”.

Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:

“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.

-------------------------------------------

Το έργο Σάρα ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: “Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο” της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.

Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί.

Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.

Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

 

 

Έλλη Λαμπέτη (1926-1983)

 

«Η Κοτοπούλη και τα γράμματα του Δραγούμη»

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται τις πρόβες από τον πρώτο της ρόλο:

Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;» κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: «Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο». Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;». Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.

Αργότερα μ’ έβαζε να επαναλαμβάνω το ρόλο της Πολυξένης από την Εκάβη, όταν της αναγγέλλουν ότι θα πεθάνει. Εκείνον τον καταπληκτικό μονόλογο: «Ω, κακό πώπαθες, βαριόμοιρη μάνα, τα βάσανα ζωσμένη…». Βλέπεις, δεν λέει «τι έπαθα», λέει στη μάνα της «τι έπαθες»! Αυτόν τον ρόλο μας είχε δώσει να τον μάθουμε όλα τα κορίτσια. Κι όταν ήρθε η σειρά μου να το πω με τα πρώτα λόγια «ω κακό πώπαθες», αρχίζουν να τρέχουν από δω κάτι ζεστά στα μάγουλά μου – δάκρυα!… Δεν έκλαιγα, δεν ήταν όπως όταν κλαίμε, που το κλάμα βγαίνει απ’ το στήθος, απλούστατα έτρεχαν τα δάκρυα… «Θα πιω και πάλι, ωστόσο…» και είπα το κομμάτι κι όλοι κλαίγανε.

Την είχα δει από πριν, την ώρα που έπαιζα. Η Μαρίκα καθόταν σε μιαν άκρη της αίθουσας και απολάμβανε. Κι όταν τελείωσα, την άκουγα που είπε σαν να μονολογούσε: «Τι είσαι εσύ!»… Κι έπεσαν όλοι επάνω μου και γω έτρεμα απ’ τη συγκίνηση κι εκείνη καμάρωνε.

Με παίρνει λοιπόν παράμερα και μου λέει: «Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη». Θα το ‘χεις ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.

Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.

Από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ», Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

«Ένα τραγικό γεγονός»

Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.

Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.

Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το «εν ψυχρώ». Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;

Από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»

Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

«Οι Βερσαλίες με τα Βίλια»

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον έρωτά της με τον Δημήτρη Χορν:

Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: «Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια». Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.

 

 

 

Με αποσπάσματα από logomnimon.wordpress.com

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.