Κάποτε η τηλεόραση λεγόταν παράθυρο στον κόσμο, σήμερα είναι καθρέφτης που μας επιστρέφει την εικόνα μας παραμορφωμένη, αλλά αναγνωρίσιμη και γεμάτη απάθεια. Μας έμαθε να τρώμε τον πόνο του άλλου με πιρούνι μιας χρήσης. Να κάνουμε «ζάπινγκ» πάνω από φέρετρα. Να λέμε «τι κρίμα» και να περιμένουμε την επόμενη εικόνα. Δεν πρόκειται για ατύχημα. Είναι εκπαίδευση. Μια μακρά μαθητεία στον κανιβαλισμό, στο reality της επιβίωσης, όπου ο θάνατος είναι περιεχόμενο, το πένθος διάλειμμα για διαφημίσεις και η ανθρωπιά ένα κουμπί που δεν πατάμε ποτέ.
Στα ανοιχτά της Χίου, εκεί που τα σύνορα χαράζονται πάνω στο νερό με το αίμα των απελπισμένων, η θάλασσα έπαψε προ πολλού να είναι γαλάζια. Έγινε ένας υγρός τοίχος, ένας προθάλαμος θανάτου που τον φυλάνε άνθρωποι με στολές, εγκλωβισμένοι κι αυτοί ανάμεσα σε απάνθρωπες εντολές και το ένστικτο που τους προστάζει να απλώσουν το χέρι. Το Λιμενικό, σε αυτό το ιδιότυπο “κυνήγι σκιών”, μετατρέπεται στον τραγικό πρωταγωνιστή μιας παράστασης που κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι παρακολουθεί. Κι εμείς, από την ασφάλεια της οθόνης μας, βλέπουμε τα βίντεο της ντροπής να αναπαράγονται σε λούπα, σαν ένα μακάβριο reality που δεν έχει νικητές, παρά μόνο ηττημένους.
Γιατί κάθε φορά που μια βάρκα ανατρέπεται και μια κάμερα καταγράφει το “γεγονός” με την ψυχρότητα ιατροδικαστή, δεν πνίγεται μόνο ένας μετανάστης, πνίγεται και το τελευταίο ίχνος του πολιτισμού που διαφημίζουμε στις βιτρίνες μας.
Η οδύνη σε Λούπα
Τα πλάνα ξεκινούν πάλι. Δεν είναι μια παλιά εικόνα. Είναι ζωντανή. Κι όμως, μοιάζει με επανάληψη μιας παλιάς κατάρας. Στη Ρουμανία, κοντά στην Τιμισοάρα, ένα βαν με οπαδούς του ΠΑΟΚ έγινε κεντρική είδηση. Επτά νέοι άνθρωποι ταξίδευαν για να δουν την ομάδα τους στο ευρωπαϊκό ματς στη Λυών, όταν μια μοιραία προσπέραση τους έριξε στον θάνατο. Και σε ένα άλλο σημείο της ιστορίας, πριν από 27 χρόνια, έξι φίλοι του ίδιου συλλόγου σάλπαραν πίσω από μια ισοπαλία στα Τέμπη και δεν γύρισαν ποτέ. Το πούλμαν που τους μετέφερε ανατράπηκε και ζωές χάθηκαν. Ζωές ανθρώπων που δεν αξιώνονταν να μείνουν στην ιστορία. Σήμερα, ο ίδιος θάνατος γίνεται τηλεοπτικό replay. Οι νεκροί δεν έχουν πρόσωπα, έχουν πλαίσια. Οι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία, έχουν “ρεπορτάζ”. Το ίδιο σενάριο, 27 χρόνια μετά, φοράει άλλο σκηνικό και άλλο τίτλο, αλλά η ουσία παραμένει, η δυστυχία πακετάρεται για κατανάλωση.
Κάθε φορά που η επικαιρότητα «πεινάει» για συναίσθημα, κάθε φορά που πρέπει να θυμηθούμε τη μοίρα μας για να ξεχάσουμε την ευθύνη μας, η τηλεόραση παίζει ξανά και ξανά τα τραγικά “ντοκουμέντα”, “αμοντάριστα πλάνα” ή όπως αλλιώς τα λένε.
Δεν είναι τίποτα περισσότερο πορνογραφία του πόνου. Η συνεχής αναπαραγωγή εκείνων των συντριμμιών, οι φωνές των μανάδων που πάγωσαν στο χρόνο, τα δάκρυα που έγιναν αρχειακό υλικό. Γιατί το κάνουν; Γιατί ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο «προϊόν» που δεν λήγει ποτέ. Κάθε επανάληψη αφαιρεί κάτι από αυτούς που χάθηκαν, όχι από τα γεγονότα, αλλά από εμάς. Η εικόνα των επτά νέων γίνεται βουβό φόντο. Η μνήμη γίνεται θόρυβος. Κι ο θόρυβος δεν αφήνει περιθώρια για στοχασμό, μόνο για κατανάλωση. Έτσι εκπαιδευτήκαμε. Να βλέπουμε τον χαμό ως «εικόνα αρχείου». Να αντέχουμε. Να συνηθίζουμε. Να μη γυρνάμε το βλέμμα. Γιατί όταν η τραγωδία γίνεται συνήθεια, παύει να είναι τραγωδία.
Το Blockbuster της ΒΙΟΛΑΝΤΑ
Όταν εξερράγη το εργοστάσιο της ΒΙΟΛΑΝΤΑ, η τηλεοπτική κάμερα δεν έψαξε τα αίτια, δεν έψαξε τον εργάτη που ίσως δεν γύρισε σπίτι, δεν έψαξε τις συνθήκες ασφαλείας, δεν αναζήτησε την ευθύνη στο βλέμμα της εργοδοσίας ή του κράτους. Έψαξε το «κάδρο».
Φλόγες που σκίζουν τον ουρανό, μαύρος καπνός, ένα εργοστάσιο να καίγεται και η κάμερα να στέκεται απέναντι σαν θεατής σε θερινό σινεμά. Το πλάνο επαναλαμβάνεται, η έκρηξη ξανακούγεται, ήχος “δένει” με τη δραματική μουσική του δελτίου. Οι φλόγες που ξεπηδούσαν από τις στέγες προβάλλονται ξανά και ξανά με την αισθητική blockbuster του Hollywood. Ζουμ στη φωτιά, δραματική μουσική υπόκρουση, ρεπόρτερ σε κατάσταση υστερίας που περιγράφουν το προφανές. Η καταστροφή έγινε θέαμα. Ο άνθρωπος, ο αόρατος άνθρωπος που μοχθεί μέσα σε αυτά τα ντουβάρια, εξαφανίστηκε πίσω από τον καπνό. Για την τηλεόραση, η ΒΙΟΛΑΝΤΑ δεν ήταν μια εργασιακή τραγωδία ή ένα βιομηχανικό ατύχημα, μα το «σκηνικό» για την αποψινή παράσταση.
ο εργατικό ατύχημα — γιατί αυτό είναι — μετατρέπεται σε υπερθέαμα. Οι εργαζόμενοι εξαφανίζονται πίσω από τους τίτλους. Οι συνθήκες δουλειάς, η ευθύνη, η καθημερινή έκθεση στον κίνδυνο δεν χωράνε στο κάδρο. Δεν καίγονται καλά. Δεν έχουν θέαμα.
Η τηλεόραση αγαπά τη φωτιά γιατί δεν μιλά, δεν διεκδικεί, ούτε ζητά απαντήσεις. Η φωτιά προσφέρεται για «εντυπωσιακή κάλυψη». Ο άνθρωπος, όχι. Έτσι η καταστροφή απογυμνώνεται από το νόημά της και μένει μόνο ένα βίντεο που «έκανε τον γύρο των δελτίων». Όσο πιο θεαματικό το πλάνο, τόσο πιο αόρατος ο άνθρωπος.
Και κάπως έτσι, η κοινωνία δεν μαθαίνει τίποτα.
Θάνατοι σε Slow Motion
Και μετά, η Χίος. Οι μετανάστες, το Λιμενικό, οι «απωθήσεις» που βαφτίζονται «προστασία συνόρων». Εκεί, το δράμα παίζεται μακριά από τα φώτα των στούντιο, αλλά με την ίδια λογική. Η θάλασσα γίνεται ένας υγρός τοίχος, ένας προθάλαμος θανάτου. Η τηλεόραση μας έμαθε να βλέπουμε αυτά τα σώματα όχι ως ανθρώπους, αλλά ως «ροές», ως στατιστικά μεγέθη, ως μια απειλή που πρέπει να «αναχαιτιστεί». Όταν όμως διαρρέει ένα βίντεο με μια βάρκα που ανατρέπεται, ο μηχανισμός του κανιβαλισμού παίρνει πάλι μπρος. Τα πλάνα των απελπισμένων που παλεύουν με τα κύματα χρησιμοποιούνται για να τροφοδοτήσουν το φόβο ή την οργή, ανάλογα με το ποιος κρατάει το μικρόφωνο.
Όπως λίγο πιο παλιά, όλοι, όχι απλώς κάποιοι, είδαμε τον θάνατο του Αντώνη Καρυώτη όχι ως ανθρώπινη απώλεια αλλά ως οπτικό υλικό. Παίζοντας το βίντεο σε αργή κίνηση, σε βελάκια, σε κυκλικές επισημάνσεις, σαν να αναζητούμε το τέλειο καρέ. Αλήθεια, τι να απέγιναν εκείνοι που τον έριξαν στη θάλασσα για ένα εισιτήριο;
Τελικά, ο πνιγμένος στο Αιγαίο δεν έχει εθνικότητα, έχει μόνο μια κραυγή που εμείς μάθαμε να την ακούμε ως συνοδευτικό ήχο από την οθόνη. Είναι ο θάνατος του “άλλου”, του ξένου, που μας επιτρέπει να νιώθουμε πως εμείς είμαστε οι εκλεκτοί, οι ασφαλείς, οι “κανονικοί”. Μέχρι να καταλήξουμε κι εμείς μια μέρα στο νερό…
Τελικά, πόσο είμαστε συνένοχοι;
Εδώ είναι το δύσκολο σημείο. Εδώ είναι που ο κόμπος στο στομάχι πρέπει να γίνει συνείδηση, γιατί ο τηλεοπτικός κανιβαλισμός χρειάζεται πελάτες. Και αυτο πελάτες είμαστε εμείς.
Ο «άνθρωπος του καναπέ» δεν είναι ένας αθώος παρατηρητής. Είναι ο χορηγός της φρίκης. Κάθε φορά που δεν αλλάζουμε κανάλι όταν βλέπουμε το slow motion του πνιγμού, κάθε φορά που καταναλώνουμε τον θρήνο μιας μάνας στα Τέμπη σαν να είναι σίριαλ, γινόμαστε συνένοχοι. Το τηλεκοντρόλ είναι η προέκταση της απάθειας μας.
Εκπαιδευόμαστε να μην νιώθουμε. Μάθαμε ότι ο πόνος είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους και εμείς μπορούμε να τον παρακολουθούμε από την ασφάλεια της ιδιωτικότητας μας. Όπως βλέπαμε τους φόνους στην Αμερική, με πιο πρόσφατο το παράδειγμα της Μινεσότα. Κι ένας λαός που μπορεί να βλέπει έναν άνθρωπο να δολοφονείται σε ζωντανή σύνδεση και μετά να παραγγέλνει πίτσα, είναι ένας λαός που έχει ήδη ηττηθεί. Είναι ένας λαός που έχει παραδώσει τα κλειδιά της ψυχής του στους εμπόρους του τρόμου.
Διαβάστε επίσης:
Η κυβέρνηση ξεκινά πόλεμο με Σαμαρά και ο Βορίδης «πήρε το όπλο του»
Ανεκδιήγητος Τραμπ: Η απίθανη απαίτησή του για να «ξεπαγώσει» πόρους προς τη Νέα Υόρκη
Υπόθεση κατασκοπείας: Ομολόγησε ο 50χρονος σμήναρχος – Ήθελε να στρατολογήσει κι άλλους
Πέθανε ο Λάκης Ραπτάκης: Ο θρύλος της νυχτερινής ζωής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια