Έλεος, πια, με τους ξενέρωτους…

«Μεγάλε, να ανάψω ένα στη ζούλα; Θα το ανάψω θες δεν θες, αλλά ρωτάω για να φανώ ευγενής»

Νίκος Παπαδογιάννης 27/12/2019 | 15:03

To μαγαζί, μικροσκοπικό όπως αρμόζει στις παλιές πλακιώτικες μπουάτ, ήταν γεμάτο μέχρι σκασμού. Φυσικά δεν έκοβε αποδείξεις, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση. Φυσικά θα γινόταν παρανάλωμα μαζί με όλους τους πελάτες του αν έπιανε καμιά φωτιά κοντά στη μοναδική έξοδο, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση.

Το σημαντικό ήταν, ότι «όλοι γινόμαστε μια παρέα». Εκεί τελειώνει κάθε συζήτηση. Και όταν γινόμαστε όλοι μια παρέα, δεν είναι πρέπον να βγαίνουν κάποιοι από εμάς έξω στη νυχτερινή δροσιά για να ανάψουν τσιγάρο. Ε, όχι να μας κάνουν ό,τι θέλουν οι φλούφληδες…

Στην τουρλού διαρρύθμιση των καθισμάτων, ο διπλανός μου καθόταν με άλλη παρέα μεν, σε άλλο τραπέζι μεν, σε απόσταση συγχνωτισμού δε. Δεν υπάρχει τέτοια λέξη, αλλά θα έπρεπε να την εφεύρουμε επί τόπου, αφού μυρίζαμε ο ένας τα χνώτα του άλλου, παίζαμε αγκωνιές για να πιάσουμε το κρασοπότηρο και χειροκροτούσαμε χιαστί, το δεξί μου χέρι με το αριστερό του και τούμπαλιν.

Γνωριστήκαμε κιόλας. Όχι εξαρχής, αλλά όταν ήρθε η ώρα του χαρμανιάσματος. Δηλαδή, κάπου 20 λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης. Ολογράφως, είκοσι. Ρημαδολεπτά, όχι ρημαδοώρες.

Ο χαρμανιασμένος έσκυψε συνωμοτικά προς το μέρος μου, με το πουράκι να κρέμεται ήδη από το στόμα.

«Μεγάλε, σε πειράζει να ανάψω ένα στη ζούλα

Περίμενε να ακούσει ένα εξίσου συνωμοτικό «οκέι, κανένα πρόβλημα, καπνιστής είμαι και εγώ και υποφέρω, γαμώ τους άκαπνους και τον Κικίλια», αλλά έπεσε στην περίπτωση.

«Ναι, με ενοχλεί, σας παρακαλώ να μη το κάνετε».

Το βλέμμα του συννέφιασε και η ευγένεια έδωσε τη θέση της σε κάποιου είδους αγριάδα. Ο ενικός ενικός, βέβαια. Από την πρώτη στιγμή. Είπαμε, μία παρέα ήμασταν όλοι. Εκόντες και  άκοντες. Καπνιστές και μη καπνιστές.

«Δηλαδή τι θα κάνεις; Θα τηλεφωνήσεις στο 1142; Χα χα χα».

«Μάλιστα, θα τηλεφωνήσω στο 1142. Μισό λεπτό, να βγάλω το κινητό μου».

«Ετοιμάσου να τηλεφωνήσεις λοιπόν, γιατί εγώ θα το ανάψω θες δεν θες»!

Ετοιμάστηκα. Ψάρεψα το κινητό από τον σωρό των μπουφάν και άρχισα να πληκτρολογώ επιδεικτικά το τετραψήφιο.

Ούτε αυτό το περίμενε ο λεγάμενος. Αυτομάτως άλλαξε τακτική και επιστράτευσε επιχειρήματα, τα γνώριμα, της καπνιστικής δικτατορίας. «Να φτιαχτούν μαγαζιά ειδικά για καπνιστές». «Να υπάρχει δυνατότητα επιλογής». «Έχουμε και εμείς δικαίωμα στη διασκέδαση». Και, το αγαπημένο μου: «Την έχεις καταλάβει λάθος τη δημοκρατία».

Το επόμενο βήμα του αρειμάνιου ήταν να γυρίσει προς την εξίσου ατίθαση συντροφιά του και να με στολίσει φωναχτά, για να ακούσω. «Κατάλαβες, ο κύριος; Εεε ρεεε, μαλακία που δέρνει τον εγκέφαλο μερικών».

«Έλεος με τους ξενέρωτους», συμφώνησε μία κυρία, με σβηστό πουράκι στα χείλη και αυτή. «Τώρα πρέπει να σηκώσουμε τόσο κόσμο, για να βγούμε έξω να καπνίσουμε».

Η εξώπορτα απείχε ακριβώς τρία μέτρα και ο «τόσος κόσμος» που έπρεπε να μεριάσει για να διαβούν οι νερωμένοι ήταν ακριβώς 1 άτομο. Ολογράφως, ένα.

Βγήκαν, ξεχαρμάνιασαν, έχασαν ένα τραγούδι, ξαναμπήκαν. Μουρμουρίζοντας. Τους αγνόησα επιδεικτικά, αλλά με το κινητό πάντοτε στα χέρια μου, σε θέση ετοιμότητας.

Στο διάλειμμα έτρεξαν πάλι έξω μη τυχόν και χάσουν καμιά ρουφηξιά και επέστρεψαν με ρούχα που έζεχναν τσιγαρίλα. «Μητσοτάκη θέλατε, καλά να πάθετε», αστειεύονταν μεταξύ τους.

Άλλον δεν είδα να βγαίνει έξω για να καπνίσει στο τρίωρο της παράστασης, με εξαίρεση την ακούραστη γκαρσόνα, που κάθε λίγο πεταγόταν στον προθάλαμο για δύο ρουφηξιές και μια ανάσα. Αλλά έχει και η μειοψηφία δικαιώματα, κύριος. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

Στα μισά του δεύτερου μέρους έφτασε στη μύτη μου η μπόχα, από απόσταση μισού μέτρου, δικαιώνοντας το προγνωστικό που έκανα μέσα μου.

Ο κύριος τον οποίο δεν έδερνε μαλακία στον εγκέφαλο άναψε κανονικά το μπουρί, γράφοντας στα αποτέτοια του τις αντιρρήσεις των άλλων θαμώνων και τη νομοθεσία. Το κρατούσε όμως χαμηλά, για να μη τον δουν οι ρουφιάνοι.

Τις στάχτες τις εκτόξευε στο πάτωμα ελλείψει σταχτοδοχείου, ενώ κάθε τόσο μοίραζε το αναμμένο τσιγάρο στους φίλους του, να κυκλοφορεί το καμινέτο, ώστε να ρουφήξουν και εκείνοι λίγη από την επίζηλη νικοτίνη.

«Σας τη σκάσαμε, ξενέρωτοι», έλεγε το ύφος τους. Σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στο ρημάδι το 1142, αλλά λυπήθηκα τον ανυποψίαστο καταστηματάρχη, ο οποίος έκανε ό,τι μπορούσε για να ευθυγραμμιστεί με την αντικαπνιστική οδηγία.

Αυτόν τον «έδωσα» στο ΣΔΟΕ. Υπάρχουν τετραψήφιοι για κάθε νόσο και για κάθε μαλακία. Του εγκεφάλου και όχι μόνο.

Λίγο πριν ολοκληρωθεί αυτή η συνηθισμένη Κυριακή στο γιδοχώρι, έμαθα ότι ο ασυγκράτητος και ευγενέστατος «κύριος θα καπνίσω θες δεν θες» έχει γράψει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια, βουτηγμένο στην ευαισθησία και στην ανθρωπιά. Φεύγοντας, δεν είπε ούτε «γειά».

«Εμείς πάντως πήγαμε στον Σταυρό του Νότου να ακούσουμε τον Μουζουράκη», με πληροφόρησε η ανηψιά μου. «Ο μοναδικός που άναψε τσιγάρο στο μαγαζί ήταν ο ίδιος ο Μουζουράκης. Και είπε από το μικρόφωνο, ότι όποιος δεν γουστάρει μπορεί κάλλιστα να καλέσει την αστυνομία».