Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Στην τελευταία έκθεση του αντιπροέδρου Λουίς ντε Γκίντος πριν αποχωρήσει από τη θέση του, το σκηνικό που περιγράφεται για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι άκρως ανησυχητικό. Υπερτιμημένες αγορές, κίνδυνος απότομης κατάρρευσης και ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που δοκιμάζεται από παντού.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις παράγοντες. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν πιέζει τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων ανοδικά, με τους επενδυτές να φοβούνται νέο πληθωρισμό και παρατεταμένη ενεργειακή κρίση. Οι δασμοί Τραμπ και οι αλλεπάλληλες αλλαγές στην εμπορική πολιτική της Ουάσιγκτον, «ανακοινώσεις, παύσεις και ανατροπές», όπως τις χαρακτηρίζει η ίδια η ΕΚΤ, έχουν γίνει δομικό στοιχείο αβεβαιότητας. Και το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ απειλεί με νέο ενεργειακό σοκ σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η Γερμανία είναι το πιο εύγλωττο παράδειγμα. Δύο συνεχόμενα χρόνια ύφεσης, το 2023 και το 2024, και προβλέψεις για ανάπτυξη μόλις 0,5% φέτος. Χωρίς τις φθηνές ρωσικές ενεργειακές ροές που για δεκαετίες τροφοδοτούσαν τη βιομηχανία της, το Βερολίνο βρίσκεται υπό πίεση από τέσσερις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Ενεργειακό κόστος, εμπορικό πόλεμο, κινεζική ανταγωνιστικότητα στη μεταποίηση και δημογραφική γήρανση που εκτοξεύει τις δαπάνες κοινωνικής προστασίας. Η οικονομολόγος Μόνικα Σνίτσερ προειδοποιεί ότι οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ενδέχεται να φτάσουν σχεδόν το 50% των μικτών αποδοχών έως το 2040.
Στο μείγμα προστίθενται και νέες απειλές που η ΕΚΤ αναγνωρίζει επίσης ως συστημικές. Κυβερνοεπιθέσεις, υβριδική σύγκρουση και οι ευπάθειες που εισάγει η τεχνητή νοημοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.
Διαβάστε επίσης:
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια