Μια γάτα μπαίνει σε ένα κλουβί μεταφοράς, πηγαίνει στον κτηνίατρο, στειρώνεται και μία μέρα αργότερα επιστρέφει στο σημείο όπου ζούσε.
Πού ακριβώς βρίσκεται η πολιτική σε όλο αυτό; Αν κοιτάξουμε μόνο αυτή τη ΜΙΑ γάτα, πουθενά. Αν όμως κοιτάξουμε τις εκατοντάδες χιλιάδες αδέσποτες γάτες και σκύλους μιας χώρας, τους δήμους που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείρισή τους, τα χρήματα που διατίθενται ή δεν διατίθενται, τις στειρώσεις που πραγματοποιούνται ή δεν πραγματοποιούνται και τους εθελοντές που προσπαθούν καθημερινά να προλάβουν την επόμενη γέννα, τότε η εικόνα αλλάζει.
Μία στείρωση είναι κτηνιατρική πράξη. Η συστηματική στείρωση ενός πληθυσμού αδέσποτων ζώων, όμως, είναι δημόσια πολιτική.
Το αδέσποτο δεν εμφανίζεται από το πουθενά
Συχνά αντιμετωπίζουμε τα αδέσποτα σαν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής πραγματικότητας. Σαν να υπήρχαν πάντα και να πρόκειται πάντα να υπάρχουν.
Πίσω όμως από κάθε νέο αδέσποτο υπάρχει κάποια στιγμή μια γέννα. Και πίσω από μεγάλο μέρος του προβλήματος βρίσκονται ανεξέλεγκτες αναπαραγωγές, εγκαταλείψεις ζώων και πληθυσμοί αδέσποτων που συνεχίζουν να αναπαράγονται.
Η συζήτηση λοιπόν για τις στειρώσεις δεν αφορά απλώς το αν θα στειρωθεί η γάτα μιας γειτονιάς, αλλά το αν επιλέγουμε να προλαμβάνουμε τη δημιουργία νέων αδέσποτων ή να διαχειριζόμαστε διαρκώς τις συνέπειες. Και αυτό ναι είναι πολιτική επιλογή.
Ο ν. 4830/2021 που πολλές φορές αναφέρω, δεν αντιμετωπίζει τη διαχείριση των αδέσποτων ως υπόθεση καλής θέλησης των πολιτών.
Οι δήμοι οφείλουν να διαθέτουν ολοκληρωμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα για τα αδέσποτα, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, περισυλλογή, κτηνιατρική περίθαλψη, ηλεκτρονική σήμανση και καταγραφή, στείρωση, αναδοχή και υιοθεσία.
Άρα, αν ένας δήμος έχει επιχειρησιακό πρόγραμμα για τα αδέσποτα δεν κάνει «χάρη» στους φιλόζωους. Είναι υποχρέωσή του καθώς εφαρμόζει δημόσια πολιτική που προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Και όταν οι στειρώσεις είναι λίγες και αποσπασματικές το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται λίγους μήνες αργότερα στο επόμενο κουτί με νεογέννητα γατάκια, στην επόμενη εγκατάλειψη, στην επόμενη αγγελία που ψάχνει απεγνωσμένα φιλοξενία.
Αρκεί η στείρωση;
Σε μελέτη 12 ετών σε αστικό περιβάλλον βρέθηκε ότι η μείωση του πληθυσμού επιτεύχθηκε όταν η στείρωση εφαρμόστηκε σε μεγάλο αριθμό αδέσποτων, συνεχόμενα και σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Όταν το ποσοστό στείρωσης ξεπέρασε το 70% και η παρέμβαση επεκτάθηκε σε ολόκληρη την περιοχή μελέτης, καταγράφηκε περίπου 7% ετήσια μείωση του πληθυσμού.
Έχει καταγραφεί επίσης σημαντική μείωση αποικιών όταν η στείρωση συνδυάζεται με συνεχή παρακολούθηση και υιοθεσίες. Σε πρόγραμμα TNR που εφαρμόστηκε επί 28 χρόνια σε πανεπιστημιούπολη στις ΗΠΑ, ο καταγεγραμμένος πληθυσμός των γατών μειώθηκε κατά 85% μεταξύ 1996 και 2019.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε πρόγραμμα TNR πετυχαίνει αυτομάτως. Η αποτελεσματικότητα επηρεάζεται από την ένταση και τη διάρκεια των στειρώσεων, την είσοδο νέων ζώων στην περιοχή και τη συνεχιζόμενη εγκατάλειψη δεσποζόμενων ζώων
Με άλλα λόγια, δέκα στειρώσεις εκεί όπου χρειάζονται εκατό μπορεί να είναι δέκα σωστές πράξεις, αλλά δεν αποτελούν απαραίτητα αποτελεσματική πληθυσμιακή πολιτική.
Και ποιος την «πληρώνει» όταν δεν υπάρχει πρόληψη;
Πρώτα απ’ όλα τα ίδια τα ζώα. Γατάκια που γεννιούνται άρρωστα, κουτάβια που εγκαταλείπονται, ζώα που μεγαλώνουν στον δρόμο χωρίς ποτέ να βρουν σπίτι.
Και κατ’ επέκταση την πληρώνουν και μεταφορικά και κυριολεκτικά οι εθελοντές και οι φιλοζωικές που προσπαθούν καθημερινά να αλλάξουν το τοπίο.
Ποιο είναι το ηθικό ερώτημα;
Πολλοί υποστηρίζουν ότι με ποιο δικαίωμα αποφασίζει ο άνθρωπος ότι ένα άλλο ζώο δεν θα αναπαραχθεί; Και είναι ένα πραγματικό ηθικό ερώτημα.
Μόνο που στην περίπτωση των ζώων συντροφιάς ο άνθρωπος έχει ήδη παρέμβει δραστικά στη ζωή τους. Τα εξημέρωσε, τα αναπαρήγαγε επιλεκτικά, τα μετέφερε στις πόλεις, τα αγόρασε, τα πούλησε, τα εγκατέλειψε και δημιούργησε πληθυσμούς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ανθρώπινη παρουσία.
Η επιλογή λοιπόν δεν είναι ανάμεσα στην «ανθρώπινη παρέμβαση» και σε μια εντελώς φυσική κατάσταση. Η ανθρώπινη παρέμβαση προϋπάρχει.
Τα στοιχεία της Ειδικής Γραμματείας για την Προστασία των Ζώων Συντροφιάς δίνουν μια εικόνα. Τον Σεπτέμβριο του 2025 δημοσίευσε στοιχεία του ΕΜΖΣ για το πρώτο οκτάμηνο εκείνης της χρονιάς.
Στο Μητρώο εμφανίζονταν 172.408 αδέσποτοι σκύλοι, από τους οποίους το 47% ήταν στειρωμένοι, και 158.319 αδέσποτες γάτες, από τις οποίες το 68% ήταν στειρωμένες. Την ίδια στιγμή, ένας στους εννέα δήμους δεν είχε καταγράψει ούτε μία αδέσποτη γάτα, ενώ 14 δήμοι δεν είχαν καταγράψει κανένα αδέσποτο ζώο.
Τα στοιχεία αυτά δεν μας λένε πόσα αδέσποτα υπάρχουν πραγματικά στην Ελλάδα (ο αριθμός είναι πολύ πολύ μεγαλύτερος), αφορούν μόνο τα καταγεγραμμένα ζώα στο ΕΜΖΣ.
Άρα για να διαχειριστείς έναν πληθυσμό, πρέπει πρώτα να ξέρεις ότι υπάρχει. Να τον καταγράψεις, να θέσεις στόχους, να διαθέσεις χρήματα, να μετρήσεις πόσες στειρώσεις χρειάζονται, να παρακολουθήσεις αν μειώνονται οι νέες γέννες, να αντιμετωπίσεις τις εγκαταλείψεις. Και τέλος να ελέγξεις αν το πρόγραμμα πέτυχε.
Αυτό σημαίνει δημόσια πολιτική.
Τελικά, είναι η στείρωση πολιτική πράξη;
Η στείρωση είναι μια κτηνιατρική πράξη, η απόφαση όμως να υπάρχουν χρήματα, κτηνίατροι, οργανωμένα προγράμματα, καταγραφή, συνεχείς στειρώσεις και έλεγχος του αποτελέσματος είναι πολιτική. Όπως πολιτική είναι και η απόφαση να μην υπάρχουν.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε όταν συζητάμε για τα αδέσποτα στην Ελλάδα. Περιμένουμε από τον κάθε εθελοντή μ’ ένα κλουβί στο χέρι να λύσει ένα πρόβλημα που χρειάζεται σχεδιασμό ολόκληρης πόλης.
Γιατί ο εθελοντής μπορεί να στειρώσει αρκετές γάτες ή σκύλους, αλλά αν σε πέντε χρόνια θα υπάρχουν λιγότερα αδέσποτα δεν μπορεί να είναι δική του ευθύνη.
Διαβάστε επίσης:
Ισπανία: Κινητοποίηση εθελοντών και φιλοζωικών οργανώσεων για τις αδέσποτες γάτες
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο μας όταν χαϊδεύουμε έναν σκύλο;
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια