Είμαι ποταπός, το αξίζω

Mια απρόκλητη φραστική επίθεση και μία μνημειώδης απάντηση στον αθυρόστομο ποιητή

Νίκος Παπαδογιάννης 11/08/2020 | 18:32

Στις 25 Ιανουαρίου 2012, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος φιλοξενήθηκε στο ειδησεογραφικό μαγκαζίνο «Τώρα» της Πόπης Τσαπανίδου, στον Σκάι. Η αφορμή της συνέντευξης του ποιητή ήταν η απόφαση της τότε κυβέρνησης να του κόψει τη σύνταξη.

Χωρίς να προκληθεί στο ελάχιστο, εκείνος εξαπέλυσε μία απίστευτη φραστική επίθεση ενάντια στη δημοσιογράφο, από την απυρόβλητη θέση στην οποία συχνά τοποθετούν τον εαυτό τους οι πνευματικοί άνθρωποι. Τον μάλλον σοκαριστικό διάλογο μπορείτε να τον παρακολουθήσετε εδώ:

Μερικές μέρες αργότερα, έγραψα το παρακάτω κείμενο για το e-tetradio, με τον τίτλο που βλέπετε: «Είμαι ποταπός, το αξίζω». Το αναδημοσιεύουμε σήμερα, για λόγους εγκυκλοπαιδικούς και για αντίβαρο στις αγιογραφίες που μοιραία θα συνοδεύσουν το κατευόδιο προς τον εκλεκτό ποιητή, πεζογράφο και φιλόλογο.


Πασχίζω να καταλάβω ποιο σύστημα αξιών επιτρέπει την απύθμενη αγένεια, αλλά δυσκολεύομαι. Έχασα, φαίνεται, κάποιο τεύχος, αυτό που τη συγχωρεί εάν συνδυάζεται με υψηλό IQ ή με πρότερη αξιόλογη "προσφορά" του αναγώγου.

Ζήτω, λοιπόν, της αναίδειας. Όποιος έχει προσφέρει στον τόπο δικαιούται να υβρίζει, να προσβάλλει και να λοιδορεί με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Οι ακαδημαϊκοί ας βγουν στο δρόμο για να μοιράσουν χριστοπαναγίες, οι διανοούμενοι ας λούσουν τον κοινό θνητό με βρισιές, οι λόγιοι ας βάλουν σημάδι τον ανθρωπάκο με πατσαβούρες.

Αφού μας κάνουν τη χάρη να μοιράζονται τον πλανήτη μαζί μας, ας μας πουν και μαλάκες.

Εκείνοι που έχουν στο μητρώο τους υπηρεσίες προς την πατρίδα δε χρειάζεται καν να επικαλεστούν το πιστοποιητικό της MENSA: αρκεί για επιχείρημα η προσφορά τους. Όταν ξανασυναντήσω το Διαμαντίδη, θα του πω να μου ρίξει μία γερή κατσάδα. Είμαι ποταπός και την αξίζω.

Συγγνώμη, αλλά όχι. Όχι. Τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει το φέρσιμο του Ντίνου Χριστιανόπουλου προς την Πόπη Τσαπανίδου και τους υπόλοιπους δημοσιογράφους που προσέφεραν φιλόξενο βήμα στον αθυρόστομο και αυθάδη ποιητή.

«Δεν είμαστε το ίδιο», έλεγε και ξανάλεγε προς την κυρία του ΣΚΑΙ ο Χριστιανόπουλος. «Μας χωρίζει χάσμα»

Είχε δίκιο, εδώ που τα λέμε, ο ποιητής. Τον ευγενή από τον αγενή τους χωρίζει χάσμα. Δεν είναι χαστούκι στον καθωσπρεπισμό η προσβλητική προς τον οικοδεσπότη συμπεριφορά, αλλά κούφια προκλητικότητα.

Ο μισάνθρωπος μισεί και τον εαυτό του, όχι μόνο τους άλλους. Ο ασυμβίβαστος δεν αρκείται στη συνθηματολογία και τον καταγγελτισμό: προτείνει κιόλας.

Οι αρχαίοι πρόγονοι που τείνουν να γίνουν ύστατο καταφύγιο σε τούτη τη ναυαγισμένη χώρα δίδασκαν πρώτα απ'όλα το μέτρον. Ο άριστος δεν είναι εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του υπεράνω κριτικής, αλλά ο μετριόφρων. Όχι ο νάρκισσος, αλλά αυτός που έχει όμορφη ψυχή.

Η Πόπη Τσαπανίδου απάντησε στον «ανατρεπτικό» υβριστή μέσω του προσωπικού της blog με ευγενική άμυνα, αμήχανα χαμόγελα, σιωπηρό δάκρυ και ένα υπερήφανο κείμενο που την ανέδειξε νικήτρια από αυτό το θλιβερό ροντέο.

Ο τίτλος του είναι: «Σας ευχαριστώ, κύριε Χριστιανόπουλε». Και δεν περιέχει ίχνος ειρωνίας. Αποτελεί επίδειξη προσωπικού, αλλά και δημοσιογραφικού ήθους.

Ακολουθεί το μνημειώδες κείμενο της συναδέλφου:

Σας ευχαριστώ κ. Χριστιανόπουλε.

Ανεξάρτητος, διαφορετικός, αυθάδης, σταθερός, αντισυμβατικός, μόνος απέναντι σε όλους τους συντεταγμένους με τα πρέπει. Με έναν τρόπο ζωής ιδιαίτερο και με τα κότσια να ζήσει βροντερά, τη ζωή αυτή, στο στενό πλαίσιο μιας πόλης μεγάλης -επειδή την λάτρεψε-, αλλά και τόσο μικρής που απομυθοποιεί εύκολα.

Μόνος απέναντι σε μυαλά κλειστά, συμβιβασμένα και υποκριτικά. Να «φωνάζει» με τον τρόπο του χρόνια τώρα.

«Είμαι απαρηγόρητος. Τίποτα δεν σώζει την Ελλάδα. Τίποτα». Είπε, φώναξε και –τι κρίμα, τι άδικο- κάποιοι έμειναν να σχολιάζουν τον τόνο της φωνής. Το ιδιαίτερο του λόγου του.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν εκεί, δίπλα μου, στο παραθύρι. Αφορμή για την πρόσκληση, η άρνησή του να παραλάβει το μεγάλο βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού, για το σύνολο του έργου του.

«Εγώ είμαι συνεπής, εσείς δεν είστε ενήμερη» με μάλωσε θυμωμένος που δεν θεώρησα απολύτως φυσιολογική τη στάση του. Και είχε δίκιο. Του έκανα μια ερώτηση την οποία είχε απαντήσει με ένα από τα καλύτερα συγγράμματά του κοντά 35 χρόνια πριν.

Το «Είμαι εναντίον» ήταν η διακήρυξη ζωής του. Οι αρχές στις οποίες έμεινε πιστός σε όλη του τη ζωή.

Τριανταπέντε χρόνια μετά παραμένει το ίδιο «εναντίον». Δεν εξαγοράζει, δεν εξαρτάται, δεν εξαργυρώνει, δεν «ξεπουλιέται», δεν προωθεί και δεν προωθείται. Αντιδρά με πράξεις και με συνέπεια.

Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, σήμερα, εξέφρασε την απελπισία του ότι η χώρα αυτή δεν σώζεται. Γιατί χάσαμε τον στόχο. Γιατί δεν μείναμε «εναντίον». Εμείς, οι άλλοι, οι πριν και οι μετά… Οι περισσότεροι.

Και μεις, οι περισσότεροι, τον ξαναχάσαμε τον στόχο! Μείναμε στην εύκολη προσέγγιση. Μας έκαψε ο λόγος του. Μας έτσουξε.

Ποιος είναι αυτός που μιλάει έτσι; Που δεν διαβάζει εφημερίδες και δεν ξερει ποιος είναι ο πρωθυπουργός; Που δεν «υποκλίνεται» μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα; Ποιος είναι αυτός που αγνοεί και περιφρονεί όχι μόνο δημοσιογράφους, αλλά και καταξιωμένους συναδέλφους τους;

Ποιος είναι αυτός που τολμά να μιλά έτσι σε μια κυρία στην τελική; Ε; Πάει τα έχασε!

Είναι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και τα έχει τετρακόσια. Είναι ένας από τους τελευταίους μεγάλους. Ένας από τους τελευταίους σημαντικούς. Που τόσο λίγους έχει πια αυτή η χώρα, για να του ξαναπροτείνουν το μεγάλο βραβείο των γραμμάτων.

(Μα καλά εκεί στο Υπουργείο πολιτισμού, τόσο πολιτισμός πια! Δεν ξέρανε τι εστί Χριστιανόπουλος δεν ρώταγαν; Δεν έψαχναν στο google βρε αδελφέ, για να μην φανεί η μιζέρια μας η εθνική και η πνευματική μας φτώχεια;)

Είναι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος που του έκοψαν τη σύνταξη και έσφιξε το ζωνάρι αλλά ζει μια χαρά και σήμερα. Γιατί δεν την καταπίνει αμάσητη την «τροφή». Αντιθέτως την φτύνει στα μούτρα αυτών που ΔΕΝ είναι «εναντίον».

«Είμαι απαρηγόρητος. Τίποτα δεν σώζει την Ελλάδα. Τίποτα». αυτό φώναξε σήμερα με τον δικό του τρόπο. Το ακούσατε;

Σας ευχαριστώ κ. Χριστιανόπουλε, που μας αποδείξατε ότι υπάρχουν ακόμα φρέσκοι άνθρωποι, με ισχυρό σύστημα αξιών! Ότι δηλαδή, υπάρχει ελπίδα.

* Το άρθρο του Νίκου Παπαδογιάννη, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2012 στο e-tetradio.gr