Εδώ Πολυτεχνείο!

«Σαν να συνεννοηθήκαμε με τα μάτια»

Η εικόνα του Πολυτεχνείου, η φωνή της αντίστασης μέσα στη χούντα, παραμένει ολοζώντανη ακόμη και σήμερα, 49 χρόνια μετά, παρά τις άοκνες προσπάθειες αμφισβήτησης, αναθεώρησης, διαστρέβλωσης και συκοφάντησης της εξέγερσης και των αγωνιστών, είτε με πρωταγωνιστική είτε με την ηρωική σε εκείνες τις συνθήκες συμμετοχή τους. Ανήμερα της επετείου θα κάνουμε μια αναδρομή στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 αντλώντας συνοπτικό υλικό από την έκδοση του Documento τον Νοέμβριο του 2018 Τα Αιρετικά Νο5«Εδώ Πολυτεχνείο». 20+4 μαρτυρίες & (αντι)θέσεις πρωταγωνιστών για την εξέγερση του Νοέμβρη 1973, την οποία μπορείτε να την προμηθευτείτε αντί €5 με ένα τηλεφώνημα στο  211 103 1500.

Η γενιά του Πολυτεχνείου

Ο δημοσιογράφος Ζήσης Ι. Καραβάς, που πήρε μέρος στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και συμμετείχε στην κατάληψη/εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ως πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Αθήνας, έγραψε:

«[…] ”Εκείνα τα (τότε) παιδιά του Πολυτεχνείου είναι που μας απογοήτευσαν, που μας πρόδωσαν, που ευθύνονται για την τωρινή κατάντια της χώρας/πατρίδας” δαχτυλοδείχνει ή και κραυγάζει όχι μόνον ο εσμός των φασιστοειδών/ναζιστοειδών νοσταλγών της χούντας (με τα παρακλάδια του ως το ρετιρέ της “δεξιάς πολυκατοικίας”), αλλά και διάφοροι φωστήρες τού, τάχα μου, “μετώπου της λογικής (τους)”, που ομνύουν στον “ορθό λόγο” και τον “διαφωτισμό” (ευρωπαϊκό και νεοελληνικό, τρομάρα τους).

Πώς όμως (προσδι)ορίζεται αυτή η περιλάλητη “γενιά του Πολυτεχνείου” και ποιοι (μπορεί να) μπαίνουν στο… τσουβάλι της; Καταρχάς, το να μιλάμε για “γενιά του Πολυτεχνείου” (όπως βεβαίως και για κάθε άλλη) αποτελεί απλουστευτική ομογενοποίηση, καθώς δεν ήταν –και εξακολουθεί να μην είναι– ενιαία».

Ο Σίσυφος του Πολυτεχνείου

Ο Γιώργος Παπαπέτρου (Νομική) παραθέτει τα πρώτα αγωνιστικά σκιρτήματα:

«Το πρώτο σχολείο όπου ένα σημαντικό τμήμα του φοιτητικού κόσμου ξεπέρασε την προσπάθεια τρομοκράτησής του από τα όργανα της δικτατορίας ήταν οι εκδηλώσεις της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ), στο εντευκτήριό της στα Εξάρχεια, με αντιδικτατορικούς πνευματικούς ανθρώπους όπως οι Θ. Βέγγος, Γ. Ιμβριώτης, Β. Ραφαηλίδης, Κ. Χατζηαργύρης κ.ά. που πραγματοποιούνταν όλο το 1971 και το πρώτο τετράμηνο του 1972 και τις παρακολούθησαν εκατοντάδες νέοι και νέες από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν φοιτητές και φοιτήτριες. Τις παρακολουθούσαν και όργανα του Σπουδαστικού της Ασφάλειας με πολιτικά, λίγα μέτρα από την είσοδο του χώρου, που έπαιρναν τις ταυτότητες πολλών από τους ακροατές για εξακρίβωση στοιχείων και τους λέγανε “περάστε αύριο από την Ασφάλεια να πάρετε την ταυτότητά σας”. Εκεί δινόταν η ταυτότητα αφού προηγούνταν μια κατήχηση διανθισμένη με απειλές από Λάμπρου, Καραπαναγιώτη, Μάλλιο. Σημειωτέον ότι σχεδόν όλοι και όλες που τους είχαν πάρει τις ταυτότητες ήταν παιδιά “εθνικόφρονων” γονιών. Το αποτέλεσμα αυτής της ασφαλίτικης τακτικής ήταν να μειωθεί κάπως η συμμετοχή στις εκδηλώσεις μας».

Ρομαντισμός

Ο λόγος στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Αλκμήνη Ψιλοπούλου (Φιλοσοφική):

«Ήταν έντονες οι στιγμές που ζήσαμε μέσα στο Πολυτεχνείο. Βιώματα ανεξίτηλα, που λειτουργούσαν κάπου έξω και πέρα από τη λογική, τις ιδεολογίες και τις πολιτικές. Ήμασταν ρομαντικοί. Μια χούφτα νέοι άνθρωποι. Και ο ρομαντισμός μερικές φορές δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος. Γιατί το μετά ήταν τόσο αποκαρδιωτικό. Όταν έπεσαν πάνω σε όλα αυτά που ζήσαμε τα κόμματα και τα πολιτικά συμφέροντα και οι διάφοροι και μέσα από εμάς τους ίδιους που επένδυσαν πάνω σ’ αυτά τα γεγονότα για να κάνουν πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές καριέρες…»

Η αναγκαστική άρνηση λόγω περιφρούρησης

Η μαρτυρία της Νάντιας Βαλαβάνη (ΑΣΟΕΕ):

«Μόλις τον Σεπτέμβρη μάς ζητήθηκε να οικοδομήσουμε ξανά την ΚΝΕ στους τοπικούς φοιτητικούς συλλόγους χωρίς κανένα από τα προηγούμενα μέλη της, καθώς όλα τα “μαζικά στελέχη” της είχαν πιαστεί ή ήταν στην παρανομία και δεν ήταν σίγουρο ποιοι ακόμη είχαν γίνει γνωστοί από τους υπόλοιπους. Η κατεύθυνση για όλους μας παρέμεινε: συμμετέχουμε στο μαζικό κίνημα χωρίς να βγαίνουμε μπροστά, χωρίς να παίρνουμε τον λόγο. Όταν τον Νοέμβριο όμως μπήκα στην ΑΣΟΕΕ, οι οδηγίες προσωπικά για μένα άλλαξαν: η τότε ΑΣΟΕΕ ήταν σχολή κυρίως εργαζομένων, με αποτέλεσμα όσοι στρατολογούνταν να στέλνονται εκτός και η σχολή να είναι η μοναδική χωρίς οργάνωση στην Αθήνα. Στο εξής θα έπρεπε να μιλώ στις συνελεύσεις – χωρίς ωστόσο να εκλέγομαι σε οποιοδήποτε όργανο.

Το έκανα για πρώτη φορά στη συνέλευση της ΑΣΟΕΕ ελάχιστες μέρες πριν από το Πολυτεχνείο. Με την πρώτη δημόσια εμφάνιση, ωστόσο, τιναζόταν στον αέρα η “περιφρούρηση”. Επιπλέον, όπως είχα ήδη διαπιστώσει με κατάπληξη, όποιος μιλούσε δημόσια –και ήταν πολύ λίγοι αυτοί– εκλεγόταν. Στην πρώτη συνέλευση της ΑΣΟΕΕ είχα μιλήσει για τα πάντα, όταν όμως προς έκπληξή μου με πρότειναν στα πέντε έξι μέλη της Επιτροπής Αγώνα της Σχολής, αρνήθηκα με τη δικαιολογία ότι είμαι πρωτοετής και δεν ξέρω ακόμη τα προβλήματα… Αυτή η “ακροβατική” οδηγία ερχόταν, ταυτόχρονα, κόντρα σε όλη τη λογική της Σπουδάζουσας, που σε κάθε οργάνωση κρατούσε χωριστά τα “μαζικά στελέχη” από τους υπόλοιπους, τους “περιφρουρημένους”. Στη συνέλευση της ΑΣΟΕΕ στο Πολυτεχνείο, πολύ μαζικότερη απ’ αυτή της σχολής, αιφνιδιάστηκα: δεν περίμενα με τίποτε να με προτείνουν ως μία από τους δύο, καθώς στη συνέλευση συμμετείχαν μεγαλύτεροι φοιτητές καταδικασμένοι για κινητοποιήσεις της σχολής και αρκετοί πρόσφατα αποφυλακισμένοι. Εγώ ήμουν φοιτήτρια δεκαπέντε ημερών και παντελώς άγνωστη. Ωστόσο, αφού είχαμε κονταροχτυπηθεί διάφοροι με πολύ πάθος για την πολιτική διέξοδο, με πρότειναν – και χρειάστηκε πάλι ν’ αρνηθώ. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς δικαιολογία βρήκα, με καίει ακόμη τώρα όμως η θύμηση της ντροπής μου: ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ηταν σαν να «άδειαζα» ό,τι είχα προηγουμένως υποστηρίξει. Πώς να μη σκεφτούν πως όλα αυτά δεν ήταν παρά λόγια, όταν τη στιγμή της κρίσιμης “δέσμευσης” τραβούσα το κεφάλι απ’ τον τορβά

Συντονισμός δράσης

Ο Στέλιος Παππάς (ΑΣΟΕΕ) σημειώνει:

«Οι σύντροφοι με ειδοποιούν πως υπάρχει ένταση στο Πολυτεχνείο. Πηγαίνουμε προς τα εκεί –παρενθετικά αναφέρω ότι θα παντρευόμουν στις 24 του μηνός. Το απόγευμα της 14ης του Νοέμβρη έφυγα από το σπίτι των γονιών μου και επέστρεψα μετά την απελευθέρωση, με την πτώση της χούντας, δηλαδή τον Ιούλιο του 1974. Μπήκαμε στο Πολυτεχνείο. Ήρθαν και τα δικά μας παιδιά από την ΑΣΟΕΕ, ξεκίνησε η διαδικασία της ανασύνταξης των δυνάμεών μας, γιατί το ζήτημα δεν είναι ότι βρέθηκαν χιλιάδες φοιτητές στον χώρο του Πολυτεχνείου αλλά το πώς λειτούργησε το σύστημα εκεί μέσα για να μπορεί να έχει ενιαίο δημόσιο λόγο, να μπορεί να έχει δραστηριότητες για να συντηρηθεί αυτός ο πληθυσμός των καταληψιών και ταυτόχρονα να μπορεί να εκπέμπει το μήνυμα της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Συγκροτήθηκε μια κοινωνία που κοιμόταν μέσα εκεί, έτρωγε μέσα εκεί, γλένταγε μέσα εκεί, σχεδίαζε τη μαζική της αντίσταση, τύπωνε τις προκηρύξεις της, εγκατέστησε τα μεγάφωνά της και τον ραδιοφωνικό της σταθμό. Όλα αυτά απαιτούσαν συντονισμό δράσεων».

«Ήμασταν πολλοί»

Ο Στέλιος Ελληνιάδης (Νομική) παραθέτει:

«Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου το τελευταίο βράδυ ήμασταν πολύ ανήσυχοι αλλά όχι πανικόβλητοι. Δεν ήμασταν λίγοι και αυτό φάνηκε όταν συγκεντρωθήκαμε πίσω από τη μεγάλη καγκελόπορτα. Είχαν βγει έξω στην αυλή και οι περισσότεροι από αυτούς που ήταν μέσα στα κτίρια, όπου καθ’ όλη τη διάρκεια της κατάληψης γίνονταν συζητήσεις και συνελεύσεις, φτιάχνονταν πανό, συγκεντρώνονταν τα τρόφιμα και τα φάρμακα που έφερνε ο κόσμος και τα παρέδιδε μέσα από τα κάγκελα σε σακούλες ή κάποιοι μισοκοιμόντουσαν πάνω σε τραπέζια και πάγκους εξαντλημένοι από την αϋπνία και την κούραση των ημερών. Στεκόμασταν σε πυκνές γραμμές και όσο πέρναγε η ώρα και βλέπαμε το τανκς μπροστά από την πύλη κρατιόμασταν χέρι με χέρι, εν αναμονή. Οσο κοιτούσες προς τα μπρος ή προς τα πίσω, μέσα στο μισοσκόταδο, ένιωθες ότι ήμασταν πολλοί, γεμίζαμε όλο τον χώρο ανάμεσα στα κτίρια και την περίφραξη. Και φωνάζαμε συνθήματα. Αστεία δεν λέγαμε πια, όπως όταν καθόμασταν νωρίτερα στα σκαλοπάτια της Καλών Τεχνών και καλαμπουρίζαμε για να ξεγελάσουμε την ανησυχία μας. 

Μετά σφίξανε τα συναισθήματά μας».

«Σαν να συνεννοηθήκαμε με τα μάτια»

Ο Σήφης Καυκαλάς (Τοπογράφοι Μηχανικοί) ανασυνθέτει τα περιβάλλοντα της εξέγερσης:

«Βρέθηκα τη μέρα εκείνη, την Τετάρτη 14 του μήνα, στο Πολυτεχνείο. Είχαμε βασικό αίτημα ελεύθερες συνελεύσεις και ελεύθερες εκλογές. Οι χουντικοί είχαν πρόταση να πάμε για εκλογές τον Φλεβάρη του 1974 για να κερδίσουν χρόνο. Δεν το συζητούσαμε καν. Η δική μου σχολή αποφάσισε να συγκαλέσει συνέλευση την επομένη. Άλλες το έκαναν εκείνη τη μέρα και έτσι μείναμε στον χώρο συμμετέχοντας στα πηγαδάκια. Ξαφνικά η αστυνομία άρχισε να ζώνει το Πολυτεχνείο. Την ίδια ώρα γινόταν συνέλευση –πρέπει να ήταν όλου του πανεπιστημίου– στη Νομική και οι συμφοιτητές μας φοβήθηκαν μην επαναληφθεί η προ μηνών αστυνομική εισβολή. Κατευθύνθηκε στο Πολυτεχνείο μεγάλος αριθμός φοιτητών (που βέβαια καμιά σχέση δεν είχαν με ασφαλίτες) και χωρίς να υπάρχει απόφαση από συνέλευση –σαν να συνεννοηθήκαμε με τα μάτια– αποφασίσαμε να μείνουμε και το βράδυ. 

Έτσι ξεκίνησε η κατάληψη. Ανταποκρινόταν στις κλιμακούμενες από την αρχή του 1973 διαθέσεις μας για σημαντική σύγκρουση με το καθεστώς. Είχε αυθόρμητα χαρακτηριστικά – τέτοια γεγονότα δεν προδιαγράφονται με κουτάκια ούτε σχεδιάζονται σε γραφεία. Στην αρχή εμφανίστηκε ένα ψευτοδίλημμα για τα φοιτητικά αιτήματα που θα προτάσσαμε: τα “μικρά” ή τα “μεγάλα”; Το σάρωσε όμως η ζωή γιατί ήταν αδιανόητο να ικανοποιηθεί το αίτημα για ελεύθερο φοιτητικό συνδικαλισμό αν δεν έπεφτε και η χούντα. Ήταν φανερό ότι έπρεπε να έρθεις σε σύγκρουση με το ίδιο το καθεστώς, ενώ ο αγώνας –λόγω και των προηγούμενων κινητοποιήσεων– είχε τις προϋποθέσεις να πολιτικοποιηθεί περαιτέρω και να στραφεί και εναντίον όσων στήριζαν τη χούντα, δηλαδή των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ. Ο αντιαμερικανισμός ήταν γενικά έκδηλος αλλά έγινε πιο έντονος λόγω των πρόσφατων γεγονότων στη Χιλή. Τον Σεπτέμβρη ’73 οι Αμερικανοί επέβαλαν την αιματοβαμμένη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή».

Η συμμετοχή στο Πολυτεχνείο

Ο Ζ.Ι. Καραβάς μας δίνει μια συνοπτική εικόνα:

«[…] υπάρχει από χρόνια ένας ακόμη (αντιδραστικός) αστικός μύθος, ότι τάχα το Πολυτεχνείο ήταν μια μικρή μειοψηφία! Ασφαλώς, όχι απλώς ανακριβές αλλά καθ’ όλα ψευδές. Και ιδού οι αριθμοί: περίπου 5.000 “ελεύθεροι πολιορκημένοι” επί 56 ώρες, άλλες 5-10.000 δημοκράτες γύρω από τα κάγκελα του ΕΜΠ και, σταδιακά, 100-150.000 πολίτες σε διαδηλώσεις στην Αθήνα δεν αποτελούν κάποια “μικρή μειοψηφία” στις συνθήκες της δικτατορίας. Μάλιστα, κοινή είναι η διαπίστωση ότι αν δεν εκκενωνόταν (διά των τανκς και των όπλων) το Πολυτεχνείο και δεν κηρυσσόταν στρατιωτικός νόμος, σχεδόν σε όλη την πρωτεύουσα και σε άλλες μεγάλες πόλεις θα πλημμύριζαν οι δρόμοι και οι πλατείες από διαδηλωτές».

Το δίκτυο αλληλεγγύης

Ο Νίκος Μανιός (Ιατρική), που είχε συλληφθεί για συμμετοχή σε δυναμικές ενέργειες με το Κίνημα 20 Οκτώβρη, ανασύρει από τη μνήμη του:

«Μια από τις στιγμές που έχουν εντυπωθεί έντονα στη μνήμη μου ήταν όταν με πλησίασε ένας νεαρός φοιτητής και μου είπε ότι οι απέξω θα έπρεπε να οργανώσουμε το δίκτυο για τη ροή των φαρμάκων προς το Πολυτεχνείο. Τον ρώτησα αν κάποιος άλλος του είπε να απευθυνθεί σ’ εμένα. “Όχι, σ’ το λέω εγώ με δική μου πρωτοβουλία επειδή σε ξέρω” μου απάντησε. Ήταν συγκινητικό να βλέπεις ένα παιδί 20 χρόνων να μου απευθύνει τον λόγο με τόση εμπιστοσύνη. Βοηθήσαμε οι απέξω να κινητοποιηθούν, να περνάνε φάρμακα, να μπαίνουν μέσα, να τα πηγαίνουν στα παιδιά από τις Ιατρικές για να χρησιμοποιηθούν με τρόπο που θα θεωρούσαν κατάλληλο..

Αμέτρητες είναι οι περιπτώσεις ανθρώπων και ομάδων που κατάφεραν να ενταχθούν στη διαμαρτυρία, να φέρουν φάρμακα, τρόφιμα και ρούχα. Ό,τι μπορούσε κανείς να φανταστεί πως χρειάζονταν οι εξεγερμένοι φοιτητές του Πολυτεχνείου το έφερνε και μαζευόταν εκεί. Μια μοναδική εμπειρία που έδειχνε ότι δεν έγινε κάτι από μια ξεκομμένη ομάδα πρωτοπορίας έξω από τη συγκυρία, με επαναστατικό βολονταρισμό, αλλά ότι ήταν μια διαδικασία που γεννιέται μέσα από μια σειρά πράξεων εξέγερσης που έχουν προηγηθεί, υπάρχουν ώριμες συνθήκες. Η ίδια η επαναστατική διαδικασία καθοδήγησε τους πρωταγωνιστές και όλους τους άλλους να δράσουν εγκάρδια και με αυθορμητισμό, να αγκαλιάσουν την εξέγερση».

Η διαπραγμάτευση

Ο Στέφανος Τζουμάκας (Νομική) θυμάται:

«Τότε ήμουνα με τον Λαλιώτη και τον Σταμέλο τριμελής επιτροπή για τη διαπραγμάτευση. Είπαμε πρώτα να βγει ο Σταμέλος γιατί ήτανε απ’ αυτούς που είχε στρατεύσει η χούντα. Και είχε πει ο Σταμέλος “ως στρατιώτης και ως φοιτητής σας καλώ να εγκαταλείψουμε το κτίριο”. Όταν ήμασταν εφτά οχτώ χιλιάδες τότε και λέγαμε όλοι είμαστε άοπλοι με βάση το σύνθημα που έριχνε ο Δημήτρης Παπαχρήστου στον ραδιοφωνικό σταθμό. Αλλά δεν υπήρχε καμία ασφάλεια, ήδη είχαν σκοτωθεί περίπου σαράντα άτομα. Πώς θα βγουν χιλιάδες άνθρωποι έξω χωρίς ασφάλεια και χωρίς εγγυήσεις; Στη συνέχεια με το που ανέβηκε ο Σταμέλος με το άσπρο μαντίλι προτείνοντας ειρήνευση και διαπραγμάτευση τον κράτησαν. Μετά ανεβαίνει ο Λαλιώτης και του λέω “μην το κάνεις γιατί δεν θα ξαναγυρίσεις”. Τον κρατούν κι αυτόν. Και μένουμε εμείς από τα κάγκελα και λέμε πρέπει να πάμε σε διαπραγματεύσεις, θα γίνει αιματοχυσία».

Η εισβολή 

Στη μαρτυρία του ο Ανδρέας Νεφελούδης (ΑΣΟΕΕ) αναφέρει:

«Ήμασταν στο αίθριο όταν το τανκς άρχισε να πλησιάζει προς την πύλη και βλέπαμε τα πάντα. Αυτήν τη στιγμή έχω σαν φωτογραφία στο μυαλό μου: το τανκς απέξω, μετά να γκρεμίζει την πύλη και μαζί τούς συντρόφους που βρίσκονται εκεί, οι φαντάροι μπαίνουν στο προαύλιο και ουσιαστικά μας σώζουν από το μένος των αστυνομικών και των παρακρατικών που είχαν μαζευτεί στους γύρω δρόμους, φεύγουμε περίπου ασφαλείς –επειδή υπήρχε η προστασία από τους στρατιώτες– μέχρι την πύλη της Τοσίτσα και μετά άρχισαν τα δύσκολα γιατί μέσα στο σκοτάδι οι παρακρατικοί και οι μπάτσοι μας τσάκιζαν. Πήγαμε και κρυφτήκαμε σε ένα σπίτι στη Νοταρά. Κυριακή πρωί πήρα ένα ταξί να πάω στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη και έχω την ατυχία να τρακάρει. Ο ταξιτζής καταλαβαίνει πού ήμουν και μου λέει: “Φύγε, παλικάρι”. Φτάνω στο σπίτι και με παίρνει ο πατέρας μου που είχε βγει με άδεια από τη φυλακή της Αίγινας το προηγούμενο διάστημα και φύγαμε για να πάμε σε ένα νοσοκομείο για να κάνει κάποια ελαφριά εγχείρηση κήλης. Μισή ώρα από τη στιγμή που φύγαμε εμφανίστηκαν στο σπίτι οι ΕΣΑτζήδες για να μας συλλάβουν και τα έσπασαν όλα για να μπουν στο άδειο σπίτι. Επιστρέψαμε σπίτι δεκαπέντε μέρες μετά. Τότε ξεκίνησε μια ολόκληρη περιπέτεια με κατάληξη την εκτόπισή μου στη Γυάρο».

Δακρυγόνα, πυροβολισμοί και τανκς

Ο Νίκος Τσικόπουλος (Μαθηματικό) θυμάται:

«Περί τις 9 άρχισε η επίθεση της ως τότε αδρανούς αστυνομίας. Η Ομόνοια, η Πατησίων, η Αλεξάνδρας, η Ακαδημίας, η Πανεπιστημίου και οι πέριξ δρόμοι γέμισαν δακρυγόνα και οι στοές κυνηγημένα μπουλούκια πολιτών. Κροταλισμοί πυροβόλων, αστυνομικοί κυνηγούσαν σε ομάδες και άλλοι ακροβολισμένοι σε κεντρικά κτίρια πυροβολούσαν. Ο κόσμος κυνηγημένος αραίωνε και άνοιγαν οι δρόμοι για τα τανκς που κατέβαιναν από το Πεντάγωνο. Μάρνη και 3ης Σεπτεμβρίου, κοντά στο Ρόδον, πυροβολισμοί από τη μεριά του υπουργείου Εργασίας. Απέναντι, πέντε βήματα πίσω μου, μια γυναίκα που έτρεχε έβγαλε κραυγή, διπλώθηκε και σωριάστηκε – ίσως από αδέσποτη…

Το επόμενο πρωινό ήταν ηλιόλουστο και παγερό. Λίγες ώρες πριν το τανκς είχε ρίξει την πύλη και ο σταθμός είχε σιγήσει. Με το φως της μέρας το κέντρο της Αθήνας βομβαρδισμένο τοπίο. Τώρα κόσμος μουδιασμένος, σιωπηλός, κατέβαινε στο κέντρο να δει, να ελπίσει. Εκεί σε κάθε δεύτερο τετράγωνο τον περίμεναν ομάδες αστυνομικών που χτυπούσαν αδιάκριτα και αλύπητα: το αποτρόπαιο πρόσωπο του φασισμού. Ηδη τη νύχτα ένα νέο πραξικόπημα εκκολαπτόταν».

Σάββατο 17 του Νοέμβρη, πρωί

Ο μαθητής τότε, νυν δημοσιογράφος, Στάθης Σχινάς ανασύρει από το κουτί των αναμνήσεων:

«Εκείνο τον καιρό δεν υπήρχε πενθήμερο. Το Σάββατο ήταν ημιαργία. Και φυσικά είχαμε μάθημα. Μόνο που για εκείνο το Σάββατο ήταν προγραμματισμένη εκδρομή στα Καλάβρυτα. Εξίμισι το πρωί πήρα ένα εκδρομικό σακβουαγιάζ και πήρα τον δρόμο προς Χέυδεν και Αχαρνών. Φτάνοντας στην πλατεία Αττικής οδοφράγματα. Δεκάδες τρόλεϊ φύρδην μίγδην στη Λιοσίων και τη Δεληγιάννη. Συνθήματα με άσπρη μπογιά παντού. Κόσμος πουθενά. Σιωπή απόκοσμη. Αχαρνών… Αίματα… Στον τοίχο γραμμένο “Εδώ σκοτωθ…” μισοτελειωμένο. Φεύγω τρέχοντας Φτάνω στο 2ο. Υπάρχουν ευτυχώς πολλοί “τρελοί” συμμαθητές. Ο Αντώνης Απ. καθισμένος κάτω και κλαίει. “Ο Μπούλης (Νίκος Γι.) και ο Γιουσούφ είναι εξαφανισμένοι. Δεν πήγαν καθόλου σπίτια τους”. Σοκ! Μας βάζουν σε τάξεις. Δεν υπάρχουν αίθουσα, τοίχοι και πίνακας να μην είναι γραμμένοι με συνθήματα. Το ένα μάς προκαλεί ανατριχίλα: “Απόψε μιλάνε οι νεκροί μας”! Γύρω στις 12 παρά μας λένε να φύγουμε. Καμιά δεκαριά ανηφορίζουμε προς Βικτώρια. Φτάνουμε γωνία Πατησίων και Χέυδεν. Μια μεγάλη διαδήλωση έρχεται από πλατεία Αμερικής. “Λαέ, θυμήσου, σκοτώσαν το παιδί σου”, “Δολοφόνοι”, “Το αίμα στα κεφάλια σας”. Παντού οσμή δακρυγόνων. Μεσόκοπες γυναίκες με ρόμπες και μπικουτί κρατάνε πανέρια με κομμένα λεμόνια ή σωληνάρια με βαζελίνη ή κραγιόν. Υποτίθεται ότι όλα αυτά προστάτευαν από τα δακρυγόνα. Κάτι έκαναν».

Τα θύματα

Ο Ζ.Ι. Καραβάς εξηγεί:

«[…] με βάση το πόρισμα Τσεβά αλλά, κυρίως, την επιστημονική τεκμηρίωση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στη μελέτη “Τεκμηριώνοντας τα γεγονότα του Νοεμβρίου 1973”, έχουν καταγραφεί 24 πλήρως τεκμηριωμένες δολοφονίες, συν κατάλογος 16 περιπτώσεων που “προκύπτουν βασίμως” ως νεκροί. Επιπλέον 30 επώνυμες περιπτώσεις εμφανίζονται επίμονα ως νεκροί από το 1974 δίχως να έχουν τεκμηριωθεί. Εξάλλου, με βάση περιστατικά που καταγράφτηκαν σε νοσοκομεία, κλινικές, κ.ά. οι τραυματίες ανέρχονταν σε περίπου 2.000 (!).

Ακόμη, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση αμέσως μετά τα γεγονότα, αναφέρθηκαν 2.060 συλλήψεις (!), εκ των οποίων οι 868 στο Πολυτεχνείο».

* Αναδημοσίευση από το σημερινό newsletter του Documento