Το δώρο που δεν κοστίζει τίποτε

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πέρασε - για καλό - την πόρτα δημόσιου νοσοκομείου και ένιωσε καλύτερα μπαίνοντας, παρά βγαίνοντας.

Νίκος Παπαδογιάννης 04/02/2021 | 18:32

Η γιατρίνα που μου τηλεφώνησε τον Απρίλιο, άγνωστη σε μένα, ήταν προφανές ότι πλησίαζε στα όρια της απόγνωσης. Σχεδόν έκλαιγε.

«Βρήκαμε στα μητρώα μας ότι είστε αιμοδότης. Σας εκλιπαρώ εκ μέρους όλων εδώ στο νοσοκομείο, ελάτε όποτε μπορέσετε για να δώσετε λίγο αίμα. Δεν πατάει κανείς αυτές τις μέρες. Η κατάσταση είναι απελπιστική».

Επηρεασμένος ίσως από τον φόβο και την τρομολαγνεία της πρώτης καραντίνας, δεν πήγα. Ούτε με ξανακάλεσαν.

Φρόντισα τουλάχιστον να το διαδώσω σε όσους από κάποιο βίτσιο με ακολουθούν στα social media. Εννέα μήνες αργότερα, κατέφτασε, πλησίστιο, το κάρμα.

«Οι γιατροί δεν αναλαμβάνουν την επέμβαση αν δε δώσουμε πρώτα αίμα. Έτσι γίνεται πια σε όλα νοσοκομεία».

Και πολύ σωστά. Διότι δε γίνεται αλλιώς. Εάν περίμενε το σύστημα υγείας από το αίσθημα εθελοντισμού του Έλληνα, δεν θα είχε μείνει αίμα ούτε για τα βαμπίρ.

Το νοσοκομείο μύριζε σαν ξενοδοχείο. «Τέτοια καθαριότητα δεν έχω ούτε στο σπίτι μου», εξομολογήθηκε η νοσηλεύτρια που μου πήρε τα στοιχεία.

Ο γιατρός φορούσε διπλή μάσκα, όπως ο Τσιόδρας σήμερα στη Βουλή. «Κάποια στιγμή το είχαμε καθιερώσει, για πρόσθετη ασφάλεια. Τώρα πια είμαστε όλοι εμβολιασμένοι».

Τα είδα έξω τα γεροντάκια, να περιμένουν τη σειρά τους για να εμβολιαστούν ενάντια στον Covid-19. Μη φανταστείτε ότι γινόταν κανένας χαλασμός: ένας παππούς στο παγκάκι, μία γιαγιά όρθια μπροστά στην πόρτα, ένας μέσα, ένεκα του υποχρεωτικού ραντεβού.

«Δυστυχώς δεν έχουμε αρκετά εμβόλια για όλους, κοντεύουμε να ξεμείνουμε», μου είπαν στο γκισέ. «Δεν μας έφτανε η έλλειψη επάρκειας, έχουμε και τα ρουσφέτια των ημετέρων που καβαλάνε τη σειρά…».  

Για την αιμοδοσία δεν απαιτείται ραντεβού. Ερημιά, άλλωστε, στο αρμόδιο τμήμα. Και ας έχει δική του είσοδο για να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός με τυχόν ασθενείς.

Πώς είναι η προσέλευση εθελοντών αυτές τις μέρες;

«Χλιαρή. Χρειαζόμαστε περισσότερους για να καλυφθούν οι καθημερινές ανάγκες. Έχει αυξηθεί βεβαίως η ροή σε σχέση με την περασμένη άνοιξη, αλλά τώρα γίνονται και πολύ περισσότερα χειρουργεία. Η ζήτηση είναι πολύ μεγαλύτερη».

Μπορώ μήπως να δώσω διπλή δόση; Τι να το κάνω εγώ τόσο αίμα, μου περισσεύει! Δεν μπορούσα. Δε γίνονται αυτά.

«Αρχικά υπήρχε ο φόβος του αγνώστου, αλλά τώρα αυτό έχει ξεπεραστεί. Να πείτε στους αναγνώστες σας, ότι είναι πολύ πιο εύκολο να κολλήσει κάποιος τον ιό στο σούπερ μάρκετ ή στο μετρό, παρά στο νοσοκομείο. Τηρούμε τα μέτρα ασφαλείας τόσο σχολαστικά, που ο κίνδυνος είναι μηδαμινός. Τη μάσκα δεν την αποχωριζόμαστε ούτε για μια στιγμή».

Ένα ανώδυνο τσιμπηματάκι, δέκα λεπτά μετάγγισης, λίγη αποτρίχωση, μία σέλφι δύο γλυκά χαμόγελα και ξεμπερδέψαμε. Ήδη ανυπομονούσα για το τριγωνικό τυράκι και τον χυμό που κερνάνε για να καρδαμώσει ο οργανισμός.

Όπως πάντοτε, ένιωθα σαν να ζούσα την ωραιότερη μέρα της ζωής μου. Και όχι επειδή μου αρέσει το τυρί της αγελάδας που γελάει. 

Λίγο πριν σηκωθώ από την καρέκλα της φιλάνθρωπης ευεξίας, σήκωσα το βλέμμα προς την τηλεόραση και είδα τη μουτσούνα μου, από μία συνέντευξη που έδωσα στο δελτίο του ΑΝΤ1, για το θέμα της Σοφίας Μπεκατώρου.

Στην αίθουσα απλώθηκε γενική ευθυμία. Λίγο ακόμη και θα μου ζητούσε αυτόγραφο, ένα φανταράκι που έδινε αίμα. «Δεν έρχεσαι μαζί, να σε δει ο λοχαγός που έχει έρωτα με το μπάσκετ;»

Στα επόμενα λεπτά, έλαβον ένα «τώρα το θυμήθηκε;», ένα «κάποια σκοπιμότητα κρύβεται από πίσω», ένα «έχουμε και εμείς 1-2 ανώμαλους στο καράτε», ένα «μπράβο της, που άνοιξε τον δρόμο και για άλλα θύματα» και ένα «εγώ σιχαίνομαι τον Κιμούλη».

Με αποχαιρέτισαν, ψάλλοντας τα δώδεκα (και βάλε) ευαγγέλια ενάντια στην κυβέρνηση, «που προσλαμβάνει παπάδες και αστυνομικούς ενώ εμάς τους υγειονομικούς μας έχει του κλώτσου και του μπάτσου».

Σκέφτηκα να τους πω ότι ο Βασίλης Κικίλιας είναι φίλος μου, αλλά είπα να το αποφύγω, όσο υπήρχαν γύρω μου ψαλίδια, σύριγγες και νυστέρια.

Άλλωστε δεν τα είχαν μαζί του, αλλά με τους υψηλότερα ιστάμενους. Α, και με τους δημοσιογράφους. Ιδίως εκείνους που αποφεύγουν να δώσουν αίμα.

Λίγο πριν περάσω την εξώπορτα, είδα να καταφτάνει μία μάνα με δύο μικρά παιδιά. Κανένα από τα κουτσούβελα δεν φορούσε μάσκα.

Και γιατί, παρακαλώ, κυρία μου; Δεν τα λυπάστε τα μικρά σας;

«Δεν κολλάει ο ιός στα παιδιά, αγαπητέ. Άλλωστε, η μάσκα τα ασχημαίνει. Εγώ θέλω να βλέπω τα χαμόγελά τους.

Η επιστήμη σήκωσε τα χέρια ψηλά, σε σχήμα φάσκελου. Έριξα μια τελευταία ματιά στην τηλεόραση. «Σοκ στην Πάτρα, εννιάχρονος νοσεί από κορονοϊό», έγραφε η κάρτα. Τα χαμόγελα εξανεμίστηκαν μεμιάς.

Πηγή: gazzetta.gr 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr