Το δώρο ενός αλλήθωρου θεού

O Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι το σημαντικότερο πρόσωπο που αναδείχθηκε από τον ελληνικό αθλητισμό την τελευταία δεκαετία. Αλλά αυτό είναι το εύκολο και ανώδυνο συμπέρασμα.

Νίκος Παπαδογιάννης 24/12/2019 | 10:26

Το δύσπεπτο, για τον εσμό των νοικοκυραίων και της κανονικότητας, είναι η γενίκευση που ακολουθεί. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι το σημαντικότερο πρόσωπο που αναδείχθηκε από την ελληνική κοινωνία την τελευταία δεκαετία.

Ευτυχώς για όλους και κυρίως για τον ίδιο, αυτός ο ευλογημένος νέος κατόρθωσε ως εκ θαύματος να τρυπήσει το δίχτυ της απόρριψης, της καταστολής, του αποκλεισμού και της παρακμής. «Greek Freak», τον αποκαλούν στις ΗΠΑ. Το «freak» της υπόθεσης, έγκειται στη μεγάλη του απόδραση, από τον τόπο που τρώει τα παιδιά του και τα παιδιά των άλλων.

Στο ξεκίνημα της δεκαετίας, ο Γιάννης ήταν ένα λιπόσαρκο ψιλόλιγνο παλικαράκι 14-15 ετών. Τα πρωινά, έβγαινε στους δρόμους μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Θανάση, για να πουλήσουν μαζί όσα μπιχλιμπίδια έπεφταν στα χέρια τους. Τα απογεύματα έπαιζαν μπάσκετ στα ανοιχτά γήπεδα των Σεπολίων για να ξεχαστούν, με μισό σάντουιτς στο στομάχι, δώρο από την καλοσύνη των ξένων. Τα βράδια επέστρεφαν στο σπίτι για να μοιράσουν στην εξαμελή οικογένεια τα πενιχρά κέρδη. Τις νύχτες κρύβονταν για να μη πέσουν σε καμιά κακοτοπιά κατοικημένη από νεοφασίστες.

Πότε τους κυνηγούσαν οι μπάτσοι, πότε οι χρυσαυγίτες, πότε όλοι οι προαναφερθέντες μαζί. Πολλές φορές, ο Θανάσης και ο Γιάννης έμειναν νηστικοί. Προτεραιότητα στο φαγητό είχαν τα μικρότερα αδέλφια και οι γονείς. Όταν ο σημερινός βιονικός σούπερ σταρ ανακαλύφθηκε από «λαγωνικά» του μπάσκετ και υποβλήθηκε για πρώτη φορά σε ιατρικές εξετάσεις, έπασχε από αβιταμίνωση.

Ίσως αυτό να τον έκανε βιονικό. Η ανθεκτικότητα στις ακραίες κακουχίες.

Η Ελλάδα τον έσωσε, αλλά τον έσωσε μόνο όταν μυρίστηκε κέρδος. Ειδάλλως θα τον εξόριζε να λιώνει στο περιθώριο της κοινωνίας, μαζί με τα υπόλοιπα φαντάσματα. Μαζί με όσους δεν ξέρουν να σουτάρουν τρίποντα, δεν έχουν μπόι δυό μέτρα και κορμί λαμπάδα, δεν ξέρουν κάποια τέχνη ή επάγγελμα, δε βρίσκουν στον ήλιο μοίρα.

Η Ελλάδα της διάχυτης μισαλλοδοξίας έχει το θράσος να επαίρεται, για το χρυσό παιδί της. Και ο ίδιος ο Γιάννης, με τον αδαμάντινο χαρακτήρα που κληρονόμησε από τον συγχωρεμένο πατέρα του και την υπέροχη μάνα του, συγχωρεί τους πάντες. «Δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ προβλήματα, η Ελλάδα είναι ο τόπος που μας μεγάλωσε, ο τόπος μας», δηλώνει, εξανεμίζοντας το σύννεφο από το βλέμμα του.

Το χαμόγελο και τα λόγια του Γιάννη Αντετοκούνμπο διαφημίζουν αυτή την ταλαίπωρη χώρα όσο εκατό ΕΟΤ μαζεμένοι.  Στα μάτια του ανήξερου ξένου, φιλάθλου και όχι μόνο, η Ελλάδα μοιάζει με χώρα που εντάσσει ομαλά τους μετανάστες στον κοινωνικό ιστό της και απορροφά τη δυναμική τους δίχως να τους λοξοκοιτάζει. Πού να ήξεραν…

Ο Γιάννης είναι το καπριτσιόζικο δώρο κάποιου αλλήθωρου θεού στον Έλληνα, επειδή μας πιάνει από το χέρι και μας στήνει μπροστά στον καθρέφτη, ώστε να μελετήσουμε απρόθυμα το είδωλο του ειδώλου μας.

«Εάν δουλέψεις σκληρά και ταπεινά, μπορείς να φτάσεις στην κορυφή του κόσμου», μας λέει. «Εάν καταλάβεις ότι το χρώμα του δέρματος δεν παίζει ρόλο, θα ευτυχήσεις δίπλα στους συνανθρώπους σου και θα νιώσεις υπερηφάνεια για τον πρόοδό τους». «Εάν αρνηθείς το μίσος και τον φόβο, θα χαμογελάσεις καλύτερα». «Εάν απομονώσεις τις οπισθοδρομικές παθογένειες που κληρονόμησες από τον παππού σου, θα δεις τον ορίζοντα να ανοίγει». «Εάν βρεις τη μεγαλοψυχία για να συγχωρήσεις την κακία, θα λιώσεις τους πάγους και θα ζεσταθείς». «Εάν ανοίξεις το σπίτι σου στους πρόσφυγες και στους μετανάστες, θα βγεις ωφελημένος από τη συνύπαρξη μαζί τους».

Η προηγούμενη δεκαετία ξημέρωσε με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο πεινασμένο, απαισιόδοξο και τρομαγμένο. Η αυγή της επόμενης μπορεί να τον βρει σημαιοφόρο της ελληνικής αποστολής στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, σε σφιχτό εναγκαλισμό με το λάβαρο της χώρας που τόσο τον βασάνισε, πριν μυριστεί το εξωγήινο ταλέντο του.

Δε θα είναι η πρώτη φορά. Ο Γιάννης υπήρξε σημαιοφόρος και στα 16 του, σε κάποια παρέλαση της 25ης Μαρτίου, στου Ζωγράφου, ένας γίγαντας ανάμεσα σε μπόμπιρες. Ακόμα πιο παλιά, όταν ήταν ο ίδιος μπόμπιρας, η κυρία Βερόνικα τον έντυνε τσολιαδάκι και τον φωτογράφιζε, με την παραδοσιακή φορεσιά μίας χώρας που απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα από τον τόπο της.

Ακόμα και σήμερα, που εκόντες άκοντες συνηθίσαμε να ζούμε μαζί με τους μετανάστες, η εικόνα ενός μαύρου Έλληνα  σημαιοφόρου μοιάζει με καρφί στο μάτι των αμετανόητων φαιοχιτώνων και των φιλήσυχων νοικοκυραίων. Είναι ένα ενοχλητικό αγκάθι, στα πλευρά αυτών που βρυχώνται αγρίως και εκείνων που κοιμούνται μακαρίως.

Η εκτόξευση του Γιάννη Αντετοκούνμπο, με όσα αυτός συμβολίζει, ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσε να μας συμβεί, σε αυτή τη δεκαετία των αντιφάσεων και της κοινωνικής αποχαύνωσης. Ο Γιάννης δεν είναι «απλά» ο καλύτερος Έλληνας αθλητής των καιρών μας και ένας από τους κορυφαίους της υφηλίου, αλλά και ένα ζωντανό κοινωνικό έμβλημα.

Ένα αστραφτερό γαλόνι, στην κουρελιασμένη στολή μίας κοινωνίας που σπανίως αξίζει τέτοια μεγαλεία.