Η Δώρα Χρυσικού δημοσίευσε το ημερολόγιο της μητέρας της για τη Χούντα – «Θα μείνουμε όρθιοι Μάνα»

H ηθοποιός Δώρα Χρυσικού δημοσίευσε το ημερολόγιο της μητέρας της από τα βασανιστήρια του 1973. Δύο περιτυλίγματα σοκολάτας «ΙΟΝ» από το περίπτερο, όπου το διάστημα που παρέμεινε φυλακισμένη η 21χρονη Μέλπω Λεκατσά, που συνελήφθη λίγους μήνες μετά τα επεισόδια του Πολυτεχνείου, αποτέλεσαν το ημερολόγιό της, καταγράφοντας τον άγριο ξυλοδαρμό της.

Αποσπάσματα από τις διηγήσεις της φοιτήτριας στη Φαρμακευτική, Μέλπως Λεκατσά, η οποία βρισκόταν στο ιατρείο της Σχολής της τον Νοέμβριο του 1973, προσφέροντας τις πρώτες βοήθειες σε όσους είχαν ανάγκη, δημοσιεύει η «Εφημερίδα των Συντακτών». Σε μια πολύ συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικού δικτύου προχώρησε και η ηθοποιός Δώρα Χρυσικού, που αφορά μέρος της ιστορίας της μητέρας της, συνοδευόμενη από μερικές φωτογραφίες.

Η Μέλπω Λεκατσά φοιτούσε στο 3ο έτος της Φαρμακευτικής την ημέρα της εξέγερσης των φοιτητών του Πολυτεχνείου και βρισκόταν στο ιατρείο της Σχολής της, προσφέροντας τις πρώτες βοήθειες σε όσους είχαν ανάγκη. Η ίδια, συνελήφθη και βασανίστηκε στην απομόνωση του ΕΑΤ-ΕΣΑ επί σχεδόν τέσσερις μήνες, ενώ κρατούσε ημερολόγιο πάνω σε δύο περιτυλίγματα σοκολάτας «ΙΟΝ», όπου και κατέγραψε μεταξύ άλλων τον άγριο ξυλοδαρμό της.

Αναλυτικά:

«Οι γονείς μου ήταν και οι δύο δημοκρατικοί. Η μητέρα μου ήταν ΕΠΟΝίτισσα, από τα 14 στο βουνό, στη Λαμία, με μεγάλη δράση (ήταν στιγματισμένη αριστερή δηλαδή), και ο πατέρας μου ΕΑΜίτης, από μια πιο μεσοαστική οικογένεια, βενιζελικών. Ο ίδιος ήταν φοιτητής της Νομικής τότε και διαφώνησε στο θέμα του Σιάντου και έτσι αναγκάστηκε σχεδόν να πάει με τον Ζέρβα. Όταν έγινε δικτατορία, ήμουν στην τετάρτη Γυμνασίου (πρώτη Λυκείου σήμερα) και θυμάμαι τη μητέρα μου να τραβάει στην κυριολεξία τα μαλλιά της!

Η δικτατορία έφερε μεγάλη στενοχώρια και σκοτεινιά και στο σπίτι μας. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο το 1970-1971, στη Φαρμακευτική. Ήταν δύσκολο να μάθουμε αν υπήρχε κάποια αντίσταση, καθώς οι πρώτοι αντιδικτατορικοί αγωνιστές είχαν ήδη πιαστεί και φυλακιστεί. Τότε είχα πάρει και τους πρώτους δίσκους Χατζιδάκι και Θεοδωράκη και ξεκίνησα να διαβάζω και κάποια πολιτικά βιβλία: θυμάμαι πως πήγαινα σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, Ιπποκράτους και Σόλωνος, έλεγα ένα συνθηματικό και μπορούσα να βρω κάποια βιβλία. Νομίζω πως έπιασαν το κορίτσι που δούλευε εκεί τελικά…

Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο, υπήρχε μια διάχυτη σιωπή και απόλυτη επιφυλακτικότητα. Δε μιλούσε κανένας. Κάποια στιγμή, μαθαίνω πως με είχαν διορίσει στο Συμβούλιο των Φοιτητών. Θυμάμαι πως πήγα στη Φοιτητική Λέσχη, είδα το χαρτί με το όνομά μου, το πήρα και το πέταξα κάτω. Δεν πρόλαβα να βγω έξω και δύο ασφαλίτες με έπιασαν κατευθείαν και με πήγαν στον Καλύβα, στην Ασφάλεια. “Εμείς σε τιμήσαμε με το να σε βάλουμε στο Συμβούλιο κι εσύ σκίζεις το χαρτί; Σεβαστήκαμε τον πατέρα σου, που ήταν αγωνιστής του Ζέρβα και εθνικόφρων, κι εσύ φέρεσαι έτσι;” μου είπε ο Καλύβας. Αυτοί νόμιζαν ότι επειδή ο πατέρας μου πήγε στον Ζέρβα, ήταν ντε και καλά δικός τους. “Δεν ξέρω τι νομίζετε για τον πατέρα μου, αλλά εγώ σε Συμβούλιο χωρίς εκλογές δεν μπαίνω”. Ε, αυτή η φράση ήταν η μοιραία. Άρχισε το ξύλο και το βρισίδι και με βάζουν στο στόχαστρο. Ηταν 1972.

Με έπιασε μανία να μάθω για όλες τις αριστερές ιδεολογίες τότε. Ήθελα να μάθω ποια ήταν η Λούξεμπουργκ (που δεν είχα ιδέα), ο Μάο, ο Τρότσκι. Ήθελα να διαβάσω και το “Κεφάλαιο” του Μαρξ, αλλά δεν είχα λεφτά να το πάρω και δανείστηκα… Ωστόσο τα γεγονότα μάς πρόλαβαν στο διάβασμα. Το 1973 άρχισαν οι συλλήψεις και οι αναγκαστικές στρατεύσεις των φοιτητών. Τον Φεβρουάριο έγινε και η κατάληψη της Νομικής. Ωστόσο η “Νομική” δεν μπόρεσε να καρποφορήσει σε κάτι μεγαλύτερο, γιατί μας έκοψαν το νερό και εμείς μπήκαμε μέσα απροετοίμαστοι. Είχε πάρα πολύ κρύο (θυμάμαι πως έβγαλα μία μοκέτα απ’ το πάτωμα να ρίξω επάνω μου), δεν είχαμε φαγητό και νερό, οπότε δεν μπορούσε να κρατηθεί ο κόσμος μέσα. Ωστόσο, αυτές οι δυο μέρες ήταν πολύ σημαντικές, γιατί γίνονταν συνελεύσεις, ανεβαίναμε στην ταράτσα, χορεύαμε και το γεγονός πήρε διαστάσεις γιατί βγήκαν βίντεο και φωτογραφίες.

Αν και ποτέ δεν εντάχθηκα σε κάποιο κόμμα ή οργάνωση, είχα πάρει απόφαση ότι δε θα ανεχόμουν όλα όσα συνέβαιναν. Η αδερφή μου είχε γραφομηχανή και βγάζαμε προκηρύξεις, τις έβαζα στη φόδρα από το παλτό μου κι εκεί που περπατούσα την ξήλωνα και αυτές φεύγανε στον δρόμο. Κάναμε κάποια μικροπράγματα δηλαδή, αλλά το κυριότερο ήταν πως αρχίσαμε να μιλάμε ο ένας με τον άλλο! Τότε υπήρχε κυρίως η ΑΑΣΠΕ (Αντιφασιστική Αντιιμπεριαλιστική Σπουδαστική Παράταξη Ελλάδας) του ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας) και η Πανσπουδαστική από το ΚΚΕ στα πανεπιστήμια και ο Ρήγας Φεραίος φυσικά. Βοηθούσα σε ό,τι χρειαζόταν παντού, χωρίς να είμαι οργανωμένη. Στις 8 Μαΐου 1973 ήταν η μαύρη μέρα για τους φοιτητές, καθώς για πρώτη φορά το καθεστώς απροκάλυπτα συλλαμβάνει το βράδυ περίπου 38 φοιτητές και τους οδηγεί στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και στο ΚΕΣΑ (ένα Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικής Αστυνομίας, όπου βασάνιζαν πολύ) και αλλού. Βλέπεις, το ΕΑΤ-ΕΣΑ δεν είχε αρκετά κελιά. Εμένα δε με έπιασαν, γιατί με ειδοποίησαν και είχα φύγει από το σπίτι.

Στις 14 Νοέμβρη 1973 μπήκαμε στο Πολυτεχνείο για να κάνουμε τις πρώτες ελεύθερες φοιτητικές εκλογές. Σκοπός μας ήταν ωστόσο η κατάληψη. Έγινε η Επιτροπή Αγώνα και οργανωθήκαμε τρομακτικά καλά (με καμία καταστροφή του χώρου!). Ο ραδιοσταθμός ήταν καθοριστικής σημασίας, γιατί έφερε κοντά μας εργάτες και μαθητές. Θέλω να το τονίσω αυτό: η εξέγερση του Πολυτεχνείου ξεπέρασε τους πάντες! Ήταν μια αριστερή εξέγερση (εγώ τουλάχιστον δεν ήξερα κανέναν δεξιό εκεί μέσα), πάνω και πέρα από κόμματα. Ήταν μια συλλογική αριστερή εξέγερση. Μια προσπάθεια να αντισταθούμε στο καθεστώς, έχοντας όμως τη σφραγίδα του αυθόρμητου. Ξεκίνησε οργανωμένο, αλλά μας ξεπέρασε όλους. Ήμουν υπεύθυνη στο ιατρείο και το φαρμακείο (αργότερα αναγνώρισα σε φωτογραφίες τα γράμματά μου στις λέξεις “Ιατρείο/Φαρμακείο”) και έδινα τις πρώτες βοήθειες, μέχρι και χειρουργεία έκανα – είχαμε τρομακτική οργάνωση (προμήθειες, μαγειρείο, ζεστά ρούχα κ.λπ.).

Εκείνη τη μέρα γλίτωσα και βγήκα στην παρανομία μαζί με τους Γιώργο Παριανό και Σπύρο Γεωργάτο. Μας έπιασαν παραμονή Χριστουγέννων από Αμοργού 19 (απέναντι από το σημερινό Θέατρο Χώρα) από ένα τηλέφωνο που έγινε και παρακολουθούνταν. Μας πήγαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Άκουγα τις φωνές τους από τα διπλανά κελιά.

Έμεινα τρεισήμισι μήνες στην απομόνωση. Μικρό κελί, χωρίς φως και πολύ κρύο (είχε χιονίσει τον χειμώνα του 1974). Ακόμα και το να πάω τουαλέτα ήταν βασανιστήριο. Με έπιασαν με ένα νυχτικό και τελευταία στιγμή η κυρία του σπιτιού που ήμουν, μου πέταξε ένα ελαφρύ πανωφόρι. Πολύ κρύο, πολύ ξύλο και βρισίδι. Σε υποτιμούσαν τραγικά ως άνθρωπο. Τις γυναίκες μάς φέρονταν λες και είχαμε κάνει πιάτσα. Κάποια στιγμή είδα τον Σταύρο Παράβα, θυμάμαι, για λίγο, για ανάκριση, αλλά άνθρωπο δεν έβλεπα για μήνες. Μόνο ανακριτές και βασανιστές (ο Τζάλας ήταν φριχτός). Μια φορά ήταν να έρθουν οι δικοί μου και με άφησαν να κάνω ένα μπάνιο. Ημουν ήδη ενάμιση μήνα εκεί. Χωρίς σαπούνι, με παγωμένο νερό, μες στον χειμώνα, με τους ασφαλίτες να με κοιτάζουν, να καπνίζουν και να γελάνε, σε ένα παράπηγμα (εκεί που τώρα είναι ένα καφέ στο ΕΑΤ-ΕΣΑ). Ακόμα θυμάμαι αυτό το βλέμμα πολύ καθαρά… Δεν ένιωθα άνθρωπος. Δεν ήσουν πια άνθρωπος. Ζώα, αγρίμια γινόμασταν. Μόνο να επιβιώσουμε και να μη σπάσουμε σκεφτόμασταν…

Έναν από αυτούς τον είδα χρόνια μετά, στο φαρμακείο μου, ως πελάτη. Με αναγνώρισε. Είπε “συγγνώμη”, έχω συγχωρέσει, αλλά ακόμη κι αν λένε πως ήταν αναγκασμένοι να βασανίσουν, θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να μην είναι τόσο σκληρό το ξύλο. Θυμάμαι πως από μια τρυπούλα στην πόρτα του κελιού είδα τον Γεωργάτο να τον κουβαλάνε, μαύρο κυριολεκτικά από το ξύλο.

Είχα λιποθυμήσει και ο γιατρός είπε να μου δώσουν μια σοκολάτα. Έκλεψα ένα στιλό από το γραφείο του ανακριτή και έγραφα εκεί. Το έχω κρατήσει.

Με ρωτάς για το σήμερα. Δεν έχω δικαίωμα να είμαι απογοητευμένη. Ζήσαμε την εξέγερση, που ήταν ένα θαύμα! Ξεπεράσαμε τον εαυτό μας, αγωνιζόμασταν για υψηλές αξίες: Ψωμί (κοινωνική δικαιοσύνη δηλαδή) – Παιδεία (μόρφωση και πολιτισμό) – Ελευθερία! Δεν έριξε το Πολυτεχνείο τη χούντα, αλλά έκανε ρωγμή. Στην ίδια την Ιστορία. Ο κόσμος, όσος κόσμος ήθελε, ξύπνησε. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο μετά.

Στο Πολυτεχνείο φοβόμασταν, αλλά αυτό το “όλοι μαζί” μας έκανε και ξεπερνούσαμε κάθε φόβο και αμφιβολία. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω – ήταν το κάτι άλλο! Ήμασταν περιορισμένοι αλλά ελεύθεροι. Σαν τους Μεσολογγίτες. Το Πολυτεχνείο τούς πόνεσε πολύ και πονάει τη Δεξιά και την Ακροδεξιά και έως σήμερα. Γιατί φάνηκε πως έστω και μια χούφτα άνθρωποι, όλοι μαζί όμως, μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα θαύμα μέσα στην κόλαση. Θαύμα ήταν! Και τους πονάει γιατί δεν μπόρεσαν ούτε να το αποτρέψουν ούτε να το χειραγωγήσουν. Πάντοτε οι πρωτοπορίες είναι που αντιδρούν. Οι άλλοι ή θα ακολουθήσουν ή θα μείνουν σιωπηλοί. Προσωπικά, είμαι έτοιμη να ξαναβγώ στους δρόμους, γιατί έχει παραξεφύγει το πράγμα. Πρέπει να δοθεί μια ηχηρή απάντηση».

Η ανάρτηση της Δώρας Χρυσικού:

«Η « Χούντα δεν μπορεί να νικήσει μια Αμαζόνα» γράφει ο George Paxinos στο μυθιστόρημα του για τη Λορένα, την δική μας Melpo Lekatsa, τη μαμά μου. Η ζωή μας πάντα με τη στάμπα του Νοέμβρη θα είναι. 49 χρόνια κλείνουν από τότε κι εγώ είμαι ήδη 45 , κι αδερφή μου στα 30 . Τους νίκησες κρινάκι μου. Και το μαρμαρο που έβλεπες στον ύπνο σου οτι γεννάς έγινε μωρό το 1977. Στα 21 φυλακή στα 24 μητέρα. Η ζωή που νίκησε το φόβο και το ξύλο. Πάντα θα νικάς. Το έμαθες από τότε που έσφιγγες τα δόντια για να μην προδώσεις τους συντρόφους σου. Κι εγώ πάντα θα μαι εκείνο το μικρό κορίτσι που κάθε 17 Νοέμβρη σε έβλεπα μυθικά πελώρια ζητώντας σου αντι για παραμύθια να μου διαβάζεις το ημερολόγιο της φυλακής πάνω σε χαρτί από ΙΩΝ αμυγδαλου, κι ας μην καταλάβαινα πολλά από λευτεριά και αγώνα. Με τα χρόνια έμαθα να σιωπώ αυτή τη μέρα, προσπαθώντας να μην ραγίσω τη θλίψη σου, κι έμαθα μέσα από σένα ο Νοέμβρης τι σημαίνει….. Θέλω να σου πω πως τιποτα από όσα έκανες δεν ήταν μάταιο κι ας μοίαζει έτσι. Νέα παιδιά θα ξεκινήσουν τους νέους αγώνες. Κάθε γενιά καλειται να δώσει τον δικο της αγώνα. Το κόκκινο σάλι σου απλώθηκε στον χρόνο , σύμβολο αγώνα και αξιοπρέπειας. Κι ο Νοέμβρης εκείνος πάντα θα βάζει φωτιά στα όνειρά μας. Θα μείνουμε όρθιοι Μάνα.
Σ ευχαριστώ για ολα! Σ αγαπώ.
«Νιώθω σπασμούς σ’ όλο μου το σώμα. Είμαι τρομερά αδύναμη. Τα
πόδια μου είναι σε τραγικά χάλια. Μελανιασμένα, δεν με κρατούν ούτε να φτάσω
μέχρι τις τουαλέτες. Επειδή κουράστηκαν να με σέρνουν μου έδωσαν ένα
σκουριασμένο τενεκεδάκι να εξυπηρετούμαι μόνη μου. Πονάω παντού και κυρίως στο
κεφάλι. Τ’ αυτιά μου βουίζουν. Σχεδόν δεν ακούω. Συγκριτικά αυτό είναι
πλεονέκτημα για να μην τρελαίνομαι από τα ουρλιαχτά του πόνου και της
απελπισίας που με ζώνουν. Χθες έδερναν αλύπητα τον Σπύρο τον Γεωργάτο. Αδύναμη
να πράξω οτιδήποτε. Παρακαλούσα τον Θεό να του δίνει κουράγιο».
Μέλπω Λεκατσά