Δημοσκόπηση Reuters: Οι περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι στηρίζουν ακόμα τον Τραμπ και τα fake news του

Οκτώ στους δέκα Ρεπουμπλικάνους στηρίζουν ακόμη τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ οι μισοί υιοθετούν τα fake news για την εισβολή στο Καπιτώλιο

NewsRoom 05/04/2021 | 16:09

Από την αιματηρή επίθεση της 6ης Ιανουαρίου κατά του Καπιτωλίου, ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και οι ρεπουμπλικανοί σύμμαχοί του προώθησαν ψευδείς και παραπλανητικές αναφορές προκειμένου να υποβαθμίσουν το περιστατικό που είχε ως αποτέλεσμα πέντε άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και δεκάδες να τραυματιστούν. Οι υποστηρικτές του φάνηκε ότι τον άκουσαν.

Τρεις μήνες μετά την εισβολή πλήθους υποστηρικτών του Τραμπ στο Καπιτώλιο με στόχο να προσπαθήσουν να ανατρέψουν την ήττα του στις εκλογές του Νοεμβρίου, περίπου οι μισοί από τους Ρεπουμπλικάνους πιστεύουν ότι η πολιορκία ήταν κατά βάση μια μη βίαιη διαδήλωση ή ήταν έργο αριστερών ακτιβιστών «που προσπαθούσαν να εμφανίσουν τον Τραμπ ως κακό», σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση της Reuters/Ipsos.

Έξι στους 10 Ρεπουμπλικάνους πιστεύουν επίσης ότι τον ψευδή ισχυρισμό που διατύπωσε ο Τραμπ ότι «του έκλεψαν» τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου λόγω εκτεταμένης εκλογικής νοθείας, και το ίδιο ποσοστό Ρεπουμπλικάνων θεωρούν ότι θα πρέπει να είναι και πάλι υποψήφιος το 2024, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας που διενεργήθηκε στις 30-31 Μαρτίου.

Μετά την επίθεση στο Καπιτώλιο, ο Τραμπ, πολλοί από τους συμμάχους του εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και προσωπικότητες σε δεξιά μέσα ενημέρωσης έχουν δημοσίως σκιαγραφήσει μια εικόνα για τα γεγονότα εκείνης της ημέρες που έρχονται σε κραυγαλέα αντίθεση με την πραγματικότητα.

Εκατοντάδες από τους υποστηρικτές του Τραμπ, που κινητοποιήθηκαν από τους ψευδείς ισχυρισμούς του πρώην προέδρου για εκλογές που «κλάπηκαν», σκαρφάλωσαν τοίχους στο κτίριο του Καπιτωλίου και έσπασαν παράθυρα για να μπουν σε αυτό ενώ οι βουλευτές που ήταν μέσα ψήφιζαν για να επικυρώσουν την εκλογική νίκη του προέδρου Τζο Μπάιντεν. Οι ταραξίες περιελάμβαναν επίσης γνωστές οργανώσεις υπέρ της υπεροχής των λευκών, όπως η Proud Boys.

Σε πρόσφατη συνέντευξη στο Fox News, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ταραξίες αποτέλεσαν «μηδενική απειλή». Άλλοι γνωστοί Ρεπουμπλικάνοι, όπως ο γερουσιαστής Ρον Τζόνσον από το Γουισκόνσιν, έχουν δημοσίως εκφράσει αμφιβολίες για το εάν πίσω από τις ταραχές βρίσκονται υποστηρικτές του Τραμπ.

Τον περασμένο μήνα, 12 Ρεπουμπλικάνοι στη Βουλή των Αντιπρόσωπων τάχθηκαν κατά ψηφίσματος προς τιμήν των αστυνομικών του Καπιτωλίου που υπερασπίστηκαν το κτίριο κατά τη διάρκεια της εφόδου, με έναν βουλευτή να υποστηρίζει ότι αντιτίθεται στη χρήση της λέξης «στάση» για να περιγραφεί το περιστατικό.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, ένας μεγάλος αριθμός των απλών μελών του Ρεπουμπλικανικού κόμματος έχουν υιοθετήσει αυτό το μύθευμα. Ενώ το 59% όλων των Αμερικανών υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ φέρει κάποια ευθύνη για την επίθεση, μόνο τρεις στους δέκα Ρεπουμπλικάνους συμφωνούν με αυτό. Οκτώ στους δέκα Δημοκρατικούς και έξι στους 10 ανεξάρτητους απορρίπτουν τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι η πολιορκία στο Καπιτώλιο ήταν «κυρίως ειρηνική» ή ότι έγινε από αριστερούς διαδηλωτές.

«Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν τη δική τους εκδοχή της πραγματικότητας», δήλωσε ο Τζον Γκιρ, ειδικός σε θέμα κοινής γνώμης στο πανεπιστήμιο Vanderbilt University. «Είναι τεράστιο πρόβλημα. Η δημοκρατία απαιτεί λογοδοσία και η λογοδοσία απαιτεί αποδείξεις».

Η άρνηση του Τραμπ και επιφανών Ρεπουμπλικάνων να αποκηρύξουν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου αυξάνει την πιθανότητα να συμβεί και πάλι παρόμοιο περιστατικό, δήλωσε η Σούζαν Κορκ, διευθύντρια του Intelligence Project στην οργάνωση νομικής υπεράσπισης Southern Poverty Law Center, που παρακολουθεί την κινητικότητα ομάδων μίσους.

«Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος –να θεωρηθεί κανονικότητα αυτή η συμπεριφορά», δήλωσε η Κόρκ. «Πιστεύω πράγματι ότι πρόκειται να δούμε περισσότερη βία».

Σε μια νέα υπενθύμιση των απειλών στην ασφάλεια που αντιμετωπίζει το αμερικανικό Καπιτώλιο μετά την 6η Ιανουαρίου, ο οδηγός ενός αυτοκινήτου έριξε το όχημά του πάνω σε αστυνομικούς της φρουράς του Καπιτωλίου την Παρασκευή, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας έναν άλλο, προτού πέσει νεκρός από πυρά των δυνάμεων επιβολής της τάξης.

Η Αλι Κάρολ, εκπρόσωπος της Ρεπουμπλικανικής Εθνικής Επιτροπής, δήλωσε ότι τα μέλη της καταδίκασαν της επίθεση στο Καπιτώλιο και αναφέρθηκε σε ανακοίνωση της 13ης Ιανουαρίου από την πρόεδρο Ρόνα ΜακΝτάνιελ. «Η βία δεν έχει θέση στα πολιτικά μας πράγματα…Αυτοί που πήραν μέρος στην επίθεση στο Καπιτώλιο του έθνους μας και αυτοί που συνεχίζουν να απειλούν με βία θα πρέπει να βρεθούν, να λογοδοτήσουν και να διωχθούν στο μέγιστο βαθμό που επιτρέπει ο νόμος», δήλωσε η ΜακΝτάνιελ. Εκπρόσωπος του Τραμπ δεν απάντησε σε αιτήματα για σχόλιο.

«Επικίνδυνη ερμηνεία της πραγματικότητας»

Η εκστρατεία παραπληροφόρησης με στόχο να υποβαθμιστεί η ανταρσία και ο ρόλος του Τραμπ σε αυτή αποτυπώνει αυξανόμενη συναίνεση εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ότι οι τύχες του παραμένουν δεμένες με τον Τραμπ και την πιστή του βάση, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές.

Σύμφωνα με τη νεότερη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, ο Τραμπ παραμένει η πλέον δημοφιλής προσωπικότητα εντός του κόμματος, με 8 στους 10 Ρεπουμπλικάνους να συνεχίζουν να έχουν ευνοϊκή άποψη για τον ίδιο.

«Οι Ρεπουμπλικάνοι του Κογκρέσου έχουν εκτιμήσει ότι χρειάζονται να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τους ψηφοφόρους του Τραμπ για να κερδίσουν», δήλωσε ο Τιμ Μίλερ, πρώην εκπρόσωπος του υποψήφιου για το προεδρικό χρίσμα του ρεπουμπλικανικού κόμματος Τζεμπ Μπους. «Ότι αυτός είναι ο δρόμος που θα οδηγήσει πίσω στην πλειοψηφία».

Οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο δεν φαίνεται να έχουν απομακρυνθεί ιδιαίτερα από τον Τραμπ. Αμέσως μετά την αιματηρή πολιορκία στο Καπιτώλιο, 147 Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές τάχθηκαν κατά της επικύρωσης της εκλογικής νίκης του Μπάιντεν. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, που τελεί υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, παρέπεμψε τον Τραμπ με το ερώτημα της καθαίρεσης για «υποκίνηση ανταρσίας», με αποτέλεσμα να καταστεί ο μοναδικός Αμερικανός πρόεδρος που παραπέμπεται δύο φορές, ωστόσο στη συνεχεία η Γερουσία τον απήλλαξε σε δίκη από την κατηγορία αυτή.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Ρεπουμπλικάνος, μέλος του Κογκρέσου, Τζιμ Μπανκς από τη Ιντιάνα δήλωσε ότι το κόμμα πρέπει να φροντίσει τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης που αποτελούν την πολιτική βάση του Τραμπ ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών της επόμενης χρονιάς που θα καθορίζουν ποιος θα έχει τον έλεγχο του Κογκρέσου.

«Τα μέλη που θέλουν να αντικαταστήσουν τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξεης διότι απεχθάνονται τον αντίκτυπο του προέδρου Τραμπ…κάνουν λάθος», έγραψε ο Μπανκς σε σημείωμά του προς τον Κέβιν ΜακΚάρθι, επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στην Βουλή των Αντιπροσώπων, αποσπάσπασμα του οποίου ανήρτησε ο ίδιος στο Twitter.

Στη νεότερη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, μόνο 3 περίπου στους 10 ανεξάρτητους δήλωσαν ότι έχουν θετική γνώμη για τον Τραμπ, ένα από τα πιο χαμηλά ποσοστά που έχει καταγραφεί από τότε που ήταν πρόεδρος. Οι περισσότεροι Αμερικανοί –περίπου 60%-- πιστεύουν επίσης ότι ο Μπάιντεν κέρδισε δίκαια τις εκλογές του Νοεμβρίου και είπαν ότι ο Τραμπ δεν θα πρέπει να είναι ξανά υποψήφιος.

Ο βουλευτής Άνταμ Κίνζιγκερ του Ιλινόις, ένας από τους κορυφαίους Ρεπουμπιλάκους επικριτές του Τραμπ στο Κογκρέσο, έχει ασκήσει κριτική στις πιέσεις να ξαναγραφτεί η Ιστορία της επίθεσης στο Καπιτώλιο.

Η προσπάθεια παραπληροφόρησης είναι «μια τόσο επικίνδυνη, αηδιαστική ερμηνεία της πραγματικότητας», έγραψε ο Κίνιζγκερ σε μια έκκληση για τη συγκέντρωση πόρων προς τους υποστηρικτές του τον περασμένο μήνα, «και αυτό που είναι χειρότερο είναι πως τόσοι πολλοί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν την αμφισβητούν».

Η ευκαιρία για να αποστασιοποιηθεί το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα από τον Τραμπ φαίνεται να έχει χαθεί, δήλωσε ο Μίλερ.

«Υπήρχε μια ευκαιρία μετά την 6η Ιανουαρίου για τους επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών να πατήσουν πόδι και να πουν ‘Δεν μπορούμε να είμαστε το κόμμα των στασιαστών’», δήλωσε. «Τώρα αυτή η ευκαιρία χάθηκε τελείως».

Η δημοσκόπηση Reuters/Ipsos διενεργήθηκε διαδικτυακά, στην αγγλική γλώσσα, σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ στις 30-31 Μαρτίου συγκεντρώνοντας τις απαντήσεις 1.005 ενηλίκων.