Δημήτρης Μητσοτάκης: «Η αβεβαιότητα προκαλεί βία και χειραγωγεί»

Ο συνθέτης, στιχουργός και συγγραφέας μιλάει για την «Κυρά Κατίνα», την αντιπολεμική συναυλία και τους προλετάριους της εποχής μας.

Ηλέκτρα Ζαργάνη 09/05/2022 | 15:43

Συνάντησα τον ∆ηµήτρη Μητσοτάκη σε ένα καφέ στη Φωκίωνος Νέγρη µε αφορµή τη συναυλία του στο Faust. Μιλήσαµε για την ιστορία της «Κυρά Κατίνας» και την αντιπολεµική συναυλία στα Προπύλαια, την εργατική τάξη της εποχής που διανύουµε, την περίοδο των Ενδελέχεια και τα πειράγµατα για τη συνωνυµία µε τον πρωθυπουργό. Η αγάπη του για ετερόκλητα ακούσµατα –από τα προπολεµικά ρεµπέτικα µέχρι τα παραδοσιακά τραγούδια των ακριτικών περιοχών– απελευθερώνει τη φαντασία και την γκάµα των µουσικών του συνθέσεων. Αυτή την περίοδο προετοιµάζεται για µια σειρά από καλοκαιρινές εµφανίσεις, ενώ πριν από λίγες µέρες κυκλοφόρησε και το τελευταίο του βιβλίο µε τίτλο «Ο καιρός άλλαζε» από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ας ξεκινήσουµε από τα τραγούδια που ανεβάζεις συχνά στο διαδίκτυο. 

Αυτή η ιστορία ξεκίνησε από τον Γενάρη του 2017. Αρχισα να ανεβάζω ένα κοµµάτι κάθε δυο τρεις µήνες και δεν σταµάτησα ποτέ από τότε. Αρκετά από αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Ηταν µια αρκετά παραγωγική περίοδος για µένα. ∆εν είµαι ο άνθρωπος που θα κάτσει να κοιτάει το ταβάνι. Eγραψα αρκετά κοµµάτια, τα ενορχήστρωσα και τα ηχογράφησα.

Στα τραγούδια σου υπάρχει μεγάλη γκάμα από μουσικές συνθέσεις: παραδοσιακά, τζαζ, ρεμπέτικα και ροκ στοιχεία. Πώς τα συνδυάζεις;

Όλες αυτές είναι μουσικές που αγαπάω και έχω μελετήσει στο παρελθόν. Ειδικά με το ρεμπέτικο τραγούδι ασχολήθηκα πολύ πριν από τη δημιουργία των Ενδελέχεια. Τα παραδοσιακά ακούσματα –  κυρίως των ακριτικών περιοχών της Ελλάδος – με γοητεύουν ιδιαίτερα. Είναι βιώματα που βγαίνουν μέσα από τη μουσική μου και δεν τα περιορίζω. Για αυτό υπάρχει μεγάλη γκάμα σε αυτές τις συνθέσεις. Όταν άρχισα να παίζω και να ενορχηστρώνω μόνος μου τα κομμάτια, έξω από τη σταθερή σύνθεση ενός γκρουπ, άφησα αυτά τα στοιχεία πιο ελεύθερα. Χρησιμοποίησα γκάιντα, βιολί, μπαγλαμά, κλαρίνο, όποιο όργανο θεωρούσα ότι ζητάει το κομμάτι.

Σε απελευθέρωσε το γεγονός ότι μπόρεσες να ενσωματώσεις πιο έντονα τα δικά σου ακούσματα μετά το τέλος των Ενδελέχεια;

Θα έλεγα πως ναι. Πιστεύω ότι συνειδητά έκανα αυτά τα βήματα και σκόπιμα άρχισα να μεταπηδάω από το ένα μουσικό στυλ στο άλλο χωρίς να με ενδιαφέρουν οι επιπτώσεις. Γνωρίζω πως όταν κάνεις τέτοια άλματα τα πληρώνεις κιόλας. Τα σπάω και πληρώνω που λένε. Αυτό συμβαίνει γιατί όταν πειραματίζεσαι με διαφορετικά μουσικά είδη αποπροσανατολίζεις το σφιχτό κοινό. Οι Ενδελέχεια είχαν ροκ προφίλ και η δική μου στροφή μπορεί να ξενέρωσε τους ροκάδες. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος με διαφορετικά ακούσματα δεν έρχεται εύκολα σε συναυλίες αν έχει συνδέσει τον δημιουργό με το ροκ ρεπερτόριο. Μπερδεύεις το ακροατήριο με αυτόν τον τρόπο, αλλά έτσι είμαι από μικρός, τι να κάνω;

Σου λείπει αυτή η εποχή;

Δεν είμαι εραστής της νοσταλγίας. Τη θεωρώ κακό σύμβουλο. Θυμάμαι όλα όσα έζησα με χαρά, μπορώ να τα διηγούμαι όπως κάνω και αυτή τη στιγμή, αλλά δεν νοσταλγώ το παρελθόν. Αυτή η περιβόητη αισιοδοξία της ανάμνησης μας οδηγεί στο να ωραιοποιούμε καταστάσεις και να απωθούμε τις άσχημες στιγμές. Μιλάμε για τη σπουδαία ροκ σκηνή της δεκαετίας του ’90, ξεχνάμε όμως τα σκουπίδια εκείνης της εποχής. Ο χρόνος έχει αυτή τη δύναμη. Σαρώνει τις ασχήμιες και μένει στη μνήμη μας μόνο ο ανθός. Δεν θα πέσω ποτέ στη λούμπα να ωραιοποιήσω καταστάσεις επειδή τότε ήμουν νέος και ζούσα πιο έντονα τις στιγμές. Υπήρχαν άσχημα γεγονότα, προβλήματα, κοινωνικές ταραχές, δεν ήταν όλα ιδανικά.

Ποια ήταν τα ροκ στέκια της εποχής;

Εγώ είμαι ιδιαίτερη περίπτωση γιατί δεν πήγαινα ποτέ σε μπαρ. Δεν σύχναζα σε τέτοιου είδους στέκια παρά μόνο σε δύσκολες προσωπικές στιγμές. Είμαι άνθρωπος της ταβέρνας και του σπιτιού. Προτιμώ τις συνάξεις και τα μαγειρέματα με φίλους. Ετσι ήμουν από πιτσιρικάς και δεν άλλαξα στην πορεία. Ένα ιστορικό συναυλιακό στέκι της εποχής ήταν το «Ρόδον» και ο Μύλος στη Θεσσαλονίκη. Εκεί πραγματοποιήθηκε και η τελευταία συναυλία μας.

Πώς αντιμετωπίζεις τα αστεία και τον χαβαλέ γύρω από το όνομα σου και τη συνωνυμία με τον πρωθυπουργό;

Με κουράζει κάποιες φορές αυτή η ιστορία. Ζω σε αυτή τη φάση εδώ και πολλές δεκαετίες από τότε που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δημιούργησε το Κόμμα Νεοφιλελεύθερων.  Έχω περάσει από όλα τα στάδια. Εχω βαρεθεί, έχω κουραστεί, έχω γελάσει, έχω απαντήσει με χιούμορ. Το πιο σοβαρό που έχω πει γύρω από αυτό είναι ότι κληρονόμησα το επίθετο από τον πατέρα μου ο οποίος πέθανε πολύ νέος και με αυτό τον τρόπο τον μνημονεύω. Είχα γράψει πως όταν κάτι σκονίζεται δεν το πετάς, αλλά αν το αγαπάς προσπαθείς να το κρατήσεις και να το ξεσκονίσεις από την αρχή. Ας το αλλάξουν οι άλλοι.

Σε αρκετά κοµµάτια αγγίζεις κοινωνικά και καθηµερινά ζητήµατα. Ενα από αυτά είναι και η «Κυρά Κατίνα» που έχει αγαπηθεί πολύ από τον κόσµο. Είναι ένα τραγούδι που αναφέρεται πρώτα απ’ όλα στο προσφυγικό όπως το καταλαβαίνουµε και το αντιλαµβανόµαστε όλοι. Με παρακίνησε το γεγονός ότι µένω στην Κυψέλη και χρησιµοποιώ τρόλεϊ για τις µετακινήσεις µου. Το µεγαλύτερο κοµµάτι των επιβατών είναι ηλικιωµένοι άνθρωποι και ειδικά γυναίκες. Eχω συναντήσει πολλές καθωσπρέπει κυρίες οι οποίες ξεσπαθώνουν µε την πρώτη αφορµή ενάντια σε µετανάστες και ανθρώπους µε διαφορετικό χρώµα και καταγωγή. Κάθε φορά που το τρόλεϊ περνάει από κάποια εκκλησία οι περισσότερες κάνουν τον σταυρό τους και στη συνέχεια στρέφονται στους άλλους, τους διαφορετικούς. Eχω δει να ενοχλούνται από µητέρες µε µικρά παιδιά επειδή είναι ξένες, να φωνάζουν σε άλλους «γύρνα στην πατρίδα σου». Αυτό το τραγούδι είναι εµπνευσµένο από αληθινές ιστορίες. ∆εν είµαι άνθρωπος της άµεσης γραφής. Αυτό το βίωµα υπήρχε µέσα µου και κάποια στιγµή βγήκε προς τα έξω µε αυτούς τους στίχους. Κάπως έτσι συµβαίνει και µε τα υπόλοιπα τραγούδια µου.

Αυτό το κοµµάτι επέλεξες και για την αντιπολεµική συναυλία στα Προπύλαια.

Είναι ένα σύγχρονο τραγούδι το οποίο γράφτηκε το 2019 και αναφέρεται σε πραγµατικές καταστάσεις. ∆εν ακούγονται συχνά καινούργια κοµµάτια σε τέτοιες συναυλίες. Η «Κυρά Κατίνα» έχει αποκτήσει µεγάλο κοινό σε διάφορα ακροατήρια. Εξάλλου αγγίζει εξ αντανακλάσεως και το θέµα του πολέµου. Μιλάµε για το προσφυγικό, καλοδεχόµαστε τους πρόσφυγες από την Ουκρανία –και καλά κάνουµε– αλλά την ίδια στιγµή διώχνουµε πρόσφυγες από άλλες χώρες ή τους αφήνουµε να πνιγούν. Κάνουµε επιλεκτική κοινωνική πολιτική.

Πώς εισέπραξες την πολεµική ρητορική για τη συµµετοχή των καλλιτεχνών στη συναυλία; Εκείνη τη µέρα έπαιξε και ο Σκάι ένα απόσπασµα από την «Κυρά Κατίνα».

Αυτό που συνέβη µε τον Σκάι ήταν η διαβολική σύµπτωση της ιστορίας. Το κανάλι συνδέθηκε κάποια στιγµή ζωντανά µε τα Προπύλαια και έπεσε πάνω σε αυτό το κοµµάτι. Ηταν λίγο αστείο. Στη δική µου περίπτωση υπήρξε και το ζήτηµα µε το «κόψιµο» της τηλεφωνικής παρέµβασής µου για τη συναυλία στο Πρώτο Πρόγραµµα της ΕΡΑ. Βγήκα και τα είπα δηµόσια όλα αυτά. Το θέµα πήρε µεγάλη έκταση και αυτό προστάτευσε και την εργαζόµενη της ΕΡΤ που κινδύνευσε να βρεθεί στο πειθαρχικό µε όλη αυτή την ιστορία. Ανήκουστα πράγµατα. Ξεπερνάει και τη φαντασία µας αυτό που συµβαίνει. ∆έχτηκα συγκινητική στήριξη από τον κόσµο. Υπήρξε βέβαια και επίθεση από διάφορα τρολ στα κοινωνικά δίκτυα. Αναγκάστηκα να κλειδώσω προσωρινά τον λογαριασµό µου στο Twitter. ∆εν φανταζόµουν την έκταση του σκουπιδαριού στο διαδίκτυο. Σε γενικές γραµµές ήταν µια ανόητη απόφαση από την πλευρά τους. Τι φοβερό θα έβγαινα να πω; Θα µιλούσα για τη συναυλία.

«Κούλη, θ’ αλλάξω επίθετο». Ενα από τα κοµµάτια σου που έγιναν viral. Το παίζεις στις συναυλίες;

Οταν µου το ζητάει ο κόσµος το λέω, ειδικά προς το τέλος. Είχα γράψει παλαιότερα τους στίχους και ενόψει των εκλογών το καλοκαίρι του 2019 σκέφτηκα να του βάλω µουσική και να το ανεβάσω. Είχα σκεφτεί µάλιστα η δηµοσίευση να είναι ορατή µόνο στους διαδικτυακούς µου φίλους, αλλά τελικά την έκανα δηµόσια γιατί δεν περίµενα να τη δει πολύς κόσµος. Με αυτό που συνέβη άρχισα να αντιλαµβάνοµαι τι σηµαίνει viral. Θυµάµαι ότι ανέβαιναν διαρκώς τα νούµερα και οι κοινοποιήσεις και ένιωθα ότι έπαιζα σε αµερικανική ταινία. Μέσα σε ένα 24ωρο το βίντεο είχε εκατοντάδες χιλιάδες θεάσεις στο Facebook, ενώ είχαν αρχίσει να το αναπαράγουν και διάφορες ιστοσελίδες. Την επόµενη µέρα παρουσίασαν το βίντεο στο Open σε µια εκποµπή που πρόβαλλε τα viral βίντεο της εβδοµάδας. Οι παρουσιαστές άρχισαν να µε χλευάζουν και να µε υποτιµούν. Ενας µάλιστα είπε πως «ο κάθε τρελός παίρνει µία κιθάρα και τραγουδάει ό,τι να ’ναι». Είχαν αντιδράσει αρκετοί άνθρωποι και εγώ τότε είχα βγάλει ανακοίνωση ξεκαθαρίζοντας ότι είµαι επαγγελµατίας και ότι διασύρουν το όνοµά µου δηµοσίως. Θεωρώ ότι ο δικηγόρος του καναλιού τους ζήτησε να ανασκευάσουν τις δηλώσεις τους για να αποφύγουν τη µήνυση και την επόµενη µέρα ζήτησαν συγγνώµη και τόνισαν ότι εκτιµούν την πορεία µου στη µουσική και διάφορα τέτοια. ∆εν ξέχασαν βέβαια να επισηµάνουν πολλές φορές ότι το συγκεκριµένο τραγούδι ήταν απαράδεκτο. Αυτό το κοµµάτι της δηµοσιότητας είναι πολύ άγριο και εισβάλλει βίαια στην καθηµερινότητά µας. Θυµάµαι πως για κάποιες µέρες ήµουν αρκετά αναστατωµένος µε τον ντόρο που δηµιουργήθηκε.

«Με τόσα ΓΜΣΑΙ που άκουσα και καθώς έπρεπε κάπως να το διαχειριστώ κατέφυγα στο µόνο σίγουρο και παυσίλυπο κάστρο που γνωρίζω και είναι η δηµιουργία» έγραψες όταν ανέβασες το τραγούδι «Εργατικό (Γαµιέµαι)».

Το κοµµάτι αναφέρεται στην εργατική τάξη του σήµερα: τους ντελιβεράδες, τις κοπέλες στα γραφεία, τους µεροκαµατιάρηδες, τους ανθρώπους που παλεύουν για να τα βγάλουν πέρα µε το τίποτα. Αυτοί βιώνουν τη σκληρή νεοφιλελεύθερη πραγµατικότητα σε ολόκληρο τον δυτικό κόσµο. Ακουσα πρόσφατα και για την αύξηση στον βασικό µισθό. Από το 2012 που ξεκίνησαν οι νόµοι των µνηµονίων ο κόσµος της εργασίας έχει χάσει πολύ περισσότερα χρήµατα. Μιλάµε πλέον για προλεταριοποίηση και των µεσαίων στρωµάτων. Αυτό που συµβαίνει µε την ενέργεια δεν ξέρω πού θα οδηγήσει. Εχω πολλά ερωτήµατα κι εγώ.

∆εν ήρθε ακόµη ο λογαριασµός της ∆ΕΗ;

Οχι. Αλλά θα το µάθετε σίγουρα όταν συµβεί.

«Την τέχνη µπορεί να µην τη θέλετε γιατί σας είναι µπελάς. Θα τη βρίσκετε όµως διαρκώς µπροστά σας». Αυτοί οι στίχοι από τη «Βία της αβεβαιότητας» συνδέονται µε το βίωµα του καλλιτεχνικού κόσµου κατά τη διάρκεια της πανδηµίας;

Φυσικά. Ηταν κάτι που έγραψα στην πρώτη καραντίνα. Η αβεβαιότητα προκαλεί βία και χειραγωγεί όταν κάποιος δεν ξέρει τι του ξηµερώνει. Παροµοιάζω αυτήν τη βία µε την εικονική εκτέλεση. Οι σκέψεις πηγάζουν από συναισθήµατα δικά µου αλλά και πολλών συναδέλφων οι οποίοι για αρκετούς µήνες δεν ήξεραν ούτε αν θα δουλέψουν ούτε αν θα καταφέρουν να πάρουν αυτή την πενιχρή αποζηµίωση. Πολλοί άλλαξαν δουλειά από αυτήν τη φάση και δεν ξαναγύρισαν ποτέ στο επάγγελµα. Εγιναν οδηγοί ταξί, εργάστηκαν σε αποθήκες σουπερµάρκετ, ό,τι µπορείς να φανταστείς. Η διαχείριση της αβεβαιότητας γεννά µια βία που µπορεί να σε σπάσει και να σε διαλύσει. Το θέµα ξεκινάει από το οικονοµικό επιτελείο της κυβέρνησης. Τα έβαλαν κάτω, είδαν πόσο τους στοιχίζει και προσπάθησαν να κόψουν όσο περισσότερους µπορούσαν. Σίγουρα ο καλλιτεχνικός χώρος δεν ανήκει στους ψηφοφόρους της συγκεκριµένης κυβέρνησης. Αν ήµασταν στα σώµατα ασφαλείας ή στην εκκλησία, µάλλον θα έβρισκαν τρόπο να µας αποζηµιώσουν.