Γ
Γ.Δ.
15/07/2019, 13:05

Ας διδαχθούμε επιτέλους από την ιστορία

Η βασική προϋπόθεση είναι να μην ξεχνάμε την ιστορία και να μην κλείνουμε τα μάτια στην εμπειρία

Γ.Δ. 15/07/2019 | 13:05

Ας διδαχθούμε επιτέλους από την ιστορία! Το βράδυ των εκλογών, δόθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα μία κατευθυντήρια γραμμή για το αύριο του ΣΥΡΙΖΑ: αυτή του μετασχηματισμού του στον κυρίαρχο πόλο της προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης. Το με ποια ταυτότητα και πως θα γίνει αυτό αφέθηκε στον αέρα, ενόψει και των εσωκομματικών διαδικασιών που θα οδηγήσουν στο συνέδριο, όπου θα παρθούν όλες αυτές οι κρίσιμες αποφάσεις.

Παρά ταύτα, τις τελευταίες ημέρες έχει υπάρξει σωρεία άρθρων σε φιλικά προσκείμενα μέσα που συντάσσονται με μία συγκεκριμένη γραμμή: την απεμπόληση της ταυτότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε επίπεδο κομματικής συγκρότησης και σε επίπεδο ιδεολογίας και στρατηγικής, που υποτίθεται ότι θα οδηγήσει σε μια μεγάλη διεύρυνση και άνοιγμα προς ’’ολόκληρο τον προοδευτικό κόσμο’’. Ακόμα, η γραμμή αυτή προκρίνει έναν τύπο κόμματος όπως αυτό των Εργατικών στην Αγγλία. Ένα κόμμα προσωποκεντρικό, στο οποίο ο Αλέξης Τσίπρας, που έχει αποδείξει πολλάκις την πολιτική του ευφυία, θα διατηρεί τον προεξάρχοντα και κεντρικό ρόλο.

Η επιχειρηματολογία των διαφόρων θιασωτών αυτής της λογικής ξεκινάει από μία ανάγνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων που κάνει λόγο για μία ήττα και μία νίκη: ήττα γιατί επέστρεψε το παλιό κατεστημένο, νίκη γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διατηρήσει αξιόλογα υψηλά ποσοστά εν μέσω δυσμενών συνθηκών. Η εξήγηση της ήττας, και πάλι από τους εκφραστές αυτής της άποψης, επικεντρώνει στο γεγονός ότι υπήρξαν πολλά στοιχεία που προσιδιάζουν σε μία ‘’απαρχαιωμένη και περιχαρακωμένη αντίληψη της Αριστεράς’’ που πλέον αφήνει παγερά αδιάφορο τον κόσμο (Πολάκης, δυσκαμψία κομματικής βάσης να υπηρετήσει ορισμένα σχέδια που μοιάζαν αντίθετα προς την αριστερή ταυτότητα, αριστερές αγκυλώσεις που οδήγησαν σε συγκρούσεις οι οποίες στοίχησαν επικοινωνιακά, άρνηση ακόμα και της ηγεσίας για περαιτέρω διολίσθηση προς το Κέντρο, κτλ.). Η εξήγηση της νίκης, κινείται στο ίδιο πνεύμα αντίληψης της πολιτικής (εξηγούμαι εκτενώς παρακάτω) και επικεντρώνει στην προσωπική ικανότητα του ‘’πεφωτισμένου’’ ηγέτη Αλέξη Τσίπρα.

Είναι πολύ σημαντικό, αρχικά, να αναλύσουμε από ποια αντίληψη αφορμάται μία τέτοια ανάλυση καθώς και σε τί αποτελέσματα οδηγεί ιστορικά. Αυτή η λογική αντιλαμβάνεται τον λαό σαν κάτι το σχεδόν στατικό όσον αφορά τις πολιτικές του τοποθετήσεις: υπάρχουν τόσοι περίπου αριστεροί, τόσοι κεντρώοι και τόσοι δεξιοί στην κοινωνία, με κάποιες μικρές διακυμάνσεις ανάλογα την ιστορική περίοδο. Ακόμα περισσότερο, δε θεωρεί τον λαϊκό παράγοντα σαν κάτι που ενεργά επηρεάζει τις ιστορικές εξελίξεις οποιαδήποτε στιγμή, αλλά πιο πολύ τον βλέπει ως αυτόν που αποφασίζει για το ποιος θα είναι ο πραγματικός και μοναδικός υπεύθυνος για τις εξελίξεις της επόμενης τετραετίας (φυσικά σε συνεργασία και με τους ετέρους του στις υπόλοιπες χώρες παγκοσμίως) μέσω της διαδικασίας των εκλογών. Μία τέτοια ανάλυση, λοιπόν, μοιραία οδηγεί στην αντίληψη ότι πολιτική στην τελική είναι η τέχνη του να πείθεις αυτό το στατικό σώμα που λέγεται λαός για το πρόγραμμά σου, ώστε να σε ψηφίσει και να έχεις μία τετραετία να ξεδιπλώσεις το σχέδιο σου. Και αφού αυτό το σώμα είναι στατικό και δεν μετακινείται σημαντικά ως προς τις αντιλήψεις του, συνήθως για να το πείσεις πρέπει να αφουγκραστείς ποια είναι η κατανομή των πολιτικών του πεποιθήσεων, και αναλόγως να προσαρμόσεις τη φρασεολογία σου, το σχέδιο σου, το κομματικό σου μοντέλο, τα στελέχη σου, τις συμμαχίες σου, κ.ο.κ. Ακόμα, όσον αφορά το κράτος και τους μηχανισμούς του, αυτή η λογική λέει κάτι το οξύμωρο: ενώ δεν αποδέχεται την ανάλυση που μιλάει για ένα κράτος με σαφή και σχετικά συμπαγή προσανατολισμό που υπηρετεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης (εν ολίγοις μία μαρξιστική ανάλυση για το κράτος), πιστεύει ότι ο καλύτερος τρόπος να πραγματοποιήσεις ένα δικό σου σχέδιο είναι το να συμβαδίζει ή να μη συγκρούεται (τουλάχιστον στα κρίσιμα ζητήματα) με τους υφιστάμενους μηχανισμούς. Δηλαδή, παρότι αρνείται αυτή τη μαρξιστική θεώρηση του κράτους, στην πραγματικότητα την αποδέχεται σαν κάτι τετελεσμένο: αφού οι μηχανισμοί του κράτους δε νικιούνται, πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να πάμε με τα νερά τους, αλλά όχι και πολύ για να μη γίνουμε και ίδιοι με τους άλλους. Τέλος, υιοθετείται εντελώς παρόμοια τοποθέτηση για τους διεθνείς συσχετισμούς και την αντίστοιχη στρατηγική που χρειάζεται, αλλά δε θα αναφερθούμε περαιτέρω σε αυτό.

Εν τέλει, αν συνδυαστούν αυτές οι απόψεις για το λαϊκό παράγοντα και το κράτος, οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: Από τη στιγμή που θα ευτυχήσεις να παραλάβεις τη λαϊκή εντολή (χρησιμοποιώντας την προαναφερθείσα τακτική για να το πετύχεις), είναι αποκλειστικά θέμα ευφυίας και διορατικότητας των κυβερνητικών σου στελεχών να διαχειριστούν το κράτος και τους μηχανισμούς του, έτσι ώστε να μπορέσουν να προωθήσουν το σχέδιο σου. Και αν τα στελέχη είναι ικανά και το σχέδιο προσαρμοσμένο όπως αναφέραμε παραπάνω, τότε το σχέδιο λογικά θα πετύχει, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος, και ο λαός θα σε ξαναψηφίσει. Είναι φανερό, νομίζω, το πως αυτή αντίληψη οδηγεί στην παραπάνω ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων καθώς και στην αντίστοιχη γραμμή για το αύριο του ΣΥΡΙΖΑ:το μετασχηματισμό σε ένα κόμμα ‘’one-man show’’, που δε θα προκαλεί ούτε τα αυτιά του δημοκρατικού κόσμου ‘’που όμως αποστρέφεται τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς’’, αλλά ούτε και το ίδιο το κράτος.

Αυτή η γραμμή για το ΣΥΡΙΖΑ, παρότι πλασάρεται σαν κάτι καινούριο, στην ουσία ιστορικά έχει υιοθετηθεί παγκοσμίως από τη σοσιαλδημοκρατία. Ας δούμε, λοιπόν, που την οδήγησε. Αρχικά, το παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ είναι χαρακτηριστικό. Από τις σχετικά ριζοσπαστικές τοποθετήσεις μέχρι το ’81, ακολούθησε μία σταθερή πορεία που χαρακτηρίστηκε από την απουσία τομών και συγκρούσεων με τους μηχανισμούς του κράτους, καθώς και από μία λογική που έβλεπε τη σχέση κομματικής ηγεσίας και λαού ως μία μονόδρομη σχέση ‘’πομπού-δέκτη’’. Αποτέλεσμα ήταν η πλήρης ταύτιση με το ντόπιο κατεστημένο, και η αναπόφευκτη μετατροπή σε σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα αρχικά (από το ’85 έως και την τελευταία διακυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου), και σε καθαρά εκσυγχρονιστικό φιλελεύθερο κόμμα έπειτα (εποχή Σημίτη έως και σήμερα), που κατέληξε να είναι ‘’ουρά της Δεξιάς’’, καταγράφοντας μάλιστα ισχνά ποσοστά σε όλες τις τελευταίες εκλογές. Όμως, φυσικά, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Από την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, έως και – ‘’το πιο πετυχημένο κατά πολλούς παράδειγμα της σοσιαλδημοκρατίας’’ – τη Σουηδία, αυτή η στρατηγική ηττάται (ή έχει ηττηθεί ήδη) οικτρά. Πολύ περιληπτικά, είναι χαρακτηριστικό το πως στην Ιταλία η διακυβέρνηση του κεντροαριστερού L’ Ulivo από το ’96 έως και το 2001 οδήγησε στον Μπερλουσκονισμό, όπως ακριβώς και η διακυβέρνηση του επίσης κεντροαριστερού Partito Democratico από το 2013 έως και το 2016 οδήγησε στον Ματέο Σαλβίνι, ή το πως η διακυβέρνηση από το ’98 έως και το 2005 του SPD στη Γερμανία οδήγησε στην ‘’αυτοκρατορία’’ της Άνγκελα Μέρκελ και των Χριστιανοδημοκρατών. Το χειρότερο όλων, όμως, δεν είναι οι εκλογικές ήττες που καταγράφουν ιστορικά σχεδόν παντού οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις μετά από μία περίοδο διακυβέρνησής τους, αλλά το γεγονός ότι στα μάτια του λάου (και στην πραγματικότητα) τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας δεν αποτελούν κάτι πραγματικά διαφορετικό από το υπάρχον κατεστημένο.

Έχοντας κατά νου, λοιπόν, τα αποτελέσματα της ιστορικής στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας και της αντίστοιχης ανάγνωσης της πραγματικότητας και αντίληψης της πολιτικής, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να κάνει έναν βαθύ αναστοχασμό της προηγούμενης τετραετίας, αλλά και της εποχής 2011-2014 που ομολογουμένως ήταν αυτή στην οποία εκτόξευσε τα ποσοστά του και απέκτησε πραγματικά μαζική απεύθυνση, πάνω στον οποίο θα πρέπει να χτίσει τη στρατηγική του και την τακτική για το επόμενο διάστημα. Ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μία τέτοια περιληπτική ανάλυση, χωρίς φυσικά να είναι δυνατό να καλύψουμε τα πάντα μέσα σε ένα άρθρο.

Ένα βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: πως κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα κόμμα με μαζικό λαϊκό ακροατήριο; Η περίοδος 2011-2014 χαρακτηρίζεται από μία βαθιά κρίση εξουσίας. Ο λαός δεν πείθεται, πλέον, από το κυρίαρχο μοντέλο για την οικονομία και αποστρέφεται το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο. Αναζητά, λοιπόν, ουσιαστικά διαφορετικές λύσεις. Είναι, μάλιστα, σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ιδιαίτερα στις αρχές αυτής της περιόδου το πολιτικό τοπίο είναι ιδιαίτερα ρευστό, δε γνωρίζαμε που θα έγερνε η πλάστιγγα, ενώ λάμβαναν χώρα ισχυρές πολιτικές ζυμώσεις εντός του λαϊκού σώματος, μέσω μυριάδων κινημάτων όπως αυτό των αγανακτισμένων. Εν μέσω αυτών των εξελίξεων ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει δημιουργήσει ενεργούς δεσμούς με την κοινωνία μέσω της συμμετοχής του στα κινήματα της εποχής, επιχειρεί να απαντήσει σε δύο ουσιαστικά ερωτήματα που διαπερνούσαν ακριβώς αυτήν την κρίση εξουσίας: ποιος θα αλλάξει αυτήν την κατάσταση και πως θα την αλλάξει; Και στα δύο ερωτήματα απαντά με τρόπο ουσιαστικά διαφορετικό από ότι είχε επιχειρηθεί μέχρι τότε: την κατάσταση θα την αλλάξει η ριζοσπαστική αριστερά (δεν είχε υπάρξει τέτοια διακυβέρνηση μέχρι τότε), και θα την αλλάξει κάνοντας κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι οι προηγούμενοι. Αυτό το εντελώς διαφορετικό, παρέπεμπε σε σκληρή διαπραγμάτευση με κόκκινες γραμμές (έως και σύγκρουση) με τους θεσμούς της ΕΕ, ένα άλλο μοντέλο οικονομίας με σαφή προσανατολισμό την ‘’επιθετική’’ ελάφρυνση των πληττόμενων στρωμάτων, και σύγκρουση με το ντόπιο πολιτικό κατεστημένο. Τελικά, αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ τότε και βγήκε κερδισμένος δεν ήταν το να προσαρμόσει το σχέδιο του στους υπάρχοντες πολιτικούς συσχετισμούς, αλλά αφουγκραζόμενος αυτό το κενό εξουσίας και ισχυροποιώντας τους διαύλους επικοινωνίας με το λαό μέσω των κινημάτων, να προσπαθήσει να τους μετασχηματίσει και να τους στρέψει σε ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Ας πάμε και στην περίφημη τετραετία διακυβέρνησης. Η πραγματικότητα λέει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εν μέσω δυσμενών διεθνών συσχετισμών, απουσίας ενεργούς υποστήριξης από το λαϊκό παράγοντα, και ισχυρής αντίδρασης από ντόπιους κρατικούς και άλλους μηχανισμούς (βλέπε ΣΕΒ, ΜΜΕ, κτλ.), αναγκάστηκε να μετατοπιστεί πλήρως από το σχέδιο που τον έφερε στην κυβέρνηση, και να εφαρμόσει κυρίως πολιτικές λιτότητας, παρά την όποια προσπάθεια για στήριξη των πλέον φτωχοποιημένων στρωμάτων (που κυρίως εκφράστηκε από τον Αύγουστο του ’18 και μετά) και κάποιες τομές που έγιναν σε επίπεδο κοινωνικών δικαιωμάτων. Ακόμα περισσότερο, δεν υπήρξαν σημαντικές τομές με το πολιτικό κατεστημένο της χώρας, και βλέπαμε μία κυβέρνηση που πολλές φορές ήταν ανήμπορη να προωθήσει το σχέδιο της, διότι το κράτος που προσπαθούσε να διαχειριστεί αντιδρούσε (βλέπε τηλεοπτικές άδειες και τον ρόλο του ΣτΕ). Αυτά σήμαναν μία τρομερή διάψευση προσδοκιών για τα πληττόμενα στρώματα, που όπως δείχνει το αποτέλεσμα των εκλογών και η παλινόρθωση του παλιού πολιτικού κατεστημένου φαίνεται να έχουν αποδεχθεί την ‘’ήττα του διαφορετικού’’ και μοιραία επιστρέφουν σε παλιές συνταγές.

Κάτι το οποίο μπορεί να περνάει στα ψιλά, αλλά δείχνει ακριβώς αυτή τη μη συμβατότητα κυβέρνησης και κράτους, είναι η όλη ιστορία με τις αλλαγές στην ηγεσία της Δικαιοσύνης. Παρότι η κυβέρνηση είχε κάθε νομικό έρεισμα (ακόμα και καθήκον) να ορίσει νέα ηγεσία στη Δικαιοσύνη, ο ίδιος ο ΠτΔ (ένας από τους βασικούς θεσμούς του κράτους) μπλοκάρει μία τέτοια εξέλιξη με το να μην υπογράφει τα Προεδρικά Διατάγματα. Ένα άλλο παράδειγμα που έδειξε την ισχυρή αντίδραση που προβάλλουν οι ντόπιοι μηχανισμοί, αλλά και τον σημαίνοντα ρόλο που παίζει ο λαϊκός παράγοντας όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με αυτούς, είναι η περίοδος του δημοψηφίσματος. Παρόλη την επαίσχυντη προπαγάνδα και τα fake news από τα ΜΜΕ, τις κινήσεις του ντόπιου πολιτικού κατεστημένου που φώναζε ‘’Γερούν γερά’’, τα διάφορα γεγονότα εκφοβισμών από την εργοδοσία σε χώρους δουλειάς, και φυσικά τις τρομερές οικονομικές και πολιτικές πιέσεις από έξω, τελικά επικράτησε το ΟΧΙ που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τα παραπάνω. Και επικράτησε, επειδή ακριβώς ο λαός ένιωθε τότε να παίζει ενεργό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και υπήρχε ακόμη ενεργός δίαυλος αμφίδρομης επικοινωνίας ΣΥΡΙΖΑ-λαού.

Αυτή η τετραετία αφήνει μία τρομερή παρακαταθήκη: ένα κόμμα που αυτοτοποθετείται ακόμα στη ριζοσπαστική αριστερά έχει πλέον άμεση εμπειρία για το τι εστί κρατικοί μηχανισμοί, τι εστί διεθνείς συσχετισμοί, και πως τέλος πάντων μπορεί να κυβερνηθεί μία χώρα εν μέσω ενός τόσο δυσμενούς τοπίου. Μιλάμε για κάτι το οποίο δεν υπάρχει πουθενά αλλού στο Δυτικό κόσμο σαν εμπειρία. Με γνώμονα, λοιπόν, την ιστορία και συγκεκριμένα του ποια αντίληψη περί πολιτικής και ιστορίας και ποιες γραμμές έχουν ηττηθεί ιστορικά, αλλά και με εφόδιο αυτήν την πολύτιμη εμπειρία ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να κάνει την αυτοκριτική του, και βάση αυτής να αποφασίσει για: α) στρατηγικά ερωτήματα όπως του ποια είναι η Αριστερά του 21ου αιώνα, β) ένα πρόγραμμα που θα μπορεί να είναι υλοποιήσιμο αλλά και ταυτόχρονα ριζοσπαστικό, γ) ένα σχέδιο και μία κομματική συγκρότηση που θα ενεργοποιήσει ξανά την επικοινωνία με το λαό, θα μπορέσει να εγκολπώσει ολόκληρη τη λαϊκή μάζα που αποκαλούμε ‘’προοδευτική’’, και θα την κάνει ξανά ενεργό παράγοντα που επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις. Η βασική προϋπόθεση όμως είναι να μην ξεχνάμε την ιστορία και να μην κλείνουμε τα μάτια στην εμπειρία…

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.