«Δεν μπορώ να αναπνεύσω»

Ο ψίθυρος του Φλόιντ έγινε μαχητική κραυγή εκατομμυρίων ανθρώπων του μόχθου και της στέρησης, που «δεν μπορούν να αναπνεύσουν», μεταφορικά, αλλά κάποτε και κυριολεκτικά, στις συνθήκες της πανδημίας.

Πέτρος Παπακωνσταντίνου 28/12/2020 | 09:12

Ανάμεσα στα γεγονότα που σημάδεψαν αυτή την τρομερή χρονιά ήταν η δολοφονία του 46χρονου Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολη των ΗΠΑ, στις 25 Μαίου. Πατέρας πέντε παιδιών, που πάσχιζε να τα βγάλει πέρα σαν οδηγός φορτηγού και σεκιουριτάς, ο Φλόιντ είχε κατηγορηθεί από μαγαζάτορα ότι του έδωσε πλαστό χαρτονόμισμα 20 δολαρίων. Ο λευκός αστυνομικός που τον συνέλαβε, του πέρασε χειροπέδες, τον ξάπλωσε μπρούμυτα στο οδόστρωμα και του πατούσε το λαιμό με το πόδι του επί οκτώ λεπτά και 46 δευτερόλεπτα, μέχρι που το ανήμπορο θύμα του ξεψύχησε. Είκοσι δολάρια, τόσο κοστολογείται η ζωή ενός φτωχού μαύρου στην ισχυρότερη χώρα του κόσμου. Οι τελευταίες λέξεις που ψιθύριζε, ξανά και ξανά αλλά μάταια, ο Φλόιντ ήταν «δεν μπορώ να αναπνεύσω».

Η δολοφονία του απέκτησε διαστάσεις ιστορικού γεγονότος, καθώς φούντωσε το κίνημα Black Lives Matter, παίζοντας καταλυτικό ρόλο στην αφύπνιση της προοδευτικής Αμερικής και στην εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ. Το τσουνάμι των διαδηλώσεων που απλώθηκε από την Αλάσκα μέχρι τη Φλόριντα ξεπέρασε κατά πολύ σε έκταση και μαζικότητα το κίνημα της δεκαετίας του ’60, της θρυλικής εποχής του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, του Μάλκολμ Χ και των Μαύρων Πανθήρων. Μαύροι και Λευκοί, όχι μόνο στη Νέα Υόρκη και την Ατλάντα, αλλά και στο Παρίσι και το Λονδίνο βάλθηκαν να γκρεμίζουν αγάλματα στρατηγών του παλιού, δουλοκτητικού καθεστώτος, αλλά και του Τσόρτσιλ και του Λόιντ Τζορτζ, φέρνοντας τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης αντιμέτωπες με τα προπατορικά αμαρτήματα του ρατσισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας, που συνεχίζουν να τις στοιχειώνουν.

Υπήρχε όμως κάτι πιο οικουμενικό, κάτι που ξεπερνάει το παραδοσιακό, φυλετικό πρόβλημα, σ’ αυτή την αφύπνιση. Ο ψίθυρος του Φλόιντ έγινε μαχητική κραυγή εκατομμυρίων ανθρώπων του μόχθου και της στέρησης, που «δεν μπορούν να αναπνεύσουν», μεταφορικά, αλλά κάποτε και κυριολεκτικά, στις συνθήκες της πανδημίας. Οι φτωχοί και οι μειονότητες ήταν εκείνοι που γέμισαν τους μεσαιωνικού τύπου, ομαδικούς τάφους στη Νέα Υόρκη και το Μπέργκαμο, εκείνοι που πλήρωσαν και πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα, σε θέσεις εργασίας, σε τσακισμένα εισοδήματα, αλλά και σε ανθρώπινες ζωές, την ίδια χρονιά που οι περιουσίες των δέκα πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη αυξήθηκαν κατά 450 δισ δολάρια. Οι νοσοκόμες των ΜΕΘ, οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ, οι εργάτες στις βιομηχανίες και τις αποθήκες της Ελευσίνας και της Μάνδρας, οι κούριερ και οι ντελιβεράδες, όλοι αυτοί οι ήρωες παρά τη θέλησή τους, είναι εκείνοι που κρατούν το αποδυναμωμένο από το νεοφιλελευθερισμό σύστημα υγείας στα πόδια του και τη συρρικνωμένη οικονομία ζωντανή, αναγκασμένοι να ρισκάρουν τη ζωή τους κάθε μέρα για να μην πεινάσουν τα παιδιά τους. Όλοι αυτοί θα ζητήσουν σύντομα τον λογαριασμό από τις κυβερνήσεις που όχι μόνο τους ληστεύουν, αλλά τους περιφρονούν και τους κουνάνε το δάχτυλο, φορτώνοντας στους πολίτες τις ευθύνες για τη δική τους, παταγώδη αποτυχία. 

Σε διεθνή κλίμακα, η έκτακτη συνθήκη της πανδημίας στάθηκε αφορμή για ένα πρωτοφανές κύμα αυταρχισμού με απαγορεύσεις διαδηλώσεων, καθολική παρακολούθηση και ανελεύθερους νόμους, από την Αμερική του Τραμπ μέχρι τη Γαλλία του Μακρόν. Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη και το ΠΡΟ ΠΟ του κ. Χρυσοχοίδη βρέθηκαν στην πρωτοπορία αυτού του ρεύματος, όπως έδειξε το όργιο καταστολής στις επετείους του Πολυτεχνείου και του Γρηγορόπουλου, το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις, η προσαγωγή εργαζομένων στην εστίαση γιατί ύψωσαν πανώ που έγραφε «πεινάμε» έξω από το Μαξίμου, ακόμη και οι έφοδοι των σύγχρονων παιδονόμων σε κινηματογράφους που πρόβαλαν τον «Τζόκερ». Η διολίσθηση προς την «ανελεύθερη δημοκρατία» τύπου Όρμπαν και Μοραβιέτσκι αποτελεί σύμπτωμα ανασφάλειας ενόψει της προϊούσας φθοράς και των επαπειλούμενων λαϊκών αντιδράσεων. Όπως λέει όμως ο παλιός αφορισμός, που έχει αποδοθεί στον Ταλευράνδο, «μπορεί κανείς να πετύχει τα πάντα με τις ξιφολόγχες, εκτός από το να καθήσει πάνω τους».

* Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας