Δεν είσαι συμμέτοχος ακόμα κι αν «απλά» ακολουθούσες διαταγές;

Χθες βράδυ παρακολουθούσα ένα βίντεο που κυκλοφόρησε στα κοινωνικά δίκτυα και απεικονίζει τη στυγνή βία της ισπανικής αστυνομίας στην Καταλονία. Ηλικιωμένοι, κοπέλες, ένας άνδρας με μια σακούλα ψώνια στο χέρι· οποιοσδήποτε μπορεί να πέσει θύμα μόνο επειδή στεκόταν κάπου εκεί κοντά. Ένα πλάνο δείχνει μια κλούβα να τρέχει και να χτυπάει έναν πεζό.

Έρη Σφαέλου 21/10/2019 | 15:03

Να σημειώσω, στο μεταξύ, ότι «έπεσα» τυχαία στο βίντεο αυτό, ενώ έψαχνα πληροφορίες για το περιστατικό με τους δικούς μας αστυνομικούς, αυτούς που μπούκαραν στις αίθουσες του Mall και του Αελλώ κατά την προβολή του Τζόκερ σε αναζήτηση ανηλίκων.

Από τη μία περίπτωση αστυνομικής βίας στην άλλη, το μυαλό μου αυτόματα πήγε στον άγριο ξυλοδαρμό του άστεγου στα Εξάρχεια, ελάχιστες μέρες μετά τις τελευταίες εκλογές και την νίκη Μητσοτάκη· κι ένα σχόλιο που ακούστηκε όταν η είδηση βγήκε στα ΜΜΕ: «Τώρα θα δείτε τι σημαίνει αστυνομία».

Η βία από την πλευρά των αστυνομικών σε καμία περίπτωση δεν είναι κάτι καινούριο και πριν από μένα αναρωτήθηκαν κι άλλοι -ευτυχώς ειδικοί- για το πού οφείλεται και από πού πηγάζει.

Όπως σημειώνει η Danielle Douez, επικοινωνιολόγος και ψυχολόγος από το Πανεπιστήμιο του Έμορυ των Ηνωμένων Πολιτειών, η κορυφαία θεωρία που χρησιμοποιεί η επιστήμη για να εξηγήσει τη συμπεριφορά της αστυνομίας μιλά για ασυνείδητες προκαταλήψεις. Για την ιδέα, δηλαδή, πως οι αστυνομικοί, όπως όλοι οι άνθρωποι έχουν αρνητικές συμπεριφορές και απόψεις απέναντι σε ορισμένα μέλη κοινωνικών ομάδων -ή και απέναντι σε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες.

Σύμφωνα με τους Kate Ratliff και Colin Smith, καθηγητές Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, αυτές οι προκαταλήψεις είναι δύσκολο να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν γιατί βρίσκονται στο υποσυνείδητο και άρα εκτός του ελέγχου του υποκειμένου.

Όμως αυτή η θεωρία εστιάζει στο άτομο· πράγμα που αν και σημαντικό, παραβλέπει ένα γενικότερο κλίμα και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αστυνομία συνολικά, ήδη από το στάδιο της εκπαίδευσης.

Κι εδώ έρχεται μια δεύτερη θεωρία, αυτή που αφορά στο στοιχείο του σωβινισμού: το «αντριλίκι» (machismo), το οποίο σύμφωνα με τον καθηγητή Νομικής του Πανεπιστημίου του Σάφολκ, Frank Rudy Cooper, είναι μια επιθετικότητα - συχνά βάσει του φύλου - βαθιά ενσωματωμένη στην εκπαίδευση και την κουλτούρα της αστυνομίας.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της στάσης αυτής, εξηγεί ο ειδικός, είναι η μηδενική ανοχή στην ασέβεια και στην προσβολή: όταν αστυνομικοί νιώθουν πως δεν τους σέβονται, η φυσική τους αντίδραση είναι να τιμωρήσουν και συχνά να κλιμακώσουν την κατάσταση.

Οι κακές σχέσεις ανάμεσα στις αστυνομικές αρχές και συγκεκριμένα σύνολα ή κοινότητες επίσης οδηγούν σε βαθμιαία ένταση της αστυνομικής βίας. Και η βία και η διαφθορά, κυρίως ενάντια σε ευπαθή μέλη της κοινωνίας, έχει βαθιές ρίζες όποιο μέρος του κόσμου κι αν κοιτάξουμε.

Για παράδειγμα, η Connie Hassett-Walker, καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου στο Kean University του Νιου Τζέρζι, σημείωνε φέτος το καλοκαίρι σε κείμενό της πως η βία της αμερικανικής αστυνομίας ενάντια σε Αφροαμερικανούς έχει τις ρίζες της στις περιπολίες ομάδων λευκών εθελοντών, στις οποίες είχε δοθεί το δικαίωμα δράσης προκειμένου να εφαρμόζονται οι νόμοι που συνδέονταν με τη δουλεία.

Αυτές οι ομάδες λευκών εντόπιζαν και επέστρεφαν στους ιδιοκτήτες τους σκλάβους που είχαν διαφύγει, κατέπνιγαν εξεγέρσεις και τιμωρούσαν όσους πιστευόταν πως είχαν παραβιάσει τους κανονισμούς των φυτειών.

Η καθηγήτρια τονίζει πως αυτές οι πρώιμες αστυνομικές δυνάμεις -εκτός του ότι απαρτίζονταν στην πλειοψηφία τους από λευκούς άνδρες- εστίαζαν περισσότερο στο να πατάξουν την αταξία και την αναταραχή, παρά το έγκλημα. Κάτι που παραμένει χαρακτηριστικό της αστυνομίας μέχρι και σήμερα οπουδήποτε στον κόσμο κι αν στραφούμε.

Ο εγκληματολόγος του Πανεπιστημίου του ανατολικού Κεντάκι, Gary Potter, συνοψίζει εξηγώντας πως από τους αστυνομικούς ζητείται να κρατούν υπό έλεγχο «επικίνδυνες κατώτερες τάξεις», που περιλαμβάνουν μαύρους, μετανάστες και φτωχούς.

Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι εξίσου σκληρά· το παράδειγμα της Καταλονίας δε συνιστά μεμονωμένη περίπτωση. Πέρυσι το καλοκαίρι η προσοχή παρατηρητών και ειδικών στράφηκε στη Γαλλία και τους «μισθοφόρους του Μακρόν».

Πρόκειται για μια χώρα με μακροχρόνια παράδοση στη χρήση υπερβολικής βίας από τις αρχές με τις ευλογίες και την προστασία πολιτικών και αξιωματούχων, με αποτέλεσμα μια σειρά αγριοτήτων από την πλευρά της αστυνομίας να αναγκάσει τη Διεθνή Αμνηστία να καταδικάσει ένα «μοτίβο de facto ατιμωρησίας» ήδη από το 2009.

«Tout le monde déteste la police» (όλοι μισούν την αστυνομία) είναι το σύνθημα που ακούγεται τα τελευταία χρόνια σε μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομική βία, τις διακρίσεις και τις αλλαγές στα εργασιακά.

Διαβάζοντας όλα αυτά θυμήθηκα μια κουβέντα που είχε γίνει πριν χρόνια στην τάξη, στη σχολή Δημοσιογραφίας. Συζητώντας περί εγκληματικότητας σε φιλοσοφικό επίπεδο, ο καθηγητής τότε είχε κάνει λόγο για ένα «νέο είδος εγκληματία» και είχε αναφέρει το παράδειγμα ενός «εργαζομένου» για το Τρίτο Ράιχ κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ερώτημα είναι τι γίνεται όταν κατηγορείσαι για εγκλήματα πολέμου και απαντάς «δεν ξέρω τίποτα, εγώ ακολουθούσα εντολές».

Αυτός ο άνθρωπος είναι εγκληματίας ή όχι;

Σύμφωνα με Αμερικανούς ιστορικούς, πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η Δικαιοσύνη, καθώς οι άνθρωποι αυτοί ισχυρίζονται πως δε διέπραξαν κανένα έγκλημα με τη δική τους ελεύθερη βούληση.

Το αμερικανικό δικαστήριο κατέληξε κάποια στιγμή πως κανένας αξιωματικός του στρατού δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για παράνομη πράξη, βασιζόμενος στη διαταγή ανωτέρου. Κάτι τέτοιο μπορεί να αμβλύνει την καταδίκη, αλλά όχι να δικαιολογήσει την πράξη.

Η βρετανική άποψη είναι πιο επιεικής για όσους ακολουθούν διαταγές ανωτέρου και κυρίως όταν ο στρατιωτικός «πιστεύει ότι κάνει το σωστό υπακούοντας» και παράλληλα «οι διαταγές δεν είναι καταφανώς παράνομες». Η γερμανική στάση είναι πιο άτεγκτη, καθώς το γερμανικό ανώτατο δικαστήριο έχει δηλώσει ότι, αν και οι στρατιώτες δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τις διαταγές που λαμβάνουν, το πράγμα αλλάζει «αν μια διαταγή είναι γνωστό σε όλους, περιλαμβανομένου του κατηγορουμένου, πως είναι αναμφίβολα ενάντια στον νόμο (…) Θα έπρεπε, επομένως, να αρνηθεί να υπακούσει. Αν δεν αρνηθεί, θα πρέπει να τιμωρηθεί».

Είτε πρόκειται για το στρατό, είτε για την αστυνομία, είτε μιλάμε για πόλεμο κατά κυριολεξία ή για τον πόλεμο εν καιρώ ειρήνης που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες, το ερώτημα παραμένει: είναι κανείς εγκληματίας αν «απλά» ακολουθούσε διαταγές;

Εγώ νομικός δεν είμαι. Ούτε επιστήμων είμαι, ούτε κανενός είδους ακαδημαϊκός. Εγώ η ίδια δεν κατέχω ούτε πληροφορία, ούτε γνώση. Είμαι μόνο μια δημοσιογράφος, ένας απλός μεσάζων. Αλλά έχω ένα μυαλό και μια δική μου ηθική, όπως όλοι μας. Κι αναρωτιέμαι:

Σε εκπαίδευσαν σκληρά. Σου φύτεψαν ένα σωρό προκαταλήψεις στο κεφάλι, χώρια όσες είχες από πριν. Σε έκαναν έτσι γιατί το μίσος είναι δυνατότερο όπλο από αυτό που κρατάς στο χέρι.

Αλλά εσύ, εσύ ο ίδιος, δεν μπορείς να κρίνεις ότι ο ηλικιωμένος που στέκεται στην άκρη του δρόμου και ο περαστικός που γυρνάει από το σουπερμάρκετ με τις σακούλες στο χέρι δεν είναι απέναντί σου;

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.