Το δάκρυ του κροκόδειλου

Το έτος που σε μερικές ώρες μας αποχαιρετάει ανεπιστρεπτί θα μπορούσε να είναι -τηρουμένων των αναλογιών- ένας μικρός θρίαμβος για την κυβέρνηση. Τα άνευ γραβάτας μαύρα κοστούμια του Μεγάρου Μαξίμου υπέγραψαν το (ελπίζω παντοτινό) διαζύγιο με τα μνημόνια, δρομολόγησαν ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα που αποτελεί μόνιμο αγκάθι στην ατζέντα των εθνικών θεμάτων, τόλμησαν να αγγίξουν -έστω με τις άκρες των δαχτύλων- τη χρόνια ασυλία της παντοδύναμης Εκκλησίας, απέφυγαν τις κραυγαλέες παλινωδίες σε κοινωνικά ζητήματα, βελτίωσαν όλους τους οικονομικούς δείκτες, απέφυγαν την εμπλοκή σε σκάνδαλα που θα μπορούσαν να φθείρουν τον θρύλο του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Νίκος Παπαδογιάννης 28/12/2018 | 09:00

Όσοι βεβαίως θεωρούν τον μακαρίτη Κατσίφα ακοίμητο εθνικό ήρωα και αυτόν τον Πετσίτη δούρειο ίππο για τη μαδουροποίηση του ελληνορθόδοξου οικοδομήματος δεν πρόκειται να βρουν κάτι θετικό στα παραπάνω ή στα παρακάτω.

Με όποιον πληρώνει για να διδαχθούν τα σκυλιά του αρχαία ελληνικά στο κρυφό σχολειό του Άδωνι ή για να διασκεδάσει με τα αηδιαστικά καλαμπούρια του Σίλα και τα ψωροεστέτ λογοπαίγνια του Μπογδάνου, δεν υπάρχει οδός συνεννόησης.

Οι αναλογίες που θα πρέπει να τηρηθούν ώστε να αξιολογηθούν θετικά τα κυβερνητικά πεπραγμένα του 2018 είναι οι πανίσχυρες ρίζες αυτού που ονομάζουμε «βαθύ κράτος». Όσο περισσότερο βυθίζεται κανείς στα πλοκάμια της δικαιοσύνης, της αστυνομίας, της εκκλησίας, των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και «ιδιωτικής» φύσης θεσμών όπως η δημοσιογραφία, τόσο περισσότερο απελπίζεται από το πίσσα σκοτάδι.

Η δικαιοσύνη μπορεί να είναι ανεξάρτητη -στη θεωρία τουλάχιστον, διότι η πράξη άλλα δείχνει- αλλά για την ασυδοσία σωμάτων που υπάγονται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ή στο τσιφλίκι του Καμένου δεν υπάρχει δικαιολογία. Σε απλά ελληνικά, είναι απαράδεκτο να μένουν υπηρεσιακά ατιμώρητοι και αμετακίνητοι όσοι ένστολοι ευθύνονται για τη στυγνή  δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ή για τον «στολισμό» στρατοπέδου με ναζιστικά συνθήματα.

Το ΠΑΣΟΚ του πρώτου καιρού άφησε το ίχνος του στην ελληνική κοινωνία επειδή κατόρθωσε να αποψιλώσει σε σημαντικό βαθμό τα σώματα ασφαλείας και το στράτευμα από «σταγονίδια» και νοσταλγούς της Χούντας, αυτούς που μακροημέρευαν με την ανοχή της καραμανλικής ΝΔ.

Έκτοτε, όμως, κύλησαν τρεις δεκαετίες και η ανθρωπογεωγραφία άλλαξε όσο και το ΠΑΣΟΚ. Η «πρώτη φορά αριστερά» θα αφήσει το δικό της στίγμα εάν μπορέσει να ενισχύσει το, ισχνό πια, δημοκρατικό φρόνημα εκεί όπου οι χρυσαυγίτες και οι κρυπτοφαιοχίτωνες απειλούν να γίνουν (αν όχι πλειοψηφία, πάντως) ισχυρή και ηχηρή μειοψηφία.

Άλλο, όμως, ήθελα να πω όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το σχόλιο. Η όποια ευκαιρία για να αποκτήσει θετικό πρόσημο αυτό το έτος της σχετικής ανάκαμψης χάθηκε μέσα στους καπνούς, εκείνο το βράδυ που η κατακαημένη Ελλάδα περίμενε ένα επίσημο δάκρυ για τη συμφορά του Ματιού.

Το μόνο που είχαν να κάνουν οι κυβερνώντες για να τοποθετήσουν λίγο βάλσαμο στις ανοιχτές πληγές, ήταν να κοιτάξουν τον κοσμάκη κατάματα, να εκφράσουν βαθιά και γνήσια οδύνη και να του πουν αυτά που έλεγαν μεταξύ τους ακόμα και όσοι έζησαν τη φωτιά από απόσταση εγκαύματος.

Ότι, δηλαδή, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να αντιμετωπίσει άνθρωπος ή αρμόδια αρχή μία πυρκαγιά που έτρεχε με τέτοια ταχύτητα, με τέτοιον άνεμο, σε τέτοιο εύφλεκτο περιβάλλον, σε περιοχή με τέτοια άναρχη δόμηση. Από λαίλαπα αυτής της έντασης δεν υπάρχει σωτηρία. Μόνο ανακούφιση των πληγέντων και πρόληψη για την επόμενη φορά. 

«Κλαίμε όλοι μαζί σας, νιώθουμε σαν να χάσαμε τα δικά μας παιδιά, κάναμε ότι περνούσε από τα χέρια μας, καλύτερα να είχαμε καεί εμείς στη θέση σας», όφειλαν να πουν οι τα φαιά φορούντες. Και, κυρίως, να το εννοούν. Τους κροκόδειλους τους καταλαβαίνει αμέσως το λαϊκό αισθητήριο. Τους ξεχωρίζει, από το παχύ δέρμα.

Αντ’ αυτού, η βαρυπενθούσα χώρα αντίκρυσε κάτι ξύλινους γαλονάδες που επέμεναν ότι δεν έκαναν το παραμικρό λάθος στους χειρισμούς, έναν αμήχανο κυβερνητικό εκπρόσωπο που έμοιαζε να σκέφτεται τις χαμένες ψήφους και συνολικά μία εξουσία που απέδιδε την ευθύνη για τους θανάτους στους ίδιους τους νεκρούς.

Οι όποιες συγγνώμες ακούστηκαν με καθυστέρηση, συνοδεύονταν από «αλλά» και έμοιαζαν προσχηματικές. Την ώρα που καίγεται στο σύμπαν, είναι προτιμότερο να βουτάει ο πολιτικός στη φωτιά, παρά να επισημαίνει ότι είχε εξαρχής δίκαιο. Κανένας δεν συμπαθεί εκείνον που λέει: «Σας τά ‘λεγα εγώ».

Ο ιστορικός του μέλλοντος μπορεί να καταγράψει το 2018 ως χρονιά απαλλαγής από την κηδεμονία των δανειστών, αντιστροφής του δυσοίωνου οικονομικού κλίματος και ρεαλιστικής επίλυσης του μακεδονικού ζητήματος. Μέχρι να ανεβούν στο παλκοσένικο οι ιστοριοδίφες, όμως, το 2018 θα μείνει στο θυμικό του Έλληνα ως το έτος της εκατόμβης στο Μάτι. Και της αναλγησίας που φάνηκε να τη συνοδεύει.